Κριτική: «Druk» του Τόμας Βίντερμπεργκ

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας που εξέπνευσε, ο Δανέζικος κινηματογράφος σταμάτησε να μας εκπλήσσει και να μας επιφυλάσσει αλλεπάλληλες συγκινήσεις. Από «Το Κυνήγι» («Jagten» / «The Hunt», 2012) του Τόμας Βίντερμπεργκ μέχρι την πιο πρόσφατη «Βασίλισσα της Καρδιάς» («Dronningen» / «Queen of Hearts», 2019) της Μέι ελ-Τούκι είδαμε τους Δανούς δημιουργούς να τολμούν, να καταπιάνονται με θεματικές “δύσκολες” -ταμπού θα λέγαμε- που σου σφίγγουν το στομάχι και τις κουβαλάς μαζί σου για ώρα αφότου αποχωρήσεις από την αίθουσα. Δεν επέλεξα τυχαία να αναφερθώ σε αυτές τις δύο ταινίες· αμφότερες μιλούν για τη διαλεκτική μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων, τον συσχετισμό αυτών των δύο δυνάμεων, πόσο εύκολα εναλλάσσονται οι ρόλοι του θύματος και του θύτη, πως η κοινωνία, τυφλωμένη από τις στερεοτυπικές της παρωπίδες, στέκεται απέναντι τους.

Το «Druk» (αγγλ. ονομασία «Another Round» ή «Άσπρο Πάτο», όπως θα το δούμε στους ελληνικούς κινηματογράφους… κορωνοϊού επιτρέποντος) είναι το πιο πρόσφατο πόνημα του 51χρονου Βίντερμπεργκ· μια ταινία που έχει ξεχωρίσει σε αυτή τη διαφορετική φεστιβαλική σεζόν που διανύουμε εν μέσω πανδημίας COVID-19. Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκονται τέσσερις καθηγητές μέσης εκπαίδευσης, οι οποίοι αναμετρώνται με την κρίση μέσης ηλικίας. Είναι η συνειδητοποίηση ότι η ρουτίνα έχει θρονιαστεί για τα καλά στις ζωές τους, το πάλαι ποτέ ερωτικό πάθος έχει σβήσει δίνοντας τη θέση του στην αποξένωση, αλλά και το ότι ολοφάνερα βρίσκονται σε επαγγελματικό τέλμα. Μια μάχη που καλούνται δώσουν με τους ίδιους τους εαυτούς τoυς, μια μάχη που τους κάνει να αισθάνονται ευάλωτοι και τονώνει την ανάγκη να αλληλοστηριχθούν.

Παλαιότερα, οι άνδρες είχαν ένα πεδίο δόξης λαμπρό μπροστά τους, να αγωνιστούν και να το κατακτήσουν. Σήμερα οι πολεμικές συρράξεις στην επικράτεια του δυτικού κόσμου έχουν παύσει, η εκβιομηχανοποίηση του πρωτογενούς τομέα, η επικράτηση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών, δηλαδή επαγγελμάτων που μπορούν να διαπρέψουν με άνεση οι γυναίκες, έχουν οδηγήσει –έστω υπό οικονομικούς όρους– στη γυναικεία χειραφέτηση. Ο άνδρας δεν προσκομίζει πια κατ’ αποκλειστικότητα τα προς το ζην. Το A-male και ο macho man των προηγούμενων δεκαετιών δεν αποτελούν πια trend στις προοδευτικές σύγχρονες κοινωνίες.

Συνεπώς, μετά την πρώτη νιότη, οι άντρες που κατοικούν στις προηγμένες χώρες του κόσμου μας είναι πολύ πιο πιθανό να έρθουν αντιμέτωποι με την κρίση μέσης ηλικίας. Αυτό βλέπουμε ύπουλα και υποδόρια να κυκλώνει τον πρωταγωνιστή Μάρτιν, καθηγητή Ιστορίας, που τον υποδύεται ο εξαίρετος Μαντς Μίκελσεν, ο οποίος μας κυριεύει με την με την ερμηνευτική δεινότητα, το επιβλητικό βλέμμα και τη χαρακτηριστική χροιά. Η σύζυγάς του επιλέγει περισσότερο τις βραδινές βάρδιες, οι απαυδισμένοι μαθητές τόν συγκαλούν μετά των κηδεμόνων τους σε σχολικό συμβούλιο και ο ίδιος αναρωτιέται αν είναι βαρετός.

