Στο «Mank», ο Ντέιβιντ Φίντσερ αποστασιοποιείται για πρώτη φορά από το κοινό του

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Εάν υπάρχει μια κοινή διαπίστωση που μπορεί να εξαχθεί από την πλειονότητα της φιλμογραφίας του Ντέιβιντ Φίντσερ («Se7en», «Fight Club»), είναι ότι αυτή απαρτίζεται από ιστορίες που ενθαρρύνουν ακαταμάχητα την ενεργό συμμετοχή όλων όσων τις παρακολουθούν. Αφηγηματική στιβαρότητα, υποβλητικό σασπένς και γριφώδης πλοκή είναι οι συνήθεις βάσεις πάνω στις οποίες ευδοκιμεί μια γενναία θεματολογία, δίνοντας έμφαση σε αρχέγονες ανθρώπινες παρορμήσεις (σ.σ. εκδίκηση, απληστία) και ξεδιπλώνοντας κοινωνικοπολιτικές προβληματικές που βάλλουν προς κάθε λογής κατεστημένο και αποδομούν το αμερικανικό όνειρο. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως η νιχιλιστική γραφή, ο σαρκαστικός και ειρωνικός κυνισμός και η εσχατολογική προσέγγιση, ανοίγουν τη δίοδο προς άβολες παραδοχές της εκ βάθους σκοτεινιάς του κόσμου μας και της ανθρώπινης ψυχής. Ακόμα και στα ελάχιστα «οσκαρικά δολώματα» τύπου «Μπέντζαμιν Μπάτον» (2008), εκεί όπου η φιντσερική κόλαση δίνει τη θέση της σε ένα ώριμο δράμα φαντασίας με λυρικούς τόνους και υπαρξιακές προεκτάσεις, ο Φίντσερ καλλιεργεί το κατάλληλο έδαφος ώστε το κοινό να εισέρχεται στη θέση των πρωταγωνιστών, να αναμειγνύεται με τα βιώματά τους και τελικά να οδηγείται σε ένα γόνιμο πεδίο φιλοσοφικής αναζήτησης. Εδώ που τα λέμε, μακάρι να ήταν εφάμιλλα καλές όλες οι «Oscar bait» ταινίες που βλέπουμε να βραβεύονται κατά καιρούς (βλ. «Green Book», 2018).

Μετά από αυτή τη μικρή εισαγωγή, ερχόμαστε στο προκείμενο: Τη νέα κινηματογραφική κυκλοφορία που φέρει την υπογραφή του 58χρονου Αμερικανού δημιουργού, μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας του Netflix. Ο λόγος για τη βιογραφική ταινία «Mank», η οποία σηματοδοτεί την εμφάνιση ενός Φίντσερ που είναι για πρώτη φορά αποστασιοποιημένος από το κοινό του. Απόμακρος και παγερός, σαν τον Μπομπ Ντίλαν σε ζωντανή συναυλία της ύστερης περιόδου του, με την οθόνη να μην είναι ο σύνδεσμος, αλλά το τείχος που διαχωρίζει και κρατά το έργο σε απόσταση «ασφαλείας» από τον θεατή. Κι από εκεί που βρίσκεται, ο τελευταίος μπορεί να το θαυμάσει, όχι όμως εύκολα να συνδεθεί μαζί του και να το αγαπήσει.

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΑΙΝΙΑΣ: Ο χρονικός πυρήνας των γεγονότων της ταινίας οριοθετείται ως επί το πλείστον μέσα στη δεκαετία του 1930. Ο αλκοολικός σεναριογράφος Χέρμαν Μάνκιεβιτς (Γκάρι Όλντμαν) προσλαμβάνεται από το «παιδί-θαύμα» -και μετέπειτα «μαύρο πρόβατο»- του Χόλιγουντ, Όρσον Γουέλς, για να ολοκληρώσει το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου του «Πολίτη Κέιν» («Citizen Kane», 1941). Η ταινία εστιάζει στα βιώματα του Μάνκιεβιτς που αποτέλεσαν εφαλτήριο για την ανάπτυξη του σεναρίου του κολοσσιαίου αριστουργήματος του Γουέλς και στις διαδικασίες που συνέβαλαν στο τελικό αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια της συγγραφής.

