«Borat 2»: Η αντικουλτούρα επιστρέφει ως νέα νόρμα

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Δεκατέσσερα χρόνια μετά την εκτόξευση του ιδιόρρυθμου Καζάχου ρεπόρτερ Μπόρατ Σαγκντίγιεφ στο πάνθεον της ποπ κουλτούρας, ο Βρετανός κωμικός Σάσα Μπάρον Κοέν επαναφέρει στο προσκήνιο τη δημοφιλή -όσο και αμφιλεγόμενη- περσόνα που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά του αμερικανικού συντηρητισμού. Διαθέσιμο εδώ και δέκα ημέρες στη συνδρομητική υπηρεσία Amazon Prime, το σίκουελ του κωμικού mockumentary «Borat» (2006), τιτλοφορούμενο «Borat Subsequent Moviefilm», κατέφθασε με προφανές τάιμινγκ (σ.σ. οι σημερινές προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ) και αποστολή να φέρει σε δυσμενή θέση τους Ρεπουμπλικανούς θιασώτες της ακροδεξιάς αμερικανικής μισαλλοδοξίας. Μόνο που σήμερα, αυτό δεν ξαφνιάζει στον ίδιο βαθμό όσους παρακολουθούν το θέαμα από την οθόνη.

Πάμε στα της υπόθεσης. Όπως διαπιστώνουμε με το καλημέρα, οι ημέρες δόξας για τον γραφικό παρουσιαστή από το Καζακστάν ανήκουν στο μακρινό παρελθόν. Το φιλόδοξο ντοκιμαντέρ, για τις ανάγκες του οποίου είχε κληθεί να ταξιδέψει στις ΗΠΑ πριν από σχεδόν μία δεκαπενταετία, έβλαψε ανεπανόρθωτα τη διεθνή εικόνα της χώρας του, μετατρέποντας τον ίδιο σε ανεπιθύμητη φιγούρα για το καθεστώς, την οικογένεια και τους συγχωριανούς του. Τον συναντάμε ατημέλητο και ταλαιπωρημένο σε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, όπου εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης. Το αστέρι του μοιάζει να έχει δύσει οριστικά, ώσπου, εντελώς ανέλπιστα, ο αυταρχικός Καζάχος πρόεδρος Νουρσουλτάν Ναζαρμπάγεφ (σ.σ. την κινηματογραφική εκδοχή του -απελθόντα το 2019- ηγέτη της πρώην σοβιετικής χώρας ερμηνεύει ο Ρουμάνος ηθοποιός Ντάνι Ποπέσκου) αποφασίζει να του αναθέσει μια νέα αποστολή που μπορεί να τον εξιλεώσει στα μάτια όλων: Να δωροδοκήσει τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Μαικ Πενς, και να κερδίσει ξανά την εύνοια της «σπουδαιότερης χώρας στον κόσμο», κομίζοντάς πεσκέσι μια… μαϊμού-πορνοστάρ που κατέχει το αξίωμα του υπουργού Πολιτισμού του Καζακστάν! Στην πορεία, ο υποψήφιος παραλήπτης θα αλλάξει, ενώ τη θέση του εκλιπόντος πιθήκου θα πάρει η 15χρονη κόρη του Μπόρατ, Τουτάρ (σ.σ. την υποδύεται η 24χρονη Βουλγάρα ηθοποιός Μαρία Μπακάλοβα σε μια ερμηνεία-αποκάλυψη). Η τελευταία έχει ακολουθήσει τον πατέρα της στις ΗΠΑ παρά τη θέλησή του· εκείνος αρχικά τη διώχνει, αλλά τελικά οι αντιστάσεις του κάμπτονται όταν αντιλαμβάνεται ότι η μικρή αποτελεί το τελευταίο του χαρτί στην προσπάθεια να σώσει την υπόληψη του Καζακστάν και να λυτρωθεί.

