Ανασκόπηση: «Το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου» (1977)

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Το 1977, σε ηλικία… 77 ετών, ο πρωτεργάτης του σουρεαλισμού στο σινεμά, Λουίς Μπουνιουέλ, μάς χαρίζει το κύκνειο άσμα του. Είναι «Το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου» (διεθνής τίτλος «That Obscure Object of Desire», πρωτότυπη ονομασία «Cet Obscur Objet du Desir»), μια παθιασμένη, ανυπόταχτη σάτιρα που ολοκληρώνει θριαμβευτικά την ξέφρενη πορεία μιας ασυμβίβαστης σκηνοθετικής διάνοιας. Το αντίο του μεγαλύτερου Ισπανού σκηνοθέτη όλων των εποχών. Βασισμένο στο μυθιστόρημα «Η Γυναίκα και το Νευρόσπαστο» του Πιερ Λουίς του 1898, το έργο σηματοδοτεί την ύστατη απόπειρα του Μπουνιουέλ να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα της άρχουσας τάξης, εκθέτοντας με το μοναδικό βλάσφημο χιούμορ του την υποκρισία που διέπει την κοινωνία μας.

Η αφήγηση ξεκινά με μια αιφνίδια επιβίβαση σε αμαξοστοιχία με αφετηρία τη Σεβίλλη και προορισμό το Παρίσι. Στην κουκέτα της πρώτης θέσης συναντάμε τον επιτυχημένο επιχειρηματία και πρωταγωνιστή Ματιέ Φαμπέρ. Τον υποδύεται ο εξαίρετος Φερνάντο Ρέι, ένας εκ των συνεπέστερων συνεργατών του Μπουνιουέλ, που θυμόμαστε ως μεσήλικο ήρωα της «Βιριδιάνας» (1961) και της «Τριστάνας» (1970). Το έναυσμα για το ξεδίπλωμα του κουβαριού της ιστορίας θα δώσει μια ξαφνική επεισοδιακή σκηνή: Ο Ματιέ «λούζει» με έναν κουβά νερό τη 19χρονη καλλονή Κοντσίτα (Καρόλ Μπουκέ και Άντζελα Μολίνα υποδύονται τις δύο διαφορετικές εκφάνσεις της ηρωίδας), με την οποία συνδέεται ερωτικά. Οι συνεπιβάτες του βαγονιού (σ.σ. μια καθώς πρέπει κυρία με την κόρη της, ένας επιφανής δικαστικός και ένας νάνος καθηγητής Ψυχολογίας) από τη μία «δαγκώνονται» από τη δήθεν διακριτικότητά τους να μη ρωτήσουν για τα αίτια που τον οδήγησαν σε μια τέτοια κίνηση, από την άλλη μέσα τους «βράζουν» από περιέργεια. Ήδη στήνοντας αυτό το σκηνικό, ο Μπουνιουέλ μάς έχει προϊδεάσει για την εξιστόρηση μιας καλοστημένης φάρσας εις βάρος της μπουρζουαζίας. Τελικά ο αυθορμητισμός της κόρης, σε συνδυασμό με την ανάγκη του Ματιέ βγάλει τα εσώψυχά του για τη γυναίκα που –όπως ισχυρίζεται– του έκανε τον βίο αβίωτο, ξεκλειδώνουν την αμηχανία και κηρύσσουν την έναρξη της αναδρομικής –πια– αφήγησης.

Η ταινία πραγματεύεται τον έρωτα –ή καλύτερα το καπρίτσιο– ενός επιτυχημένου μεγαλοαστού επιχειρηματία, ο οποίος γίνεται έρμαιο και παιχνιδάκι στα χέρια της νεαράς χορεύτριας Φλαμένγκο, που καταπιάνεται με δουλειές του ποδαριού για να βγάλει τα προς το ζην και που αρνείται πεισματικά να του δοθεί. Σαν τη γάτα με το ποντίκι, οι δυο τους μπλέκονται σε ένα αέναο γαϊτανάκι κυνηγητού, όπου οι συσχετισμοί θύτη-θύματος ανατρέπονται καθώς εισαγόμαστε στα σαδομαζοχιστικά παιχνίδια που πρώτος ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ είχε περιγράψει. Στην προγενέστερη μπουνιουελική «Διακριτική Γοητεία της Μπουρζουαζίας» (1972), τα μέλη μιας παρέας αστών δεν καταφέρνουν ποτέ να ολοκληρώσουν το δείπνο τους. Εδώ η ιστορία επαναλαμβάνεται, μα στη θέση του δείπνου βρίσκεται η ερωτική πράξη.

