«Breathless» (1960): Ο Γκοντάρ υπογράφει τον μεγαλύτερο θρίαμβο του ριζοσπαστικού σινεμά

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Το Γαλλικό Νέο Κύμα, ή αλλιώς νουβέλ βαγκ, πήρε σάρκα και οστά στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν πέντε σινεφίλ-κριτικοί του εμβληματικού περιοδικού «Cahiers du Cinema» αποφάσισαν να εναντιωθούν στον συντηρητικό, εμπορικό δρόμο που είχε πάρει ο γαλλικός κινηματογράφος. Προασπίζοντας την ανάγκη για καλλιτεχνικό πειραματισμό και λειτουργία έξω από πεπαλαιωμένες φόρμες, οι Φρανσουά Τριφό, Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Ερίκ Ρομέρ, Ζακ Ριβέτ και Κλοντ Σαμπρόλ προέβησαν σε μια τολμηρή μετάβαση, αναλαμβάνοντας σκηνοθετικά καθήκοντα για να θεμελιώσουν οι ίδιοι τη ριζοσπαστική νέα τάση. Η αντισυμβατική αφηγηματική, εικαστική και τεχνική προσέγγισή τους θα διαχώριζε το μέσο από άλλες μορφές τέχνης όπως η λογοτεχνία, χαρίζοντάς του αυτόφωτη λάμψη.

Όλα ξεκίνησαν με την παρουσία των «400 Χτυπημάτων» («The 400 Blows») του Τρυφό και του «Χιροσίμα, Aγάπη μου» («Hiroshima Mon Amour») του Ρενέ στο διαγωνιστικό σκέλος του Φεστιβάλ των Καννών το 1959, όπου το πρώτο τιμήθηκε με το βραβείο σκηνοθεσίας. Έναν χρόνο αργότερα ακολούθησε το ντεμπούτο του Γκοντάρ, ονόματι «Breathless» («Με Κομμένη την Ανάσα»). Η εμπορική επιτυχία ήταν μνημειώδης (σ.σ. φημολογείται ότι τα έσοδα ήταν πενηνταπλάσια του προϋπολογισμού της ταινίας) απογειώνοντας το επαναστατικό κινηματογραφικό κίνημα που θα μεσουρανούσε μέσα στη δεκαετία του 1960.

ΥΠΟΘΕΣΗ: Ένας μικροκακοποιός κλέβει ένα αυτοκίνητο, καταδιώκεται από τις αρχές και ενεργώντας παρορμητικά δολοφονεί έναν αστυνομικό. Καταζητούμενος, επανασυνδέεται στο Παρίσι με μια Αμερικανίδα φοιτήτρια δημοσιογραφίας και προσπαθεί να την πείσει να διαφύγουν μαζί στην Ιταλία. Το σενάριο βασίστηκε σε μια ιδέα του Τριφό (σ.σ. ο άνθρωπος που είχε γράψει την άτυπη διακήρυξη της νουβέλ βαγκ), ο οποίος είχε διαβάσει ένα παρεμφερές άρθρο σε εφημερίδα της εποχής. Εξού και ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας Μισέλ Πουακάρ (Ζαν Πολ Μπελμοντό) βασίζεται σε πραγματικό πρόσωπο, ονόματι Μισέλ Πορτιέ και την Αμερικανίδα δημοσιογράφο -και σύντροφό του- Μπέβερλι Λινέτ. Τον Νοέμβριο του 1952, ο Πορτιέ είχε κλέψει ένα αυτοκίνητο για να επισκεφτεί την άρρωστη μητέρα του στη Χάβρη και κατέληξε να σκοτώσει έναν αστυνομικό που επέβαινε σε μοτοσυκλέτα.

