«Million Dollar Baby»: Μια ωδή στον Κλιντ Ίστγουντ, έναν καλλιτέχνη «αντιθέσεων»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Με αφορμή ένα πραγματικό ορόσημο όπως είναι τα 90ά γενέθλια του θρυλικού Κλιντ Ίστγουντ, μπορεί κανείς να μνημονεύσει τόσες και τόσες χρυσές κινηματογραφικές σελίδες που φέρουν την υπογραφή του. Ως ηθοποιός, αποτέλεσε εμβληματική φιγούρα αριστουργηματικών σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, όπως τα «Για Μια Χούφτα Δολάρια» (1964) και «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος» (1966). Τέλεσε επίσης ενσαρκωτής λιγότερο φωτογενών/χαρισματικών και περισσότερο σκληροτράχηλων προσωπικοτήτων με ξεκάθαρη συντηρητική ατζέντα και υψηλή απήχηση στον μέσο Αμερικανό, όπως ο αστυνομικός Χάρι Κάλαχαν ή «Βρώμικος» Χάρι. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 είχε ξεκινήσει και η σκηνοθετική του καριέρα, που ήταν γραφτό να του χαρίσει τη μερίδα του λέοντος στην αναγνώριση της καλλιτεχνικής του αξίας. Ήταν και ο δρόμος που φανέρωσε  σποραδικά -κι εντελώς απροσδόκητα- μια ματιά ευαίσθητη και προοδευτική. Με τον Ίστγουντ σχεδόν πάντα σε διπλό ρόλο σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή, αντισυμβατικές δουλειές όπως το ρεβιζιονιστικό γουέστερν «Οι Ασυγχώρητοι» (1992), ή από την άλλη «Οι Γέφυρες του Μάντισον» (1995) με την ωριμότητα και την τρυφερότητα που προσέγγισαν το ρομαντικό είδος, το σπαρακτικό, βαθιά ψυχαναλυτικό «Σκοτεινό Ποτάμι» (2003) και τα «Γράμματα από το Ιβο Τζίμα» (2006), όπου ο Ίστγουντ υιοθέτησε μια γενναία, ριζοσπαστική -για τα χολιγουντιανά δεδομένα- οπτική γωνία από το στρατόπεδο του «εχθρού» (σ.σ. στο «φως» η ιστορία των Γιαπωνέζων στρατιωτών που υπερασπίστηκαν την πατρίδα τους ενάντια στην εισβολή των ΗΠΑ στα τελειώματα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου), πάντοτε θα ερίζουν για τον τίτλο της κορυφαίας δημιουργίας του.

Το «Million Dollar Baby», η ταινία που κυκλοφόρησε στην εκπνοή του 2004 και λίγους μήνες αργότερα χάρισε στον Αμερικανό το δεύτερο νταμπλ της καριέρας του στις οσκαρικές κατηγορίες Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας (σ.σ. μετά τους «Ασυγχώρητους»), είναι ίσως η πιο προοδευτική στιγμή του Ίστγουντ. Σφραγίζει, θα έλεγε κανείς, το status του ως πολύπλευρου καλλιτέχνη «αντιθέσεων», ο οποίος παρότι διατηρεί εσαεί το έρεισμά του στο δεξιόστροφο κοινό με τον αμερικανικό πατριωτισμό που συχνά ξεχειλίζει στο μεγάλο πανί (βλ. «American Sniper» του 2014), αποδεικνύει κατ’ επανάληψη ότι έχει τον τρόπο να συνδιαλέγεται και με ένα πολύ πιο «προχωρημένο» ακροατήριο. Όταν θέλει! Τις σκέψεις μου για αυτή την ταινία, και τα αντιφατικά συναισθήματα που μου προκάλεσε, θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, 16 χρόνια από την πρώτη προβολή της. Εδώ ο αειθαλής Ίστγουντ κινείται σε τριπλό ταμπλό, αναλαμβάνοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τα ηνία της σκηνοθεσίας και της παραγωγής, κατορθώνοντας, αφενός, η ταινία να γυριστεί μέσα σε μόλις 37 μέρες, αφετέρου να σαρώσει τα βραβεία, κερδίζοντας τέσσερα Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Α’ Γυναικείου Ρόλου (Χίλαρι Σουάνκ) και Β’ Ανδρικού Ρόλου (Μόργκαν Φρίμαν), ενώ επίσης απέσπασε δύο Χρυσές Σφαίρες, αυτής για την Καλύτερη Σκηνοθεσία και την Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία σε Δραματική Ταινία για τη Χίλαρι Σουάνκ.

