«Pierrot le Fou» (1965): Ένα road trip ιδεών διά χειρός Ζαν-Λικ Γκοντάρ

«Ένα πείραμα, μια προσπάθεια να αιχμαλωτίσω στο σελιλόιντ την ίδια την ουσία της ζωής»
— Ζαν-Λικ Γκοντάρ για το «Pierrot le Fou»

Υπόθεση: Εδώ και μερικά χρόνια, ο Φερντινάν (Ζαν Πολ Μπελμοντό) βρίσκεται εγκλωβισμένος σε έναν γάμο που τον βοήθησε στην κοινωνική του ανέλιξη, αλλά τον έχει βυθίσει στην ανία. Η τυχαία συνάντησή του με τη Μαριάν Ρενουάρ (Άννα Καρίνα), έναν παλιό του έρωτα, είναι η αφορμή που έψαχνε για να τα τινάξει όλα στον αέρα και να αποδράσει μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση, φτάνοντας μέχρι τον γαλλικό νότο.

Γράφει η Βίβιαν Μελικόκη

«Ο Τρελός Πιερό» («Pierrot le Fou») του Ζαν-Λικ Γκοντάρ είναι ο απόηχος που αφήνει ένα όνειρο το οποίο κυοφορεί ο υπερρεαλισμός. Ο μεγάλος Γάλλος σκηνοθέτης ποντάρει κυριολεκτικά και μεταφορικά φουλ στο κόκκινο. Κόκκινα αυτοκίνητα, κόκκινα φορέματα και χείλη, κόκκινα κεραμίδια, κόκκινη μπογιά αντί για αίμα (όπως στις αρχαίες τραγωδίες που απαγορευόταν να αναπαρασταθεί ένας φόνος πάνω στη σκηνή), ταχύτητες στο κόκκινο, πυροτεχνήματα που ακούγονται σαν μπουμπουνητά, αδρεναλίνη…

Για τους μη μυημένους στον πειραματισμό και τις αντισυμβατικές αντιλήψεις του Γκοντάρ, η αφήγηση μοιάζει να πάσχει από μια άναρχη διάσχιση προσωπικότητας. Από τη μία ξεκινά ξεκάθαρα, με μια στρωτή -θα λέγαμε- πλοκή και πλάνα σχεδόν καδραρισμένα με μοιρογνωμόνιο. Στο ίδιο κοφτό, clean cut μοτίβο, πλέκονται διάλογοι και ατάκες. Ο Γκοντάρ για ακόμα μια φορά δεν μετράει τα λόγια του και στηλιτεύει με αιχμηρό τρόπο τη σύγχρονη υλιστική εποχή, τη ματαιοδοξία, την έλλειψη επικοινωνίας, τον καταναλωτισμό των αστών, την ποπ κουλτούρα των οπισθίων («Από την Αθηναϊκή Δημοκρατία και την Αναγέννηση περάσαμε στον πολιτισμό του κώλου» κραυγάζει μελαγχολικά ο κεντρικός ήρωας Φερντινάν). Δεν χάνει ευκαιρία να παραθέσει θεματικά παρεμφερή -υπό μια έμμεση έννοια- αποσπάσματα για τον ξακουστό Ισπανό μπαρόκ ζωγράφο Ντιέγο Βελάθκεθ σαν εναλλακτικό υπότιτλο της ταινίας και cameo από τον αγαπημένο του σκηνοθέτη Σάμιουελ Φούλερ, στον οποίο αναθέτει το καθήκον να αποδώσει τον ορισμό του κινηματογράφου: «Είναι σαν ένα πεδίο μάχης· υπάρχει αγάπη, μίσος, δράση, βία, θάνατος. Με μία λέξη: Συναισθήματα!». Εκτός από τις επιρροές του, μοιράζεται μαζί μας και τις πιο μύχιες σκέψεις του, επιτρέποντας να κρυφοκοιτάξουμε κλεφτά στο ημερολόγιο με τον γραφικό χαρακτήρα του ιδίου του Γκοντάρ αυτοπροσώπως: «Να μην γράψω για τις ζωές των ανθρώπων, αλλά μόνο για τη ζωή – τη ζωή την ίδια. Για ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους: Τον χώρο, τον ήχο, το χρώμα. Θα ήθελα να το καταφέρω. Ο [Τζέιμς] Τζόις προσπάθησε, αλλά πρέπει να είναι πιθανό να γίνει καλύτερα».

Από την άλλη όμως, ο αυτοσχεδιασμός και η νεωτερική γραφή του Γκοντάρ παραφυλάνε στη γωνία και μας επιφυλάσσουν μια γεύση παράδοξου μέσω ηθελημένων εναλλαγών των κινηματογραφικών ειδών. Κάπου εκεί, ένα κλασικό ρομάντζο μετατρέπεται σε ταινία καταδίωξης και road movie με προορισμό τον γαλλικό νότο και εκεί πάλι «φτου και απ’ την αρχή». Το love story θα μετενσαρκωθεί σε ένα ασαφές θρίλερ, κατόπιν της ρητής προσταγής της γλυκιάς Μαριάν: «Σιχάθηκα τη θάλασσα, τον ήλιο, την άμμο! Σιχάθηκα να τρώω από κονσέρβες! Σιχάθηκα να φοράω συνέχεια το ίδιο φόρεμα! Θέλω να φύγω από εδώ. Θέλω να ζήσω. Έλα. Παίξαμε αρκετά σαν σε νουβέλα του Ιουλίου Βερν. Ας επιστρέψουμε στο αστυνομικό μας μυθιστόρημα, με τα γρήγορα αυτοκίνητα, τα όπλα και τα night clubs» αναφωνεί, ταρακουνώντας τον νωχελικό στοχαστή Φερντινάν, ο οποίος της έχει θέσει ως απαράβατο όρο να αγοράζει 1 δισκάκι μουσικής ανά 50 βιβλία! Ανακινώντας, θα έλεγε κανείς, μπρος στα μάτια μας τις αρχετυπικές ασυμβατότητες των δύο φύλων.

Πόσες φορές, το προηγούμενο διάστημα αυτής της αλλοπρόσαλλης χρονιάς, δεν βρεθήκαμε στη θέση της Μαριάν, τραγουδώντας επαναλαμβανόμενα με τρόπο σχεδόν αυτιστικό, σαν άλλα κακομαθημένα 5χρονα: «Τι μπορώ να κάνω; Δεν έχω τίποτα να κάνω!». Πόσες φορές ενδεχομένως να βρεθούμε στην ίδια θέση; Κανείς δεν ξέρει!

Για αυτό ας οπλιστούμε με υπομονή, ας αντισταθούμε στη ροπή μας για δράματα ως άλλοι-ες drama queens, ας εφοδιαστούμε με διάθεση για αναστοχασμό και φυσικά με όρεξη να πλανηθούμε στο χώρο του κινηματογράφου, των έντονων χρωμάτων και των συναισθημάτων!

Άλλωστε ας το παραδεχτούμε· Η Ζωή σίγουρα είναι πιο ανάλαφρη, βλέποντάς την ως κωμικά παράδοξη, μέχρι να γίνουμε πάλι ήλιος και θάλασσα. Μετρώντας αντίστροφα για ένα ακόμη ολικό lockdown, αφήστε τον «Τρελό Πιερό» να σας ταξιδέψει σε έναν ορίζοντα αναπάντητων ερωτημάτων, πολύ μακρύτερα από τα νοητά όριά σας.

Βαθμολογία: 4,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s