Το «Με Κομμένη την Ανάσα» (γαλλ. τίτλος: «À bout de souffle») συνιστά την ταινία που μας δίνει τον πιο σαφή ορισμό του τι είναι η νουβέλ βαγκ. Ο δεξιοτέχνης κινηματογραφιστής και επί χρόνια συνεργάτης του Γκοντάρ, Ραούλ Κουτάρ, φιλμογραφεί κρατώντας την κάμερα στο χέρι ή στερεωμένη σε καρότσια σούπερ μάρκετ, αλλά πάντοτε σε κίνηση, και χρησιμοποιεί μόνο φυσικό φωτισμό. Το ρηξικέλευθo μοντάζ, για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερη μνεία παρακάτω, δίνει πρωτόγνωρο τόνο και αλλάζει ριζικά τον τρόπο παρακολούθησης της ταινίας από τον θεατή. Η ατμόσφαιρα σφύζει αυθορμητισμό, εν μέρει επειδή το συνεργείο δεν έχει εξασφαλίσει κάποια άδεια για τα γυρίσματα στους παραλιακούς δρόμους και τις πολυσύχναστες λεωφόρους του Παρισιού. Αλλά κυρίως, επειδή η διάθεση στους διαλόγους είναι αυτοσχεδιαστική. Ακόμα και το γράψιμό τους γίνεται on the spot, κατά τη διάρκεια των προβών στα γυρίσματα. Μια ταινία-ζωντανός οργανισμός.

Η δομή των διαλόγων και ο όγκος πληροφορίας που αυτοί κουβαλούν δεν προσανατολίζεται σχεδόν καθόλου στην προώθηση της πλοκής, αλλά στην ανάδειξη των χαρακτήρων του πρωταγωνιστικού ζευγαριού, αναπαράγοντας υπαρξιακές αγωνίες και φιλοσοφικές αναζητήσεις. Στα ξεκινήματα μιας μεγάλης καριέρας, ο Ζαν Πολ Μπελμοντό υποδύεται τον πρωταγωνιστή Μισέλ με ανεπιτήδευτη άνεση, σε έναν από τους εμβληματικούς ρόλους που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους κορυφαίους Γάλλους σταρ όλων των εποχών. Απέναντί του, η επίσης φρέσκια Τζιν Σίμπεργκ ερμηνεύει τον ρόλο της Πατρίτσια, της τσαχπίνας νεαρής Αμερικανίδας που πουλά φύλλα της Χεράλντ Τριμπιούν στα Ιλίσια πεδία και με την οποία ο Μισέλ είχε ερωτικό παρελθόν. Η κοντομαλλούσα αιθέρια ύπαρξη αρχικά φυγαδεύει τον δράστη της δολοφονίας, όμως όσο κι αν αυτός προσπαθεί να την χειραγωγήσει ώστε να τον ακολουθήσει στο φευγιό του, εκείνη τελικά τον «προδίδει». Το τηλεφώνημά της στην αστυνομία, όπου «καρφώνει» το κρησφύγετο του Μισέλ, όπως και η αποκάλυψη της αλήθειας στον ίδιο για τις ενέργειές της, είναι μια σπασμωδική αντίδραση ενάντια στο πρόσωπο που την καταδυναστεύει· και ταυτόχρονα μια ύστατη προειδοποίηση.

Πριν όμως από τη δυσάρεστη τροπή που παίρνουν τα πράγματα για τον Μισέλ, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τη μποέμ γοητεία του ζευγαριού σε όλο της το μεγαλείο. Ο Γάλλος φυγάς είναι ένα τσογλάνι που ζει αχαλίνωτα την κάθε στιγμή, επηρεασμένος από τους larger than life αντιήρωες των Χολιγουντιανών φιλμ νουάρ του ’40. Όταν τον βλέπουμε να εξασκεί τη μιμητική συμπεριφορά του συμπεριφορά (σ.σ. το αισθησιακό πέρασμα του αντίχειρα πάνω από τα χείλη), ή ακόμα περισσότερο να ατενίζει με θαυμασμό μια αφίσα του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, δεν παραξενευόμαστε καθόλου· ο αείμνηστος Αμερικανός ηθοποιός έπαιζε στα δάχτυλα τον τύπο χαρακτήρα που λανσάρει ο Μισέλ. Ο πρωταγωνιστής μπλέκεται σε γκανγκστερικά παιχνίδια που σαν συλλήψεις παραπέμπουν στη «Χρυσή Εποχή του Χόλιγουντ», μα στην εκτέλεση διαφοροποιούνται και αποδομούν ανανεωτικά τον χολιγουντιανό μύθο. Σε κάθε περίπτωση, στέκεται ως ο ιδανικός εκφραστής του πεσιμισμού μιας κυνικής διάνοιας όπως ο Γκοντάρ· περιεργάζεται τον κόσμο με την ίδια δίψα που ο δημιουργός του περιεργάζεται τις εικόνες που αιχμαλωτίζει ο φακός. Επιπλέον, εκφράζει τη «νουβέλ βαγκ» ανάγκη για καλλιτεχνική αυθυπαρξία και απελευθέρωση από τα καταπιεστικά στούντιο παραγωγής. Η μοίρα του είναι μια μοίρα αναπόφευκτη για έναν χαρακτήρα τόσο ασυμβίβαστο, τόσο ανήμπορο να μπει σε καλούπια…