Ο Ματιέ, συνηθισμένος στις οικονομικές συναλλαγές, ξεκινά τις διαπραγματεύσεις, ή καλύτερα το παζάρι για το πόσο κοστίζει η παρθενία της εκπάγλου καλλονής, Κοντσίτα. Ενώ η θρησκόληπτη μητέρα της πείθεται εύκολα να την ξεπουλήσει, ο δηλωμένος άθεος Μπουνιουέλ απαντά ξεκάθαρα διά του στόματος της ηρωίδας: Είναι ταγμένη, όχι για λόγους θρησκευτικούς, παρά μόνον ιδεολογικούς, να διατηρήσει το μοναδικό πράγμα που της ανήκει και μπορεί να εξουσιάζει ολότελα η ίδια. Και σε εμάς είναι απολύτως κατανοητό. Όχι όμως για τον Ματιέ, που είναι συνηθισμένος στο «ο, τι αγοράζεται, πουλιέται». Όμως, σε ένα κόσμο, όπου τίποτα δεν ορίζεις και δεν μπορείς να ελέγξεις, το τελευταίο εναπομείναν προπύργιο είναι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και της γενετήσιας ελευθερίας· το οποίο δεν διατρανώνεται πιο εκκωφαντικά από την άρνηση σου να τη διαθέσεις. Όχι, όμως από σεμνοτυφία και καθωσπρεπισμό, προς υπακοή και υποταγή στις νόρμες που άρρητα επιβάλλει η θρησκεία ή η εξουσία, όπως γλαφυρά διατυπώνεται στην «Ιστορία της σεξουαλικότητας» του Φουκώ, αλλά από την ανάγκη να ανήκεις στον εαυτό σου.

Μεταξύ άλλων, βλέπουμε την αισθησιακή Κοντσίτα να βρίθει από σεξουαλικότητα, χορεύοντας γυμνή μπροστά σε ξελιγωμένους τουρίστες, διατηρώντας ταυτόχρονα την αγνότητά της. Σε αυτό το σημείο εγείρονται υπαινικτικά τα εξής ερωτήματα: τι σε καθιστά εταίρα, παλλακίδα, ελευθέρων ηθών; Το να χορεύεις αισθησιακά έναντι αμοιβής ή το να δοθείς ως αντάλλαγμα για ένα πλούσιο γάμο που θα σε βολέψει; Τι σε σκανδαλίζει περισσότερο; Η θρησκόληπτη μάνα που παραχωρεί αγόγγυστα την κόρη της έναντι ενός φακέλου με φράγκα ή ο γυμνός χορός της χυμώδους Κοντσίτα; Τα συμπεράσματα δικά σας…

Αυτή η δισυπόστατη φύση της Κοντσίτα, αφενός της αγγελικής και αγνής μορφής, αφετέρου του σαγηνευτικού και αισθησιακού θηλυκού, δεν θα μπορούσε να αποδοθεί καλύτερα με το τρικ του Μπουνιουέλ να επιλέξει να ενσαρκώσει την ηρωίδα με δύο ηθοποιούς, διαφορετικής –αλλά ίσης– ομορφιάς· από τη μία τη Γαλλίδα Κάρολ Μπουκέ, στην αθώα, αγγελική της πλευρά, και από την άλλη την Ισπανίδα Άντζελα Μολίνα, στην παθιασμένη, σκοτεινή και φρενήρη όψη της.

Τα τρικ και οι υπαινιγμοί του Μπουνιουέλ δεν σταματούν εκεί. Σε πολλά πλάνα βλέπουμε να περιφέρεται ένας μυστήριος σάκος, ο ιδιοκτήτης και το περιεχόμενο του οποίου δεν μας φανερώνονται, παρά μονάχα στο τέλος. Εξαρχής γίνονται αναφορές σε τρομοκρατικές οργανώσεις, η δράση των οποίων βρίσκεται σε έξαρση εκείνη την περίοδο, αλλά δεν φαίνεται να ταράσσουν τον πανίσχυρο Ματιέ. Ίσως μάλιστα αυτό να λειτουργεί και αντιθετικά, φουντώνοντας την ταξική διάσταση του έργου και ενδυναμώνοντας το πολιτικό σχόλιο του Μπουνιουέλ έναντι της μπουρζουαζίας. Ο ακλόνητος από τις τρομοκρατικές επιθέσεις μεγαλοαστός, μετατρέπεται σε ένα ανδρείκελο, σε ένα νευρόσπαστο που κυνηγά τον ποδόγυρο. Ο εγωισμός του και το πάθος του να κατακτήσει πρόσβαση στην απόρθητη ζώνη αγνότητας της Κοντσίτα, τον κάνει διατεθειμένο να της χαρίσει τα πάντα, ακόμα και ένα σπίτι. Άραγε οι τίτλοι κτήσεως θα φανούν ικανοί να πορθήσουν τη φτωχή, άοπλη στο άγριο παιχνίδι του καπιταλισμού, πλην τίμια και ιδεαλίστρια Κοντσίτα; Η απάντηση που μας επιφυλάσσει ο Μπουνιουέλ στέκεται στο ύψος της αυθάδους ιδιοφυΐας του.

Αυτά, λοιπόν, επέλεξε να μας εξιστορήσει ο κορυφαίος Ισπανός σκηνοθέτης στο τελευταίο του έργο, ανάγοντας «Το Σκοτεινό Αντικείμενο του Πόθου» σε κυριαρχικά υπέρτερη θέση έναντι του χρήματος και της εξουσίας. Για τον Μπουνιουέλ, άλλωστε, ξέρουμε πως οι σαρκικές ορμές και τα αρχέγονα ένστικτα είναι ισχυρότερο θέλγητρο ακόμα και από το πιο χοντρό πορτοφόλι.

* Η ταινία προτάθηκε το 1978 για τα Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης δημιουργίας και διασκευασμένου σεναρίου, ενώ το 1977 απέσπασε το βραβείο της Εθνικής Εταιρείας Κριτικών Κινηματογράφου των ΗΠΑ.

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s