Για τις ανάγκες της ταινίας, ο Φίντσερ αξιοποιεί ένα σενάριο που έγραψε στα τέλη των ’90s ο εκλιπών πατέρας του, Τζακ (1930-2003). Ο πρωταγωνιστικός ρόλος ανατίθεται στον Γκάρι Όλντμαν, ένα σπουδαίο όνομα που ο Αμερικανός σκηνοθέτης είχε επιδιώξει να συνεργαστεί μαζί του στο παρελθόν (σ.σ. τον προόριζε για τον ρόλο του Μάικλ Ντάγκλας στο «The Game» του 1997). Εκτός από τον πρόσφατα βραβευμένο με Όσκαρ Άγγλο ηθοποιό, το καστ πλαισιώνουν μεταξύ άλλων η Αμάντα Σέιφριντ, η Λίλι Κόλινς και ο βετεράνος Τσαρλς Ντανς, ο οποίος ερμηνεύει τον ρόλο του διαβόητου μεγαλοεκδότη Γουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ· την κύρια πηγή έμπνευσης του Μάνκιεβιτς για τον «φανταστικό» κεντρικό χαρακτήρα της ταινίας του 1941, Τσαρλς Φόστερ Κέιν.

Το κουβάρι της πλοκής ξετυλίγεται γύρω από την προσπάθεια του σαραντάρη Μάνκιεβιτς να ολοκληρώσει εντός προθεσμίας 60 ημερών την αποστολή που του έχει αναθέσει ο Γουέλς. Όχι όμως παράλληλα με αυτήν. Ο Μανκ βρίσκεται στο στάδιο της ανάρρωσης από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα που τον έχει καθηλώσει στο κρεβάτι, με τον εργοδότη Γουέλς να έχει μεριμνήσει ώστε να του εξασφαλίσει απερίσπαστη εργασία σε μια απομονωμένη αγροτική τοποθεσία της Καλιφόρνια. Στο πλευρό του «ασθενούς» βρίσκεται η καλοσυνάτη γραμματέας του, Ρίτα Αλεξάντερ (Λίλι Κόλινς), η οποία εκτελεί και χρέη νοσοκόμας, επιφορτισμένη με το να το κρατήσει τον Μανκ συγκεντρωμένο στη δουλειά και μακριά από το ποτό. Η ορισθείσα περίοδος διαμονής του σεναριογράφου στο γραφικό ράντσο θα γίνει κόσκινο από τις ανάδρομες αφηγήσεις που παρεισφρέουν σε άτακτη χρονολογική σειρά, αναμοχλεύοντας κομβικά γεγονότα από επαγγελματικές αλληλεπιδράσεις στα σετ και τα γραφεία των στούντιο του Χόλιγουντ (σ.σ. συναντήσεις με συναδέλφους, παραγωγούς, ηθοποιούς και λοιπούς συντελεστές), αλλά και περιστατικά από κοινωνικές συναναστροφές που τον σημάδεψαν. Η επιλογή αυτή εξυπηρετεί τον σκοπό της επαναξιολόγησης της αμερικανικής βιομηχανίας ταινιών μέσα από την καυστική, αλλά κι ενίοτε νοσταλγική ματιά του συγγραφέα.

Η ταινία είναι ένας συνολικός φόρος τιμής στη «Golden Era», λαξεύοντας και ξαναζωντανεύοντας πάνω σε εντυπωσιακά σκηνικά την πρώιμη περίοδο εδραίωσης του μοντέλου των κινηματογραφικών στούντιο στην Αμερική. Για όποιον θεατή δεν είναι εξοικειωμένος με αυτό το κομμάτι ιστορίας, οι δυσκολίες προσαρμογής στο περιεχόμενο του έργου είναι δεδομένες. Το δίχως άλλο, η παρακολούθηση των πυκνογραμμένων διαλογικών τμημάτων του «Mank», με τη θεατρική εκφορά και την πλειάδα μελετημένων αναφορών στο παρασκήνιο της τότε βιομηχανίας, είναι μια πρόκληση για τους μη μυημένους. Σε αυτό συντελεί και το άκρως επεμβατικό μοντάζ, που αυξάνει -ορισμένες φορές αναίτια- τον ρυθμό σε σκηνές ακατάπαυστου διαλόγου, μετατρέποντάς τες σε απανωτά λεκτικά μπρα-ντε-φέρ. Είναι ίσως η τελική επιβεβαίωση ότι σε αυτή την ταινία, κύριο μέλημα του Φίντσερ δεν είναι το κοινό, αλλά το να υπηρετήσει χωρίς εκπτώσεις το όραμά του. Ακόμα και το φλέγον κίνητρο που ανακύπτει για τον πρωταγωνιστή, το οποίο δεν είναι άλλο από τον αγώνα να λάβει σεναριακό credit για το σημαντικότερο έργο της καριέρας του, είναι μια ανησυχία που μπορεί να συναισθανθεί περισσότερο ένας άνθρωπος του χώρου.