Ο εορτασμός των 40ών γενεθλίων του φίλου του και καθηγητή Ψυχολογίας, θα σταθεί η ευκαιρία να ανοιχτεί ο πρωταγωνιστής και μαζί με αυτόν να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Αυτό που προσωπικά με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν το πώς βλέπουμε έναν άνδρα να σπάει. Σπάει απροκάλυπτα, χωρίς οι συνθήκες να “ευνοούν” μια κάποια συγκάλυψη. Βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, σε ένα πολυτελές εστιατόριο, προκειμένου να γιορτάσει γενέθλια ενός καλού φίλου. Δεν συνηθίζουμε να βλέπουμε άνδρες να βουρκώνουν, να κλαίνε μπροστά σε άλλους άνδρες. Τη θεωρώ μια υπέροχη στιγμή. Επιτυγχάνεται ένα ρήγμα στα κοινωνικά ταμπού και ανοίγεται ένα παράθυρο στους άνδρες να καρπωθούν τα οφέλη της ευαλωτότητας· να αφεθούν και να αισθανθούν όλο το φάσμα των συναισθημάτων τους.

Η κρίση μέσης ηλικίας, η αμφισβήτηση της αυταξίας των τεσσάρων πρωταγωνιστών, αφήνουν μια χαραμάδα ανοιχτή για να εμφιλοχωρήσουν -ως είθισται- οι κακές συνήθειες. Μαζί με αυτές έρχονται οι δικαιολογίες, ο μανδύας με τον οποίο τις ντύνουμε για να ξεφύγουμε από τον έλεγχο της συνείδησης. Εν προκειμένω, μιλάμε για καθηγητές· αντλούν επιστημονικές έρευνες, παίρνουν παράδειγμα προσωπικότητες από την Πολιτική και τις Τέχνες, οι οποίες είχαν μια παραπάνω αδυναμία στο αλκοόλ και παρά ταύτα άλλαξαν τον ρου της ιστορίας και εξακολουθούν να επηρεάζουν τη σύγχρονη εποχή· κατ’ αυτό τον τρόπο όχι απλά ντύνουν τη ροπή τους προς τη (δια)φυγή, αλλά γίνονται οι καλύτεροι «ενδυματολόγοι», προκειμένου να κρυφτούν από τον εαυτό τους.

Κριτική: «Druk» του Τόμας Βίντερμπεργκ

Στην αρχική σεκάνς του εστιατορίου διατυπώνεται το κεντρικό κόνσεπτ της ταινίας, πάνω στις ράγες του οποίου κινείται η αμαξοστοιχία της πλοκής. Η τετραμελής παρέα εκπαιδευτικών επιλέγει να τεστάρει τη θεωρία ενός γνωστού Νορβηγού ψυχιάτρου σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος γεννιέται με μια έλλειψη αλκοόλ στο αίμα του της τάξεως του 0,5%, με αποτέλεσμα, για να λειτουργεί «ικανοποιητικά» να πρέπει να διατηρεί αυτό το επίπεδο συνεχώς. Το πείραμα ξεκινά· πρώτος στόχος που τίθεται είναι η «οινοποσία» να λαμβάνει χώρα πριν τις 8 το πρωί ή κατά τη διάρκεια των εργάσιμων ωρών αποκλειστικά και σε κάθε περίπτωση να μην υπερβαίνει το 0,5%. Τα θετικά αποτελέσματα δεν αργούν να έρθουν. Καλύτερες επιδόσεις στη δουλειά, το κέφι και η όρεξη ανεβαίνει, μπορούν να αντέξουν ξανά τους εαυτούς τους. Αναγνωρίζοντας τη θετική επίδραση, αναρωτιούνται τι άλλο θα συμβεί αν αυξήσουν και επεκτείνουν τη χρήση του αλκοόλ. Σε αυτή τη μετάβαση συνοδοιπόρο έχουν τη μουσική, ο Τσαϊκόφκσι και ο Σούμπερτ φωτίζουν τον παλμό της δραματικής σύγκρουσης.

Το θέμα, όμως, με τις κάθε είδους εξαρτήσεις (είτε πρόκειται για κατάχρηση απαγορευμένων ουσιών, είτε για τζόγο είτε για καταναλωτισμό είτε ακόμα για ορθορεξία ή άθληση σε εμμονικό βαθμό) είναι ότι άπαξ και τις ξεκινήσεις, αυτές πια χειρίζονται το πηδάλιο της ζωής σου. Πρέπει ο χαρακτήρας σου, το «τσαγανό» σου να φανούν πιο ανθεκτικά από αυτήν, προκειμένου να ανακτήσεις τον έλεγχο.

