«Περσόνα» (1966): Το μινιμαλιστικό αριστούργημα του Μπέργκμαν

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Κάποιες ταινίες είναι τόσο ιδιόμορφες ως προς την κινηματογραφική τους γλώσσα, ώστε πρέπει κανείς πρώτα να τις βιώσει κατ’ επανάληψη προτού αποπειραθεί να γράψει κάτι για αυτές. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ενός τέτοιου φιλμικού γρίφου είναι η «Περσόνα» («Persona»), το μινιμαλιστικό υπαρξιακό δράμα του μεγάλου Σουηδού «δασκάλου» Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Η ταινία από το μακρινό 1966 μάς επισκέπτεται σε επανέκδοση, έχοντας όμως κατορθώσει να διατηρήσει ακέραια μέχρι σήμερα την απλησίαστη μοντέρνα αίγλη της. Τόσο ως ακτινογραφία της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, όσο και ως φιλοσοφική πραγματεία πάνω στη δυαδικότητα της ανθρώπινης φύσης.

Η ταινία ξεκινά στα ενδότερα ενός προτζέκτορα, τα μέρη του οποίου φωτίζονται σταδιακά μέσα από το σκοτάδι. Ως ένα από τα πλέον διαδεδομένα οπτικά εφέ έναρξης στο σινεμά, το «fade in» δεν προμηνύει σε τίποτα τους ορμητικούς πειραματισμούς της εναρκτήριας σκηνής. Ο προτζέκτορας ανάβει. Η μπομπίνα αρχίζει να γυρνά μανιωδώς. Δέσμες εκτυφλωτικής λάμψης πλημμυρίζουν ρυθμικά την εικόνα, καθώς εμφανίζονται οι ενδείξεις της αντίστροφης μέτρησης για την έναρξη μιας ταινίας. Το υπόλοιπο κομμάτι αυτής της αρχικής ακολουθίας είναι ένα καταιγιστικό μοντάζ από αυτόνομες εικόνες. Kινούμενα σχέδια, γραφική βία (σ.σ. σταύρωση, σφαγή ζώου), απόκρυφη ανθρώπινη ανατομία, οπτικά τεχνάσματα και ψευδαισθήσεις, στιγμές έντονης κίνησης και ακινησίας, σκηνοθετημένη θεατρικότητα και αυθόρμητος ρεαλισμός, ζωτικότητα και θάνατος, φως και σκοτάδι. Στο τέλος, ένα μικρό αγόρι ξυπνά στο κρεβάτι ενός νεκροτομείου και περιεργάζεται μια μεγάλη οθόνη με το θολό ανφάς πορτρέτο δύο γυναικών που εναλλάσσονται.

persona-1966-to-minimalistiko-aristourgima-tou-bergman-1

Σε μια πρώτη ανάγνωση, οι αντιμαχόμενες αυτές δυνάμεις μοιάζουν με σύντομη περιήγηση στο αλφάβητο της έβδομης τέχνης, αντιπροσωπεύοντας θέματα που έχουν προσδώσει στο σινεμά την ακαταμάχητη ισχύ του στο πέρασμα των χρόνων. Η ακριβής ερμηνεία του ετερόκλητου συνόλου είναι αρχικά ασαφής, αν και το βέβαιο είναι ότι με τη συνδρομή των ανατριχιαστικών ηχητικών εφέ δημιουργούν με το «καλημέρα» ένα κλίμα αναστάτωσης και αυξημένου στρες στον θεατή, ο οποίος προετοιμάζεται καταλλήλως για την κατακερματισμένη αφήγηση που πρόκειται να ακολουθήσει. Εάν πάντως το κυρίως τμήμα της ταινίας μπορεί να εκληφθεί ως η εκπλήρωση της απαιτητικής επιθυμίας για μια εντελώς καινούργια φόρμα εξιστόρησης, τότε η πράξη της αρχής είναι η αφειδής υπόσχεση που εντείνει την προσμονή.