Μια καινούργια παράμετρος που εισάγει το σίκουελ είναι η αναγνωρισιμότητα του εκκεντρικού ρεπόρτερ, ο οποίος είναι πλέον ξακουστός σε όλη την οικουμένη εξαιτίας του περιβόητου ντοκιμαντέρ που τον έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με την αμερικανική «κουλτούρα». Εξού, αναγκάζεται να σκαρφιστεί τρόπους ώστε να ξεπεράσει αυτό τον περιορισμό και να εισχωρήσει απαρατήρητος μαζί με την κόρη του στους κύκλους των συντηρητικών «ελίτ» του Νότου. Απώτερος στόχος, να δημιουργήσει το κατάλληλο υπόβαθρο ώστε να προσεγγίσει αποτελεσματικά τους υψηλά ιστάμενους στόχους όπου σκοπεύει να την παραδώσει. Στα μάτια του ένθερμου αντισημίτη Μπόρατ, η κορασίδα δεν λογίζεται ως τίποτα παραπάνω από άψυχο περιουσιακό στοιχείο, πάνω στο οποίο ο ίδιος έχει απόλυτη εξουσία. Ακόμα και κατά τα πρώτα στάδια του ταξιδιού, οι συνθήκες διαβίωσής της νεαράς περισσότερο θυμίζουν κακοποιημένο οικόσιτο ζώο, διαβιώντας φυλακισμένη σε κλουβιά και κυκλοφορώντας στον δρόμο με λουρί. Όταν ξεκινά ο μαραθώνιος καλλωπισμού και εξευγενισμού της προκειμένου να ανταποκρίνεται στα δυτικά πρότυπα θηλυκότητας που αρμόζουν σε μια γυναίκα-έπαθλο, αντιλαμβανόμαστε ότι έχει έρθει η στιγμή να «προβιβαστεί» σε έναν άλλο «κλώβο», δυτικών διαστάσεων αυτή τη φορά. Γιατί στον «προηγμένο» κόσμο που ζούμε, καλά κρατούν οι αντιλήψεις που θέλουν τη γυναίκα να είναι χρηστική μόνο ως σκεύος ηδονής ή ως αξεσουάρ-μπιμπελό που πλαισιώνει την κοινωνική εικόνα του άνδρα. Η δεύτερη νέα παράμετρος, είναι η ίδια η Μπακάλοβα, που επιδεικνύει ερμηνευτικό τσαμπουκά και βρίσκεται στο κέντρο των πιο κομβικών στιγμών, τόσο όσον αφορά το χιούμορ όσο και τη συναισθηματική κλιμάκωση της σχέσης πατέρα-κόρης (ναι, υπάρχει και αυτή η πτυχή).

Στο πλαίσιο της περιπλάνησης στις ΗΠΑ, το δίδυμο Μπόρατ-Τουτάρ στήνει ένα ντόμινο από παγίδες σε ανυποψίαστους τιμητές των έμφυλων προκαταλήψεων και ανισοτήτων. Μπροστά από τον φακό παρελαύνουν πάστορες που τάσσονται ανοιχτά κατά της άμβλωσης ακόμα κι αν η κύηση είναι αποτέλεσμα παιδοφιλίας (και αιμομιξίας), πλαστικοί χειρουργοί που δηλώνουν ευθαρσώς ότι θα ρίχνονταν σε ένα 15χρονο κορίτσι, και -το χειρότερο- διάφοροι άλλοι, απλοί, καθημερινοί άνθρωποι του μόχθου που δεν συγκινούνται μπροστά στο θέαμα ενός πατέρα-σύγχρονου δουλέμπορου. Ανάμεσα στα ανυποψίαστα θύματα περιλαμβάνονται και οι συμμετέχοντες σε έναν γκλαμουράτο χορό των debutantes (σ.σ. εκδήλωση όπου νεαρές γυναίκες προνομιούχων τάξεων -συνοδεία συγγενών ή φίλων- πραγματοποιούν «αρμόζουσες» γνωριμίες με αντιστοίχως επιφανείς γαμπρούς), με τους δυο πρωταγωνιστές να τους επιφυλάσσουν το πιο ξεκαρδιστικό νούμερο που παρακολουθήσαμε στα 95 λεπτά διάρκειας του έργου.