Οι τέσσερις πρωταγωνιστές μας, όμως, από τι υλικό είναι φτιαγμένοι;

Ο κεντρικός άξονας του έργου δεν είναι άλλος από την αλκοολική κουλτούρα διαχρονικά και σε οικουμενικό επίπεδο, χρησιμοποιώντας όμως ως σημείο αναφοράς στοιχεία του σκανδιναβικού τρόπου ζωής. Το μεγάλο πλεονέκτημα της ταινίας είναι ότι δεν αποπειράται να ηθικολογήσει με στείρο τρόπο πάνω στις συνέπειες της ακραίας κατανάλωσης του αλκοόλ. Ένα ποτήρι κρασί –ή και παραπάνω– μπορεί να είναι μια υπέροχη επιλογή, μια πράξη που μπορεί να μας δώσει ακόμα και αναγκαία ώθηση (βλ. συμβουλή στον άτολμο μαθητή πριν τις εξετάσεις), αρκεί να μην είναι η κινητήριος δύναμη της ζωής μας. Αυτό μοιάζει να θέλει να πει η ταινία μέσα από την ιδανική τελευταία πράξη της: Βλέποντας τη ζωή του να γίνεται συντρίμμια, ο Μάρτιν σταματά το πείραμα της κατανάλωσης ποτού. Όταν όμως η αποξενωμένη σύζυγός του παραδέχεται ότι εξακολουθεί να της λείπει και δέχεται να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία, κάτι μέσα του αλλάζει. Ο ίδιος βρίσκει τη σπίθα, το κουράγιο, τη θέληση για τη ζωή, και μόνο εφόσον έχει ανακτήσει αυτά τα θεμέλια αποδέχεται την «ώθηση» του ποτού για παραδοθεί σε έναν φρενήρη χορό, καταμεσής του γλεντιού αποφοίτησης των μαθητών του! Αντλώντας από μια ελπίδα, η οποία δεν μπορεί να βρεθεί στον πάτο του μπουκαλιού. Μια ελπίδα που μόνο η αγάπη, η τόλμη και το πάθος για ζωή μπορούν να εκθρέψουν.

Το φινάλε της ταινίας, δηλαδή η σκηνή του γλεντιού, θα πρέπει να λογίζεται ως η κορυφαία στιγμή της. Σε αυτή βλέπουμε τον χορό του Μαντς Μικελσεν, τον μετεωρισμό ενός παλαιού τζαζ χορευτή μπαλέτου και ταυτόχρονα ενός ανθρώπου που θέλει να εκτονώσει το χειμαρρώδες συναίσθημα και να ξορκίσει τα κακώς κείμενα, σωματοποιώντας όλη αυτή την παραζάλη της Ψυχής και του Νου. Πρέπει να είναι πολύ ανακουφιστικό, μια πραγματική Λύτρωση. Αυτό το ξόρκισμα, αυτή η τόνωση πριν το μεγάλο βήμα, πριν την επόμενη στροφή που θα αλλάξει τη ζωή του Μάρτιν, περνά τη σκηνή αυτή στο Πάνθεον των φιλμικών χορευτικών σεκάνς.

Τα συστατικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η ταινία σίγουρα έχουν μυρωδιά νικητή, όπως έχει αποδείξει η μέχρι τώρα πορεία της στα διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Ενδεικτικά αναφέρουμε το Φεστιβάλ του Λονδίνου, του Σαν Σεμπαστιάν, αλλά και την τελετή απονομής των 33ων Βραβείων της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, όπου το «Druk» αναδείχθηκε η μεγάλος νικητής αποσπώντας συνολικά τέσσερα βραβεία (σ.σ. ο Βίντερμπεργκ κέρδισε το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαίου Σκηνοθέτη και αυτό του Ευρωπαίου Σεναριογράφου μαζί με τον Τομπίας Λίντχολμ, ενώ ο Μίκελσεν απέσπασε το βραβείο του καλύτερου Ευρωπαίου Ηθοποιού). Επόμενη στάση, βραβεία Όσκαρ;

Βαθμολογία

Rating: 3.5 out of 5.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s