Αναρχικό πνεύμα και τέχνη μακριά από ψευδαισθήσεις

Υπάρχουν κάποιες ταινίες, κυρίως εξπρεσιονιστικές, όπου είθισται να λέγεται ότι τα σκηνικά έχουν μερίδιο στην υποκριτική, δηλαδή «παίζουν», εκπέμπουν συναισθήματα σαν παρουσίες ή μπλέκονται με τις κινήσεις των ηθοποιών. Εδώ, ένας τέτοιος κεντρικός ρόλος έξω από τα καθιερωμένα μπορεί να αποδοθεί στο ευρηματικό μοντάζ, που με απότομα, εντελώς απροσδόκητα jump cuts υποβάλλει έναν φρενήρη ρυθμό. Το θέαμα σίγουρα εξέπληξε το κοινό της εποχής και μαγεύει μέχρι σήμερα εμάς. Κάποιες εκούσιες ανακολουθίες στο ρακόρ σύνδεσης των πλάνων επιβεβαιώνουν την παρουσία του μοντάζ ως καθρεφτίσματος του αναρχικού πνεύματος που αποπνέει η ταινία. Τα χωροχρονικά άλματα ανατρέπουν την αίσθηση του χώρου και του χρόνου, διαρρηγνύοντας αυτό που ο θεατής θα μπορούσε να εκλάβει ως ρεαλιστική, γραμμική αφήγηση. Είναι λες και ο Γκοντάρ ξεκαθαρίζει σαφώς και αμετακλήτως ότι αυτό που παρακολουθούμε αρχίζει και τελειώνει εντός των ορίων της ελλειπτικής του αφήγησης. Τα απότομα ψαλιδίσματα και τα άλματα από εικόνα σε εικόνα καταρρίπτουν, αντί να συντηρούν την ψευδαίσθηση της δικής μας πραγματικότητας. Η τέχνη αυτή ζει περιπετειωδώς, σαν τον ανένταχτο πρωταγωνιστικό χαρακτήρα της ταινίας, και ο Γκοντάρ αποτίει φόρο τιμής στη Χρυσή εποχή του Χόλιγουντ… σπάζοντας τους κανόνες της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης.

Η αίσθηση του χώρου ανατρέπεται, αλλά δεν χάνεται. Απλά περνάει σε μια νέα διάσταση. Σε κάποιες σκηνές, το δίδυμο των μοντέρ (σ.σ. Σεσίλ Ντεκουζί, Λίλα Χέρμαν) καταφέρνει να συρράψει με -γεωμετρικά- εύσχημο τρόπο πλειάδα οπτικών γωνιών και εμπνευσμένα τράβελινγκ του φακού που πρόσκαιρα καλλιεργούν μια αίσθηση περίγυρου και χρονικής αλληλουχίας. Υπάρχουν λοιπόν ορισμένα αποσπάσματα περιπάτων στους δρόμους του Παρισιού, όπου οι φιγούρες των χαρακτήρων περιφέρονται και εμείς νιώθουμε σαν να είμαστε πραγματικά εκεί, ζώντας τη στιγμή μαζί τους. Και μετά έρχονται τα απότομα jump cuts για να διαπιστώσουμε ότι ο Γκοντάρ, μέσα σε όλη την αλήθεια που σέρβιρε απλόχερα, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να μας… κοροϊδέψει.

"Breathless" (1960): Ο Γκοντάρ υπογράφει τον μεγαλύτερο θρίαμβο του ριζοσπαστικού σινεμά
Σκηνές από τα γυρίσματα της ταινίας στο Παρίσι.

