Κριτική για το «Tenet»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Για πολλούς και διάφορους λόγους, η επιστροφή του Κρίστοφερ Νόλαν με το «Tenet» σηματοδοτεί την πλέον αναμενόμενη κυκλοφορία της χρονιάς. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, όταν η εν λόγω ταινία αποτελεί το πρώτο μεγάλο τεστ της βαριάς βιομηχανίας του σινεμά μετά την καραντίνα και εν μέσω της συνεχιζόμενης υγειονομικής κρίσης.

Στη θεωρία, εάν κάποιος σύγχρονος δημιουργός έχει το «ρεύμα» ώστε να «διασώσει» το σινεμά ως προϊόν, αυτός είναι ο Νόλαν. Για τις μισοάδειες κλειστές αίθουσες (σ.σ. δεν απολαμβάνουν όλοι το ελληνικό προνόμιο των θερινών σινεμά) που ψάχνουν με το τουφέκι θεατές, ένα όνομα-κράχτης όπως αυτό του δημοφιλούς Άγγλου σκηνοθέτη είναι ό,τι πιο κοντά σε… σανίδα σωτηρίας. Εφόσον ο 50χρονος σκηνοθέτης «νικήσει» τον φόβο του COVID-19, υπάρχουν και άλλες μεγάλες παραγωγές που περιμένουν στη γωνία για να επισπεύσουν την κυκλοφορία τους (βλ. «Wonder Woman 1984», «Dune»). Διαφορετικά, το ντόμινο των αναβολών πιθανότατα θα συνεχιστεί, βυθίζοντας στα τάρταρα τους απελπισμένους αιθουσάρχες.

Επειδή όμως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, εμείς παρακολουθήσαμε το «Tenet» και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας από την ταινία που φιλοδοξεί να επανεκκινήσει εκκωφαντικά την κινηματογραφική βιομηχανία.

ΣΥΝΟΨΗ: Ο Πρωταγωνιστής (Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον) επιστρατεύεται σε μία μυστική οργάνωση γνωστή ως Tenet, αναλαμβάνοντας μία μυστηριώδη αποστολή για να σώσει ολόκληρο τον κόσμο από τον Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ξεκινά έτσι μια περιπλάνηση στον χαώδη κόσμο της διεθνούς κατασκοπείας, υπό εξωπραγματικές συνθήκες που τέμνουν τη διάσταση του χρόνου.

Μετά την πολύ καλή «Δουνκέρκη» («Dunkirk», 2018), ο Νόλαν αφήνει πίσω του το είδος του πολεμικού δράματος για να επικεντρωθεί στα οικεία προς εκείνον εδάφη της περιπέτειας. Δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του «Inception», περιεργάζεται ξανά με sci-fi έμπνευση τη φόρμα ενός ζοφερού θρίλερ κατασκοπείας, δημιουργώντας μια ταινία όπου κινητήριος δύναμη της πλοκής και ταυτόχρονα το κλειδί για το λύσιμο του γρίφου είναι η έννοια της «αντιστροφής του χρόνου». Ένα τέτοιο σκάρφισμα επιστημονικής φαντασίας, μαζί με την επική σκοπιά που του προσδίδεται, αποτελεί γνώριμη συνθήκη για τον Άγγλο σκηνοθέτη, ο οποίος αρέσκεται στο να πειραματίζεται με την έννοια του χρόνου, την αντίληψή της και τις διαστάσεις της από εποχές… Memento (2000).

Αυτό που μαθαίνουμε από νωρίς στο «Tenet», είναι ότι η πρόσβαση σε μια νέα τεχνολογία έχει καταστήσει εφικτή την κίνηση συγκεκριμένων αντικειμένων και δρώμενων προς τα πίσω, κάτι που υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες δημιουργεί μια παράλληλη πραγματικότητα μελλοντικών καταβολών. Αυτή έρχεται και δένει με τον κατανοητό κόσμο που κινείται προς τα εμπρός. Για να λύσει το μυστήριο, ο Πρωταγωνιστής καλείται να ξετυλίξει τον… τυλιγμένο μίτο της Αριάδνης, περπατώντας ανάποδα για να εισχωρήσει στα ενδότερα του λαβυρίνθου που έχει πλάσει ο δαιμόνιος σκηνοθέτης.

Κριτική για το «Tenet»

Βασικός συνεργάτης του Πρωταγωνιστή είναι ο Νιλ (Ρόμπερτ Πάτινσον), κι αυτός ένα αίνιγμα υπό την έννοια ότι δεν είναι ξεκάθαρα τα κίνητρά του και μπορεί κάλλιστα να είναι ένας μασκαρεμένος εχθρός. Αυτή είναι μόνο μία από τις πολλές αμφιβολίες που εμφυτεύει ο Νόλαν στο μυαλό του θεατή. Η σκοπιά της αμφισβήτησης διευρύνεται ώσπου να σκεπάσει ολόκληρο το ανθρώπινο «οικοδόμημα», με αποκορύφωμα την είσοδο του κεντρικού ανταγωνιστή, ενός αδίστακτου Ρώσου μεγιστάνα που βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με το μέλλον. Σιγά σιγά, οι σκοτεινοί σκοποί του ισχυρού ολιγάρχη γίνονται αφορμή για περισυλλογή πάνω στη δυσάρεστη κληρονομιά της ανθρωπότητας στις επόμενες γενιές. Τον εγωμανή «κακό» υποδύεται ο Κένεθ Μπράνα, χαρίζοντας στις σκηνές του μερικές από τις πιο καθηλωτικές στιγμές σε ολόκληρο το έργο. Στον αντίποδα, η καταπιεσμένη σύζυγός του (Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι) αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε εκείνον και τον Πρωταγωνιστή, συνθέτοντας ένα τρίγωνο που προωθεί καθοριστικά την πλοκή.