Μετά από αυτό το σύντομο πρελούδιο, το κουβάρι της πλοκής αρχίζει να ξετυλίγεται. Η μια από τις γυναίκες που διακρίναμε προηγουμένως στην οθόνη του νεκροτομείου μοιάζει να είναι η νοσοκόμα Άλμα (Μπίμπι Άντερσον), στην οποία ανατίθεται η περίθαλψη της διάσημης ηθοποιού Ελίζαμπεθ Βόγκλερ (Λιβ Ούλμαν). Η τελευταία βρίσκεται στα πρώτα στάδια της ανάρρωσης, έπειτα από έναν σοβαρό νευρικό κλονισμό που υπέστη κατά τη διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης στην οποία πρωταγωνιστούσε (σ.σ. υποδυόταν την «Ηλέκτρα» της αρχαίας τραγωδίας). Έχοντας πάρει έναν ιδιότυπο «όρκο σιωπής», η καλλιτέχνις αποσύρεται σε ένα παραθαλάσσιο ησυχαστήριο μακριά από την οικογένειά της, με μοναδική συντροφιά την αποκλειστική νοσοκόμα. Σε μια παραγωγή που ευθυγραμμίζεται ολοκληρωτικά με τις αρχές του μινιμαλισμού, τα μη φορτωμένα σκηνικά μοιάζουν με καλοσχηματισμένα πλαίσια που δίνουν έμφαση στις δύο πρωταγωνιστικές «μονάδες» του ολιγομελούς καστ. Οι Σουηδέζες «ιέρειες» Άντερσον και Ούλμαν έχουν όλο το πεδίο ώστε να ξεδιπλώσουν τα υποκριτικά τους ταλέντα και να μαγνητίσουν τα βλέμματα με τη χαρισματική τους παρουσία, η οποία είναι μια εκ των κινητήριων δυνάμεων του φιλμ.

Στο διάστημα της συμβίωσής των δύο γυναικών, η Άλμα, που τρέφει θαυμασμό για την ακτινοβολούσα ασθενή της, προσπαθεί να χτίσει γέφυρες επικοινωνίας μαζί της, φιλοδοξώντας να την ανασύρει από την ψυχική και σωματική της βύθιση. Παρότι η Ελίζαμπεθ παραμένει βουβή και επιφυλακτική, δεν αφήνεται αδιάφορη μπροστά στον ζήλο και το γενναιόδωρο «άνοιγμα» των εσωψύχων της Άλμα. Η στάση της νοσοκόμας τρέφει τον ναρκισσισμό της ηθοποιού, προκαλώντας τη σταδιακή πτώση των αμυνών της και ανοίγοντας τον δρόμο για μια υπαρξιακής κλίμακας αλληλεπίδραση που θα αναδείξει τις εκατέρωθεν ανασφάλειες και τη σύγχυση των ηρωίδων μπροστά στις αλήθειες που ανασκάπτουν.

Η Άλμα από την πλευρά της νιώθει όμορφα που κάποιος σιωπά για να την αφουγκρασθεί. Παρ’ όλα αυτά, πίσω από το φαινομενικό ενδιαφέρον της παρατηρητικής Ελίζαμπεθ κρύβεται μια μάλλον περιπαικτική διάθεση, με την επηρμένη ηθοποιό να δίνει ανά διαστήματα την εντύπωση ότι αντιμετωπίζει τη νοσοκόμα σαν ένα διασκεδαστικό παιχνίδι. Τελικά, η Άλμα φθάνει στο σημείο να εκμυστηρευθεί στην Ελίζαμπεθ την τολμηρή σεξουαλική της εμπειρία με μια γυναίκα και δύο νεαρά αγόρια, που είχε ως κατάληξη μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη για την ίδια. Η απόφαση της νεαρής νοσοκόμας να τερματίσει την κύησή της, είναι μια επιλογή που δεν σταματά να την στοιχειώνει. Στον αντίποδα, η Ελίζαμπεθ είναι μια μητέρα που νιώθει αποστροφή για το παιδί της.