Το τελικό πόρισμα δεν θα μπορούσε παρά να είναι ένα: Το «Breathless» είναι ένας κινηματογραφικός θρίαμβος. Η αυθάδης σκηνοθετική διάνοια του Γκοντάρ υψώνει περήφανα τη «σημαία» της γαλλικής νουβέλ βαγκ, καρφώνοντάς τη πάνω στο κουφάρι των απολιθωμένων αντιλήψεων που κυριαρχούσαν στην κινηματογραφική βιομηχανία της εποχής του. Ακόμη κι αν ο κινηματογράφος δεν έπαψε ποτέ να παράγει εμπορευματοποιημένα προϊόντα, ακόμα κι αν η νουβέλ βαγκ τελικά έσβησε μέσα στις αναθυμιάσεις από τις αναπόφευκτες συμβάσεις των εκπροσώπων της (όχι όλων!), αυτή η πρόσκαιρη επικράτηση της τέχνης εν έτει 1960, 60 χρόνια μετά μάς υπενθυμίζει τη δύναμη του σινεμά που αποτολμά να καινοτομήσει και ταράξει τα νερά. Και ο Γκοντάρ, με τη συνεπή αιρετική του στάση μέσα στο πέρασμα του χρόνου (σ.σ. παρά τις διαφορετικές φάσεις τις οποίες διήνυσε καλλιτεχνικά), παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανή απόδειξη ότι κάποια οράματα δεν ξεπουλιούνται.

*Το «Breathless», ένα από τα σημαντικότερα καλλιτεχνικά σταυροδρόμια στην ιστορία του σινεμά, είναι ξανά διαθέσιμο για να το «επισκεφθείτε» σε ψηφιακή επανέκδοση σε επιλεγμένες θερινές αίθουσες. Σπεύσατε!

*Στην ταινία απονεμήθηκε η Αργυρή Άρκτος καλύτερης σκηνοθεσίας στο 10ο Φεστιβάλ του Βερολίνου, το εγχώριο Βραβείο Ζαν Βιγκό για την καλύτερη ταινία του 1960 και το βραβείο καλύτερης ταινίας από την Ένωση Γάλλων Κριτικών την ίδια χρονιά.

Βαθμολογία: 5/5

6 σκέψεις σχετικά με το “«Breathless» (1960): Ο Γκοντάρ υπογράφει τον μεγαλύτερο θρίαμβο του ριζοσπαστικού σινεμά

  1. Στην συγκεκριμένη ταινία δεν μπορεί κανένας κινηματογραφόφιλος να δώσει λιγότερο από 5 αστέρια, είναι μέσα στις 20 καλύτερες όλων των εποχών!

    Ποιος είναι κατά την γνώμη σου ο καλύτερος σκηνοθέτης εν ζωή;

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Όσον αφορά την Ευρώπη και το Χόλιγουντ (διότι δεν έχω αντιπροσωπευτικό δείγμα από όλους τους μεγάλους δημιουργούς π.χ. του ασιατικού σινεμά), είμαι σε δίλημμα ανάμεσα στον Γκοντάρ και τον Σκορσέζε. Εάν όμως συμπεριλάβουμε μόνο τις κορυφαίες στιγμές στην καριέρα ενός σκηνοθέτη, σίγουρα χωράει και ο Κόπολα. Συμφωνείς;