Μέσα από τις αναδιατεταγμένες μνήμες του Μάνκιεβιτς, περιηγούμαστε σε έναν κόσμο που διέρχεται από ζυμώσεις, οι οποίες μοιάζουν έτοιμες να οδηγήσουν στο κατώφλι ριζικών αλλαγών. Ακόμα και η φανταχτερή φάμπρικα του θεάματος δεν γλιτώνει από το ψαλίδι της «Μεγάλης Ύφεσης», που της καταφέρνει σημαντικές περικοπές και θέτει ζήτημα επιβίωσης για αρκετούς από τους εργαζομένους -κυρίως- πίσω από τις κάμερες. Φήμες θέλουν την εγχώρια βιομηχανία ταινιών και τηλεόρασης να μετακομίζει από το Λος Άντζελες στη Φλόριντα, ενώ η υποψηφιότητα του αριστερού Άπτον Σίνκλερ στις εκλογές για τον κυβερνήτη της Καλιφόρνια το 1934 προοιωνίζει μια ενδεχόμενη σοσιαλιστική μετάβαση.

Όμως όποια κι αν είναι η διατύπωση της εξίσωσης, ο αδίστακτος μηχανορράφος Χιρστ παραμένει πάντοτε η μεταβλητή που καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα. Ένα από τα όπλα -μαζικής καταστροφής- του τελευταίου σε αυτή την άνιση μάχη, είναι η ίδια η βιομηχανία του θεάματος, που τάσσεται στις υπηρεσίες του. Οι αλυσιδωτές αντιδράσεις στο πολιτικό σκηνικό φέρνουν όλες τις εξελίξεις προς το συμφέρον του Χιρστ. Εκτός λοιπόν από το αλλοτινό κάλλος, ο φόρος τιμής του Φίντσερ αναδεικνύει και την ισχύ του σινεμά ως μέσου προπαγάνδας, ενός εντυπωσιακού εργαλείου χειραγώγησης των μαζών για την προώθηση ατζεντών και ιδιοτελών σκοπών. Υπενθυμίζει ότι τα υποβλητικά προϊόντα του Χόλιγουντ δεν είναι μόνο ικανά να κατευνάζουν και να ψυχαγωγούν τις ασθμαίνουσες -από την οικονομική δυσπραγία- μάζες, αλλά και να υποσκάπτουν πολιτικούς αντιπάλους, υπηρετώντας τα συμφέροντα του Χιρστ, και του κάθε Χιρστ. Πάνω σε αυτό το τελευταίο: Εάν κάποιος επιχειρήσει να βρει σύγχρονα παραδείγματα για να καθορίσει το πώς επεκτείνεται ο συλλογισμός της ταινίας στη σημερινή εποχή, είναι βέβαιο ότι δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερες δυσκολίες.

Στο «Mank», ο Ντέιβιντ Φίντσερ αποστασιοποιείται για πρώτη φορά από το κοινό του

Ο Μανκ, με διάχυτη πικρία διαπιστώνει ότι η κατάληξη του παιχνιδιού είναι προσχεδιασμένη και εκείνος ένας απλός παρατηρητής. Αδύναμος, ουσιαστικά αμέτοχος, πλευρισμένος από τα πάθη στα οποία έχει παραδοθεί προκειμένου να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της δουλειάς του. Με την εγκατάσταση αυτής της αποπνικτικής διαπίστωσης στο μυαλό του Μανκ, μια καριέρα απολεσθέντων προοπτικών καταρρέει σαν χάρτινος πύργος περνώντας μπροστά από το πρίσμα των αναμνήσεών του. Είναι η στιγμή που ο ίδιος διαπιστώσει την πραγματική αξία του ημιτελούς έργου του, διαμέσου του οποίου καταγγέλλει όλα τα προαναφερθέντα κακώς κείμενα. Και αντιλαμβάνεται ότι αυτό το έργο-παρακαταθήκη πρέπει πάση θυσία να το πιστωθεί, γιατί μόνο έτσι έχει ελπίδα να δαμάσει τις ερινύες που τον καταδυναστεύουν.