persona-1966-to-minimalistiko-aristourgima-tou-bergman-2

Με την παρέλευση του χρόνου και την κλιμάκωση των τριβών μεταξύ του πρωταγωνιστικού διδύμου, γίνεται κατανοητό ότι η τροχιά των βιωμάτων της Άλμα ταυτίζεται με εκείνη της Ελίζαμπεθ γύρω από θέματα όπως η αποτυχημένη μητρότητα, παρότι οι σκοπιές τους διαφέρουν ριζικά. Η νοσοκόμα είναι μια αγνή -ακόμα και στις πιο μύχιες επιθυμίες της- ψυχή, ένας δοτικός άνθρωπος με χαμηλή αυτοεκτίμηση και βαθιά ενοχικές τάσεις. Οι τύψεις για την επιπόλαιη απόφασή της να προβεί σε έκτρωση είναι εμφανείς. Στην καλύτερη ερμηνεία της καριέρας της, η Άντερσον προσδίδει στην Άλμα μια γήινη παρουσία που αποπνέει εύθραυστη γοητεία και συνάμα επικοινωνεί με σπαρακτικό τρόπο τα αδιέξοδά της.

Στον αντίποδα, η φημισμένη ηθοποιός Βόγκλερ είναι ένα άτομο ταμπουρωμένο στο οχυρό μιας υστερόβουλης, εγωκεντρικής βεντέτας, μιας απρόσιτης «περσόνας» που λειτουργεί ως προστασία από αλήθειες που πληγώνουν. Συχνά η παρουσία της στο απομονωμένο εξοχικό θυμίζει την όψη απλησίαστης θεάς και πληγωμένου θηρίου ταυτόχρονα! Βρίσκεται τόσο αποκομμένη από το «είναι» της ύπαρξής της, ώστε πλέον έχει περιέλθει σε σοβαρή κρίση ταυτότητας. Νωρίτερα στο έργο, όταν η ίδια είχε σκίσει τη φωτογραφία του τέκνου της μπροστά στην Άλμα, γινόταν αντιληπτό ότι το παιδί του είχαμε δει να νεκρανασταίνεται στο πρελούδιο της ταινίας ήταν ο παραμελημένος γιος της, ο οποίος έτεινε τη ικετευτικά τη χείρα, παρακαλώντας μάταια για ένα μητρικό χάδι. Στο αποκορύφωμα της συνύπαρξης με την Άλμα, ο Μπέργκμαν εντάσσει στη μινιμαλιστική αφήγησή του μια διάσημη φωτογραφία όπου απαθανατίζονται αιχμάλωτα Εβραιόπουλα σε γκέτο της Βαρσοβίας. Η εικόνα υποπίπτει στην αντίληψη της Ελίζαμπεθ, εντείνοντας το αίσθημα ενοχής για την απάνθρωπη στάση της απέναντι στο ίδιο της το παιδί.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Σβεν Νίκβιστ κινηματογραφεί τις δύο γυναίκες ως αιθέριες παρουσίες που ελίσσονται στον χώρο σαν πρωταγωνίστριες ονείρου. Σε ένα κομβικό σημείο για την ταινία, ο φακός του παίζει με την προοπτική του υπνοδωματίου και μας χαρίζει μαγευτικές φωτοσκιάσεις, προτού καδράρει σε αξέχαστα πλάνα τα αλληλεπικαλυπτόμενα πρόσωπα των δύο πρωταγωνιστριών. Ακολούθως, με τη συνδρομή των οπτικών εφέ παρακολουθούμε να ενώνεται το ήμισυ του πρόσωπου της μιας γυναίκας με της άλλης, για να σχηματιστεί ένα ενιαίο πρόσωπο που συντίθεται από την ώσμωση των ηρωίδων. Αυτές οι εικόνες, σε συνδυασμό με τα γεγονότα της επίσκεψης του συζύγου της Ελίζαμπεθ (σ.σ. προσφωνεί την Άλμα με το όνομα της γυναίκας του), πιθανώς υποδηλώνουν την ευστάθεια της εκδοχής που θέλει την ηθοποιό και τη νοσοκόμα να είναι το ίδιο πρόσωπο· ερμηνεία η οποία ανταποκρίνεται στην ψυχαναλυτική θεωρία του Ελβετού ψυχιάτρου Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ. Σε αυτή την περίπτωση, η Ελίζαμπεθ είναι το «κοινωνικό προσωπείο», δηλαδή μια εξωτερική ταυτότητα που έχει κερδίσει την αυτονομία της από την ψυχή. Η δε Άλμα αντιπροσωπεύει την ίδια την ψυχή και τις ενδόμυχες επιθυμίες, οι οποίες παραπαίουν καταπιεσμένες στο υποσυνείδητο (άλλωστε «alma» στα ισπανικά σημαίνει «ψυχή»). Όταν η Άλμα συνειδητοποιεί τη δυσβάστακτη αλήθεια, αρνείται να αναγνωρίσει τη νοητή προέκτασή της και αποσύρεται μια για πάντα από τα δρώμενα…