      Αρέσει σε 1 άτομο

      1. Αρχικά, προτού καταλήξω στην επιλογή μου για τον καλύτερο, θα ήθελα να αναφέρω κάποιους που φέρουν βάσιμη διεκδίκηση για τον συγκεκριμένο τίτλο. Ένας από αυτούς είναι ο Steven Spielberg. Η μία, πιο mainstream μεριά, που αποτελείται συνήθως από ανθρώπους που δεν έχουν εντρυφήσει πιο βαθιά στον κινηματογράφο εκτός από το Χόλιγουντ, τον υποστηρίζει όχι μόνο ως τον καλύτερο εν ζωή, αλλά και όλων των εποχών. Σίγουρα όχι όλοι, μιλάω για τον μέσο όρο. Από την άλλη μεριά, την πιο Art(House), ο Spielberg θεωρείται ένας απλός «storyteller» και τίποτα παραπάνω, μιας και, απ’ όσο θυμάμαι, δεν υπήρχε ούτε μια ταινία του στην ψηφοφορία του Sight & Sound για τις 250 καλύτερες. Διαφωνώ και με τις δύο πλευρές, ωστόσο, θεωρώ τους πρώτους πιο κοντά στην αλήθεια από τους δεύτερους. Όχι, ο Spielberg δεν είναι ο καλύτερος που υπάρχει, από την άλλη όμως, είναι πολλά περισσότερα από ένας απλός «storyteller». Θεωρώ ότι έχει τρία μεγάλα αριστουργήματα («Raiders of the Lost Ark», «Jaws» και ίσως η καλύτερη του, το «Schindler’s List») και άλλες δύο πού είναι εκεί κοντά αξιολογικά (το «E.T.» και το «Saving Private Ryan»). Όμως, εκτός από αυτές έχει και άλλες πολύ δυνατές στη φιλμογραφία του όπως το «Jurassic Park», το «A.I. Artificial Intelligence», το «Close Encounters of the Third Kind» κ.α. Άρα, νομίζω ότι είναι λογικό αν κάποιος ήθελε να του δώσει τον τίτλο. Κάποιοι άλλοι πριν πάω στους 4 καλύτερους είναι οι Woody Allen, Terrence Malick, Kar-Wai Wong και David Lynch. Οι 4 καλύτεροι θεωρώ ότι είναι οι Scorsese, Coppola, Godard και P.T. Anderson. Ο Anderson, μόλις 50 χρονών, είναι ανίκητος όσον αφορά την γενιά του, δίνοντας μας 5 συνεχόμενα αριστουργήματα που το κάθε ένα ήταν η καλύτερη ταινία της χρονιάς της, ενώ το «Phantom Thread» παραμένει για εμένα αριστούργημα και το «Inherent Vice» ίσως είναι και αυτό ένα. Ο Godard πραγματικά από το 1960 ως το 1967 ήταν «γίγαντας». Από τότε όμως, δεν έχει κάνει πολλά (τουλάχιστον για εμένα) και έτσι χάνει τον τίτλο. Οπότε, φτάνουμε σε Coppola και Scorsese. Η δύναμη του Coppola κρύβεται στα αριστουργήματα του καθώς πέρα από αυτά δεν είναι πολύ δυνατός. Όμως, όταν ένας σκηνοθέτης έχει 3 ταινίες στο top 30 όλων των εποχών («Apocalypse Now», «The Godfather», «The Godfather: Part II»), η αξία του πάει στα ύψη. Αν προσθέσουμε το «The Conversation» και το «Rumble Fish» στα αριστουργήματα… τότε πράγματι είναι σχεδόν αξεπέραστος σε θέμα κορυφαίων στιγμών. Δυστυχώς, εκτός από τα αριστουργήματα του (και πραγματικά πιστεύω ότι η περίοδος του στα 80’s είναι πολύ υποτιμημένη) δεν έχει δημιουργήσει μεγάλα επιτεύγματα. Άρα, ο τίτλος πάει στον Scorsese. Αυτή τη στιγμή, κάνω μια σπουδή στον Scorsese και βλέπω όλες τις ταινίες του από την αρχή. Το πρώτο μεγαλείο του Scorsese κρύβεται στα 3 τεράστια αριστουργήματα του που ανήκουν στο top 30 όλων των εποχών. Το «Taxi Driver» είναι για μένα σίγουρα μέσα στις 5 καλύτερες των 70’s, το Goodfellas ίσως η καλύτερη των 90’s (πιθανώς μαζί με το «Pulp Fiction») και το Raging Bull όχι μόνο η καλύτερη των 80’s, αλλά και μία από τις 5 καλύτερες όλων των εποχών και ίσως η καλύτερη Αμερικανική ταινία στο μέσο. Θεωρώ τις σκηνές στο ρινγκ τις καλύτερες σκηνοθετικά στον κινηματογράφο και κυρίως την τελευταία μάχη με τον Sugar Ray Robinson την σπουδαιότερη στιγμή στην ιστορία της 7ης τέχνης. Εκτός όμως από αυτά έχουμε το «Irishman» (μια ταινία που υποστήριζα ως μια από τις καλύτερες της δεκαετίας, μετά την έριξα λίγο και την είχα ως #21 της δεκαετίας και τώρα έχω επιστρέψει στην αρχική μου εκτίμηση… ), το «Mean Streets», το «The Age of Innocence», το «Casino», το «The Departed» και το «The Wolf of Wall Street» που τα θεωρώ όλα αριστουργήματα. Όμως, νομίζω ότι τον τίτλο μμπορούν να διεκδικήσουν και τα «The King of Comedy», «After Hours», «Hugo» και «Silence». Τέλος δεν έχει κάνει ποτέ μια μέτρια ταινία. Από τις 25 οι 22 είναι από εξαιρετικές και πάνω, ενώ το «Who’s That Knocking on My Door» και «Kundun» είναι πολύ καλές και το «Boxcar Bertha», η χειρότερη του, παραμένει μια καλή ταινία. Και το καλύτερο απ’ όλα… συνεχίζει να δημιουργεί. Νομίζω ότι μπορεί να ονομαστεί και ο καλύτερος όλων των εποχών, ή τουλάχιστον, εκεί κοντά μαζί με Kubrick, Hitchcock, Kurosawa, Bergman, Fellini κ.α.