Πολλά από τα αποσπάσματα των ανάδρομων αφηγήσεων του «Mank» διανθίζονται με ρητές προειδοποιήσεις προς τον πρωταγωνιστή προκειμένου να μην στοχοποιήσει τον πανίσχυρο μιντιάρχη Χιρστ (Τσαρλς Ντανς), ο οποίος υπονοείται εμμέσως πλην σαφώς στο σενάριό του «Πολίτη Κέιν». Πιο χαρακτηριστική, όντας ευγενική, ευάλωτη και παράλληλα αφοπλιστικά ειλικρινής και κατασταλλαγμένη στον λόγο της, είναι η νουθεσία της γοητευτικής ερωμένης του Χιρστ, Μάριον Ντέιβις (Αμάντα Σέιφριντ), η οποία έμελλε να συνδεθεί με τον -επίσης «φανταστικό»- χαρακτήρα της «ατάλαντης» Σούζαν Αλεξάντερ Κέιν στην επίμαχη ταινία του Γουέλς (σ.σ. με καταστροφικές συνέπειες για την καριέρα της).

Παρότι απέχει σημαντικά από το ηλικιακό φάσμα του χαρακτήρα που ερμηνεύει, ο 62χρονος Όλντμαν πιστοποιεί ότι είναι η σωστή επιλογή για τον κεντρικό ρόλο. Ερμηνεύει με αυτοπεποίθηση και πατά με σιγουριά, χωρίς εξεζητημένες ατσαλοσύνες πάνω στις όχι τόσο λεπτές αποχρώσεις μιας πνευματώδους, larger-than-life προσωπικότητας που ξεχώριζε για αρκετά χρόνια στους κόλπους της χολιγουντιανής κοινωνίας. Είναι ένας χαρακτήρας στον οποίο εύκολα θα μπορούσε να χαθεί το ερμηνευτικό μέτρο, όμως ο Όλντμαν καταφέρνει να συγκρατηθεί και να παίξει ακριβώς όσο χρειάζεται. Άριστη είναι και η Σέιφριντ στον ρόλο της Μάριον Ντέιβις, κουβαλώντας την ελκυστική αύρα, τη φινέτσα και την ευθραυστότητα μιας σταρ παλαιάς κοπής. Σταθερή αξία και ο αγαπημένος Τσαρλς Ντανς, ο οποίος αποδίδει τον main antagonist της ταινίας ως μια ατάραχη, αινιγματική παρουσία που υπονοεί την απειλή της και εμπνέει δέος χωρίς να ανεβάζει τους τόνους. Τέλος, άξιος αναφοράς και ο Τομ Μπερκ στη σύντομης διάρκειας ενσάρκωση του εκρηκτικού και άκρως ψαρωτικού Γουέλς, που ας μην ξεχνάμε ότι είναι η μοναδική φυσιογνωμία της ταινίας που είναι αναγνωρίσιμη -οπτικά και ηχητικά- στο σύγχρονο κοινό. Να σημειωθεί πάντως ότι η προσέγγιση του Φίντσερ συγκλίνει αρκετά προς τους ισχυρισμούς του Μανκ περί μη ουσιαστικής συμβολής του Γουέλς στο σενάριο του «Πολίτη Κέιν», παρότι σε μεταγενέστερες χρονολογίες έχουν καταγραφεί αξιόπιστες μαρτυρίες που δεν συνηγορούν σε αυτό.