«Borat 2»: Η αντικουλτούρα επιστρέφει ως νέα νόρμα

Από την άλλη, υπάρχουν και οι σκληροπυρηνικοί εθνικιστές, μαζί με τους αγαθιάρηδες «ψεκασμένους» των θεωριών συνωμοσίας. Για εκείνους, ο Κοέν επιφυλάσσει ειδική «περιποίηση». Τους στήνει καρτέρι σε ασφυκτικά γεμάτες προεκλογικές εκδηλώσεις -των Ρεπουμπλικανών φυσικά!- ή γίνεται ένα μαζί τους σε περιθωριακά ακροδεξιά φεστιβάλ, τους επισκέπτεται στα σπίτια τους και συμβιώνει μαζί τους. Χρησιμοποιεί την κλασική πλέον συνταγή της πρώτης ταινίας, ενσαρκώνοντας την καρικατούρα-προβολή των στερεοτύπων του Αμερικανικού Νότου για τους «απολίτιστους ξένους». Σαν άλλος Δούρειος Ίππος, εισέρχεται τεχνηέντως στους κόλπους τους και αποσπά τη συμπάθεια χάρη στη ρητορική του ρατσιστικού μίσους και των fake news που με περισσή αφέλεια εκφέρει. Ο εβραϊκής καταγωγής Κοέν απολαμβάνει να δίνει σάρκα και οστά σε έναν Ανατολικοευρωπαίο ρατσιστή, αφήνοντας την αντιφατική φύση του διπόλου ηθοποιού-περσόνας να εδραιωθεί μέσα από το χιούμορ του. Νομιμοποιεί τις πιο ένοχες σκέψεις των μισαλλόδοξων και των παραπλανημένων, τους κάνει να αισθανθούν οικεία μαζί του, και σε ανύποπτο χρόνο τους παρασύρει ώστε να ανοιχτούν. Και τότε είναι που το «Borat Subsequent Moviefilm» θριαμβεύει, απαθανατίζοντάς τους στις πιο ντροπιαστικές στιγμές τους.

Ένα πραγματικό λαβράκι που βγάζει ο Κοέν, και που σίγουρα θα ζήλευαν ακόμα και οι πιο δραστήριοι σκανδαλοθηρικοί ρεπόρτερ, είναι η παγίδα που στήνεται στον ξακουστό πρώην δήμαρχο της Νέας Υόρκης, Ρούντι Τζουλιάνι, και νυν δικηγόρο του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Αρκεί να πούμε ότι (SPOILER ALERT!) ο 76χρονος συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω σε ένα διόλου κολακευτικό ενσταντανέ με τα χέρια μέσα από το εσώρουχο του παντελονιού του, σε ένα απομονωμένο δωμάτιο ξενοδοχείου δίπλα στην υποτιθέμενη 15χρονη κόρη του Μπόρατ! Ό,τι κι αν ειπωθεί για την υπόλοιπη παραγωγή, η ενορχήστρωση και η κλιμάκωση της φάρσας που υπέστη το δεξί χέρι του Αμερικανού ηγέτη (και δεν είναι από εκείνες τις φάρσες που στήθηκαν για να βγάλουν γέλιο, αλλά για να προκαλέσουν αμηχανία) είναι ένα παμπόνηρο και άψογα εκτελεσμένο ζογκλερικό της ταινίας που ξεσηκώνει γνήσιο αίσθημα σοκ.