        Εσύ πως θα τοποθετούσες τις ταινίες του Scorsese; Πόσα αριστουργήματα πιστεύεις ότι έχει; Θα έλεγες ότι έχει δημιουργήσει μια μέτρια ή κακή ταινία;

        Αρέσει σε 1 άτομο

      2. Τα είπες… όλα! Διαβάζοντας την απάντησή σου νομίζω ότι μου είναι ευκολότερο να διαλέξω αν κάποιος σκηνοθέτης ο είναι καλύτερος της γενιάς του, παρά ο καλύτερος εν ζωή.

        Στα αριστουργήματα του Σκορσέζε θα προσέθετα και τον «Τελευταίο Πειρασμό», που είναι ίσως η αγαπημένη μου ταινία του (απέδωσε αριστουργηματικά τον Καζαντζάκη). Ως προς τις λιγότερο καλές του, θα συμφωνήσω απόλυτα με την αξιολόγησή σου, με την προσθήκη του Cape Fear, που θεωρώ ότι είχε αρκετές χτυπητές ατέλειες για τα δεδομένα του Σκορσέζε (κυρίως σεναριακές βέβαια). Όμως δεν μπορώ να πω ότι έχω δει ταινία του που να θεωρώ αδιάφορη, και νομίζω ότι αυτό είναι τεράστιο παράσημο για μια τόσο παραγωγική φιλμογραφία.

        Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Ποια είναι η γνώμη σου για την αντικειμενική και υποκειμενική (προσωπική) άποψη στον κινηματογράφο ; Ως κινηματογραφόφιλοι διαμορφώνουμε απόψεις και παρουσιάζουμε λίστες με τις προσωπικές μας επιλογές, δηλαδή τις αγαπημένες μας ταινίες. Οι περισσότεροι όμως, αυτές που θεωρούμε αγαπημένες πιστεύουμε να είναι και οι καλύτερες. Πιστεύεις ότι υπάρχει αντικειμενικότητα στον κινηματογράφο ή αποτελεί μια άκρως προσωπική υπόθεση ; Και αν υπάρχει αντικειμενικότητα, μήπως είναι πιο έντιμο για τον ίδιο μας τον εαυτό να επιλέξουμε αυτές που μας άγγιξαν (σε πνευματικό ή καλλιτεχνικό επίπεδο) προσωπικά, καθώς έτσι θα αισθανόμαστε καλύτερα ; Είναι μια ερώτηση που με απασχολεί από τότε που άρχισα να ασχολούμαι σημαντικά με τον κινηματογράφο.

    Μου αρέσει!

    1. Ιδιαίτερα σύνθετο το ζήτημα που θίγεις! Θεωρώ ότι η εκάστοτε άποψη διαμορφώνεται μέσα από την προσωπική ματιά του καθενός (εδώ παίζει ρόλο το υποκειμενικό γούστο πάνω στην τέχνη), όχι όμως χωρίς να φιλτράρεται από ορισμένα αντικειμενικά κριτήρια κάλλους. Εφόσον υπάρχει η γνώση και η εμπειρία πάνω στο σινεμά, πιστεύω ότι ο κάθε θεατής μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του, αξιοποιώντας το αισθητήριο για να διαμορφώσει άποψη με ουσιαστική επιχειρηματολογία.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s