Η ταινία μπορεί να εκληφθεί ως -άλλη- μια προσπάθεια του Νόλαν να περάσει ουμανιστικά μηνύματα και να αποτίσει φόρο τιμής στους αφανείς ήρωες ενός -όχι ιδανικά πλασμένου- κόσμου, σε μια συνταγή που παραπέμπει σε «Interstellar», ή ακόμη και στη «Batman» τριλογία του ιδίου σκηνοθέτη. Βέβαια, το ενδιαφέρον και οι κλιμακώσεις που υπήρχαν σε αυτές τις προγενέστερες προσπάθειες χάρη στην πιο ταιριαστή ισορροπία μεταξύ απόδοσης της πλοκής και χτισίματος των χαρακτήρων, δεν υφίστανται σε εφάμιλλο βαθμό εδώ, έχοντας αντικατασταθεί από την παράθεση υπερβολικά μεγάλου όγκου πληροφοριών (σ.σ. συνταγή που λειτούργησε πολύ πιο αποτελεσματικά στο εξίσου «φορτωμένο», αλλά με καλοσχηματισμένη κεντρική πλοκή «Inception»). Εδώ ο Νόλαν παίρνει τόσο στα σοβαρά το υπερφιλόδοξο όραμά του, που δεν του δίνει καθόλου περιθώρια να ανασάνει (σ.σ. ελάχιστες οι στιγμές όπου επιστρατεύει ίχνη χιούμορ για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα). Δημιουργεί ένα επαναλαμβανόμενο, δυσνόητο μοτίβο παράθεσης πληροφοριών και τεχνασμάτων που τραβά σε σημείο που τελικά κουράζει, όπως συμβαίνει σε κάποιες περιπτώσεις και με τον καταιγισμό δράσης που παρεμβάλλεται, χωρίς μάλιστα να διαθέτουν όλες οι σκηνές το απαιτούμενο σασπένς.

Don’t get us wrong! Στα καλύτερά της, η περίτεχνη χορογραφία δράσης του Νόλαν, που δένει σταυρωτά την κανονικότητα με την αντιστροφή της, είναι χορταστική για τους οφθαλμούς και χαρίζει κάποιες αρκετά ενδιαφέρουσες τεχνικές λήψεως. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τη γοητεία που μπορεί να άσκησε στον εμπνευστή της η πρόκληση του να αποτυπώσει το όραμά του με πρωτοτυπία που θα έξαπτε τις αισθήσεις. Εκεί όμως που πάει να μας κερδίσει προσωρινά, η συμπύκνωση των ιδεών, το γνώριμο στομφώδες ύφος και η ανακύκλωση θεμάτων του Νόλαν δημιουργεί ξανά αποστάσεις. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι τα ενδιαφέροντα set pieces, οι σχολαστικά εκτελεσμένες ενέδρες/εφορμήσεις και οι εξίσου άρτια ενορχηστρωμένες καταδιώξεις σε αυτοκινητοδρόμους με βαρέα οχήματα χαρίζουν εικόνες βγαλμένες από τα εντυπωσιακότερα action movies, που ταυτόχρονα διαθέτουν τη θρίλερ αισθητική ενός στιβαρού heist movie. Δεν παύουν όμως να είναι συνταγές που έχουμε γευθεί σχεδόν αυτούσιες στο παρελθόν από τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη (βλ. «The Dark Knight», «Inception», «Interstellar» κ.ά.).

Κριτική για το «Tenet»
Τζον Ντέιβιντ Ουάσινγκτον στο πνεύμα της COVID-19 εποχής!

Κάνοντας την τελική σούμα, είναι αδιαπραγμάτευτη αλήθεια ότι το «Tenet» συνιστά ένα δυσεπίλυτο αίνιγμα για το μυαλό και συνάμα ένα κινηματογραφικό υπερθέαμα για τα μάτια. Σίγουρα όχι στην κατάλληλη δοσολογία, αλλά παραμένει ξεκάθαρα ένα από τα μεγαλεπήβολα κινηματογραφικά εγχειρήματα που είχαν λείψει (και σε εμάς, αλλά κυρίως στους αιθουσάρχες). Τούτων λεχθέντων, σηματοδοτεί επίσης την εμφάνιση ενός τυποποιημένου και αμετροεπή Νόλαν, που μετά την επιτυχή παρένθεση του αφηγηματικά ρισκαδόρικου -και συνάμα οικονομικού- «Dunkirk» κινείται ξανά σε γνώριμα λημέρια, μεταχειριζόμενος με υπέρμετρο ζήλο άλλο ένα από τα γνωστά δαιδαλώδη κόνσεπτ του. Τελικός στόχος -γνώριμος κι αυτός-, η «εξιλέωση» της παραστρατημένης ανθρωπότητας μέσα από την αυταπάρνηση και το σθένος των πρωταγωνιστικών ηρώων του. Παραφράζοντας, λοιπόν, την εμβληματική ατάκα από το φινάλε του «The Dark Knight» (2008), και έχοντας στον νου το κρίσιμο χρονικό πλαίσιο έλευσης της ταινίας: Ίσως το «Tenet» δεν είναι η ταινία που μας αξίζει, είναι όμως σίγουρα η ταινία που χρειαζόμαστε.

Βαθμολογία: 2,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s