Κατά τα άλλα, εν έτει 2020, η «μαιευτική» μέθοδος του Κοέν διαμέσου του δαιμόνιου Καζάχου δημοσιογράφου δεν ισοδυναμεί με ανακάλυψη της πυρίτιδας. Η φόρμουλα της πρώτης ταινίας είναι πλέον γνωστή, και πολλοί θα συμφωνήσουν ότι το σίκουελ βγάζει λιγότερο γέλιο σε σχέση με το πρωτότυπο. Δεν μοιάζει απλά, αλλά είναι μια άτυπη διαφήμιση για την καμπάνια του Δημοκρατικού υποψηφίου Τζο Μπάιντεν, ουσιαστικά έχοντας ως πρώτο μέλημα να δυσφημίσει το αντίπαλο στρατόπεδο. Και εκεί είναι που το χιούμορ περνά σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με την ταινία του 2006. ΟΧΙ ότι ο Τραμπ και οι ακόλουθοί του δεν αξίζουν αυτή τη μεταχείριση, τουναντίον τις περισσότερες φορές πηγαίνουν γυρεύοντας. Όμως είναι διαφορετικό πράγμα να ρεζιλεύεις ολομόναχος τους εκπροσώπους του συντηρητισμού στα 2006, όταν η έκβαση του ανηλεούς πολέμου αξιών στις ΗΠΑ ήταν αμφίρροπη και οι θρησκόληπτες αντιλήψεις είχαν την ισχύ να καπελώνουν μειονότητες όπως η ΛΟΑΤ Κοινότητα, και διαφορετικό να το πράττεις τώρα με τις πλάτες μιας ολόκληρης βιομηχανίας. Σήμερα, με τον φιλελεύθερο προοδευτισμό επιτέλους να έχει το απαιτούμενο έρεισμα στις αστικές μάζες (κινήματα #MeToo, Black Lives Matter κ.λπ.), ένα κυρίαρχο κομμάτι του Χόλιγουντ και των αμερικανικών ΜΜΕ είναι εδώ για να θίξει με συνέπεια τα κακώς κείμενα της διοίκησης Τραμπ και του άκριτου/άκρατου συντηρητισμού που συνεχίζει να ευδοκιμεί σε ένα ανησυχητικά ευρύ φάσμα της κοινωνίας. Ο Κοέν ουσιαστικά πατά πάνω σε αυτό για να κάνει τη γενίκευσή του· χρησιμοποιεί δηλαδή τα κακώς κείμενα μιας ολόκληρης κοινωνίας ως εφαλτήριο για επίθεση στον Τραμπ. Όμως ο Τραμπ είναι απλά το αποτέλεσμα, και όχι η ρίζα του προβλήματος.

Ανεξάρτητα από την προβληματική της, η οποία σηκώνει αρκετή κουβέντα, η ταινία διαθέτει τις απαιτούμενες κλιμακώσεις τόσο ως προς το χιούμορ όσο και ως προς τα μηνύματα που θέλει να περάσει. Κι όσο κι αν ο υπογράφων δεν κάνει τρελό κέφι το απλοποιημένο σκεπτικό της απροκάλυπτης στράτευσής της, οφείλω να της αναγνωρίσω την επιτυχία να ενώσει τα κομμάτια της φάρσας με μαγιά τη μυθοπλασία, εντάσσοντας ευφάνταστα στο κάδρο τη συγκυρία της υγειονομικής κρίσης. Χωρίς μάλιστα αυτό το κόνσεπτ, που παρουσιάζεται υπό τη μορφή plot twist στο φινάλε (SPOILER ALERT: ο Μπόρατ ως «ασθενής μηδέν» της πανδημίας COVID-19), να λειτουργεί προσχηματικά ή έξω από το γενικότερο σκεπτικό του έργου.

Ας συνοψίσουμε λοιπόν, με μια απαραίτητη όσο και κατατοπιστική σύγκριση μεταξύ πρωτότυπου και σίκουελ: Ο αχαλίνωτα αυθάδης «Borat» του 2006, ήταν ένα παράτολμο στοίχημα που η κοινωνία -θεωρητικά- δεν ήταν έτοιμη να υποδεχτεί. Τελικά, η προκλητικότητα των μεθόδων της, στάθηκε ικανός κράχτης ώστε να στρέψει όλα τα βλέμματα πάνω στις εικόνες από τη γυμνή σαπίλα του -ακόμη ευυπόληπτου τότε- συντηρητισμού που είχε εξαρχής σκοπό να κατονομάσει. Η έλευσή της, μέσα από το μετερίζι της πολιτικά μη ορθής αντικουλτούρας, ήταν ένα αδιαμφισβήτητο σοκ σε όλα τα επίπεδα. Το σίκουελ του 2020, με σαφώς πιο στρατευμένη πένα και σκοπιμότητα μπρος στη συγκυρία της εκλογικής αναμέτρησης Τραμπ-Μπάιντεν, κατατάσσεται αυτομάτως στα προϊόντα μιας νέας, κυρίαρχης καλλιτεχνικής νόρμας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το «Borat Subsequent Moviefilm» δεν είναι ανά διαστήματα απολαυστικό, τόσο χάρη στις ερμηνείες του πρωταγωνιστικού διδύμου όσο και μέσα από τα πονηρά σκαρώματα που δίνουν ξανά τροφή για σχολιασμό πάνω στις κοινωνικές παθογένειες της Αμερικής.

Βαθμολογία: 3/5

2 σκέψεις σχετικά με το “«Borat 2»: Η αντικουλτούρα επιστρέφει ως νέα νόρμα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s