Στο «Mank», ο Ντέιβιντ Φίντσερ αποστασιοποιείται για πρώτη φορά από το κοινό του

Η ταινία προσπαθεί να μην τυποποιηθεί ως ευθύς εικαστικός φόρος τιμής στη «χρυσή εποχή» του Χόλιγουντ. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι μαγευτική με έναν διαφορετικό, δικό της τρόπο. Ενστερνίζεται μεν κάποιες από τις επαναστατικές τεχνικές που καθιέρωσε κυρίως ο «Πολίτης Κέιν», όπως η σύνθεση πλάνων με βάθος πεδίου και οι χαμηλές γωνίες λήψης, όμως προσπαθεί να αποφύγει τα φωτογραφικά κλισέ των κλασικών φιλμ νουάρ. Χρησιμοποιεί, άλλωστε, ψηφιακές κάμερες σε σύγχρονη κινηματογραφική προβολή ευρείας εικόνας, προσθέτοντας μονάχα κάποια ψεύτικα εφέ γρατζουνιών και τα κλασικά «cigarette burns» (σ.σ. πάνω δεξιά στην οθόνη) για την απαραίτητη δόση βίντατζ αύρας. Όπως μεσουράνησε τις δεκαετίες του 1940 και του 1950, το νουάρ είδος ήταν έντονα επηρεασμένο απο τον γερμανικό εξπρεσιονισμό των ’20s, που διέπρεψε με τις πυκνές, αιχμηρές σκιές, τις παραμορφωμένες φιγούρες και τις έντονες αντιθέσεις μεταξύ των φωτεινών και των σκοτεινών περιοχών του κάδρου. Αυτά τα στοιχεία βοηθούσαν να διαφυλαχθεί και να διογκωθεί η μυστηριακή ατμόσφαιρα που ήταν κινητήριος δύναμη των noir. Το Mank δεν είναι μια ταινία μυστηριακής αύρας, για αυτό και το δίδυμο του Φίντσερ με τον διευθυντή φωτογραφία Έρικ Μέσερσμιτ δεν επιθυμεί να αφήσει τίποτα κρυμμένο κάτω από το καμουφλάζ των σκιών, φανερώνοντας όλες τις καλοδουλεμένες λεπτομέρειες σε εικόνες χωρίς «ακάθαρτα» μέρη (σ.σ. οι λεπτομέρειες είναι διακριτές ακόμα και όταν η φωτογραφία μοιάζει ομιχλώδης). Ο Γουέλς σίγουρα δεν θα συμφωνούσε. Για εκείνον, η κατάληψη μεγάλης έκτασης του κάδρου από βαθύ μαύρο υπονοούσε τη συνειδησιακή άβυσσο των χαρακτήρων του. Ούτως ή άλλως, ο «Πολίτης Κέιν» ΔΕΝ θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ποτέ ως νουάρ, ήταν όμως μια ταινία-γέφυρα ανάμεσα στο νεοσύστατο είδος και τις εξπρεσιονιστικές καταβολές του.

Συνοπτικά: Στη βιογραφική ταινία «Mank» έχουμε το πρώτο κρούσμα αμέλειας του Ντέιβιντ Φίντσερ προς τα αισθήματα του κοινού του, και το κατά πόσο αυτό έχει τα απαραίτητα μέσα ώστε να ταυτιστεί με την ιστορία. Ώρες ώρες, ο Αμερικανός είναι σαν να δημιουργεί κάτι όμορφο για τον εαυτό του, τορπιλίζοντας τις απανωτές απόπειρες του θεατή να ακολουθήσει τις διακεκομμένες και… ανακατεμένες γραμμές της πλοκής. Από την άλλη, η αναβίωση της «χρυσής εποχής» του Χόλιγουντ γίνεται με άψογο γούστο και προσοχή στη λεπτομέρεια, ενώ τα ασπρόμαυρα κάδρα της ταινίας είναι μικρά τεχνικά θαύματα, τιμώντας το σημείο αναφοράς χωρίς να παραπέμπουν ευθέως σε αυτό. Εφόσον λοιπόν κάποιος υπερβεί τα πιο φορτωμένα διαλογικά μέρη και δεν αποθαρρυνθεί από τη μη βατή δομή της αφήγησης, μόνο να κερδίσει έχει από αυτή την εμπειρία.

Διαβάστε περισσότερες λεπτομέρειες για τον «Πολίτη Κέιν» και την καριέρα του Όρσον Γουέλς

Βαθμολογία: 3,5/5

2 σκέψεις σχετικά με το “Στο «Mank», ο Ντέιβιντ Φίντσερ αποστασιοποιείται για πρώτη φορά από το κοινό του

    1. Για την ώρα θα την τοποθετούσα αρκετά πίσω από ταινίες όπως το Zodiac, το Seven, το Social Network και το Fight Club. Κάπου κοντά στο επίπεδο του The Game, με προοπτικές ανέλιξης. Είναι ένα πραγματικά γενναίο εγχείρημα, που σαφώς δεν υλοποιήθηκε για να κάνει γκελ στο ευρύτερο κοινό. Αξίζει να της δώσεις την ευκαιρία της.

      Ν.Γ.

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s