Ειδικής μνείας χρήζει η τάση του Μπέργκμαν να παρεμβαίνει απροειδοποίητα στη ροή της ελλειπτικής αφήγησης, σπάζοντας τα δεσμά της χρονικής ακολουθίας και αιχμαλωτίζοντας τον θεατή στην ένταση των παρένθετων οπτικών ερεθισμάτων. Το πρωτοποριακό μοντάζ γεννά θραύσματα εικόνων που παραπέμπουν σε ένα πειραματικό νεωτεριστικό καλλιτεχνικό ύφος, ξένο προς τις προσλαμβάνουσές μας και απαιτητικό ως προς την αναλυτική μας σκέψη. Ίσως η πιο αξιομνημόνευτη από αυτές τις παρεμβάσεις είναι η στιγμή όπου η προβολή της ταινίας διακόπτεται, με το φιλμ να κόβεται στα δύο. Σε αυτό το έργο οι ισορροπίες είναι ρευστές, ικανές να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή, δίνοντας χαρακτήρα σπαζοκεφαλιάς στην διάκριση πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, ιδιαίτερα όταν οι δύο ηρωίδες αρχίζουν να συγκλίνουν προς την ταύτιση παρά τις θεμελιώδεις αντιθέσεις τους. Είναι λες και η ταινία μάς παροτρύνει να αμφισβητήσουμε οτιδήποτε βλέπουμε, αφού ούτως ή άλλως η αλήθεια στο σινεμά και τη ζωή είναι κάτι το σχετικό και ευμετάβλητο.

«Περσόνα» (1966): Το μινιμαλιστικό αριστούργημα του Μπέργκμαν
Ο Μπέργκμαν με τις πρωταγωνίστριές του, Μπίμπι Άντερσον και Λιβ Ούλμαν, στα γυρίσματα της ταινίας

Συνοπτικά: Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν βάζει στο μικροσκόπιο τη δυαδικότητα της ανθρώπινης φύσης, δίνοντας κινηματογραφική υπόσταση στο αέναο αντιπάλεμα μεταξύ «είναι» και «φαίνεσθαι» που ταλανίζει τα δαιδαλώδη εσώψυχά μας. Το πράττει με τρόπο διεισδυτικό, τολμηρό και περιπετειώδη, μιλώντας μέσα από τη γλώσσα των αντιθέσεων. Έτσι, παράγει ένα μοντέρνο έργο τέχνης που είναι απαλλαγμένο από περιττά στοιχεία και συνάμα απόλυτα ικανό να εμβαθύνει με φιλοσοφική διάθεση στο μεγαλειώδες αίνιγμα της ύπαρξής μας.

Βαθμολογία: 5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s