Δεν θα πω ψέματα. Στην πρώτη ώρα διάρκειάς της, η ταινία δεν είχε εκτοξεύσει τις προσδοκίες μου. Στα της υπόθεσης: Η Μάγκι (Χίλαρι Σουάνκ), μία 30χρονη σερβιτόρα από το Μιζούρι, προσεγγίζει τον Φράνκι (Κλιντ Ίστγουντ), έναν βετεράνο μποξέρ, νυν προπονητή και ιδιοκτήτη ενός σχεδόν ξεπεσμένου γυμναστηρίου, θέλοντας να γίνει επαγγελματίας μποξέρ και να κατέβει με αξιώσεις σε αγώνες. Ο πεισματάρης Φράνκι στην αρχή ξεκαθαρίζει πως δεν προπονεί γυναίκες, στη συνέχεια όμως το πείσμα και η υπομονή της Μάγκι γίνονται ικανά να κάμψουν αυτή τη στάση. Τελικά οι δύο τους θα ακολουθήσουν ένα ανηφορικό μονοπάτι επιτυχίας.

Μέχρι εκείνο το σημείο, δεν με έχει ξετρελάνει κάτι στην πλοκή, ενώ οι ερμηνείες είναι το βασικό ερέθισμα για να μην αφήσω την ταινία στη μέση. Ένα επικαιροποιημένο «Rocky» (1976) σε θηλυκή έκδοση, φιλτραρισμένο μεν με την ισορροπημένη δραματική προσέγγιση του Ίστγουντ, αλλά σε κάθε περίπτωση μία ακόμη επέλαση προς το Αμερικανικό Όνειρο. Επιπλέον, υπάρχουν οι θρησκευτικές αναφορές που μεταφέρονται με τις σχολαστικές επισκέψεις του Φράνκι στην εκκλησία, οι διάλογοι με τον πνευματικό του, αλλά και οι υπαινιγμοί για τη διαταραγμένη σχέση με την κόρη του που εγείρουν ερωτηματικά για το παρελθόν του και σε «κρατούν» στην ταινία.

Πάντως θα ήμουν άδικη εάν παρέλειπα να σχολιάσω τον χαρακτήρα του επιστάτη του γυμναστηρίου. Ο «απόστρατος» μποξέρ Σκραπ (Μόργκαν Φρίμαν), που μένει πιστός συνοδοιπόρος στο πλευρό του Φράνκι όταν όλοι τον έχουν εγκαταλείψει, είναι φαινομενικά ένας δευτερεύων ρόλος, αποδεικνύεται όμως ο κομβικότερος όλων για την συνεκτικότητα της πλοκής. Αυτό επιτυγχάνεται διττά· αφενός, με καθοριστικές επεμβάσεις του χαρακτήρα στα τεκταινόμενα, αφετέρου με τα voice-over που δίνουν τη δυνατότητα στην αφήγηση να δρασκελίζει γεγονότα, χωρίς, όμως, να αφήνει κενά. Ιδίως η τεχνική του voice-over, που σε άλλες παραγωγές έχει αποδειχθεί παγίδα και «εύκολη λύση», εδώ παρέχει το προνόμιο να εισέρχονται ταιριαστές φιλοσοφικές θεωρήσεις για το μποξ και τη ζωή (σ.σ. «everything in boxing is backwards: sometimes the best way to deliver a punch is to step back… But step back too far and you ain’t fighting at all»), δίνοντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες ανάσες στον θεατή.

Η Μάγκι θέλει να ρίχνει όλες τις αντιπάλους νοκ-άουτ από τον πρώτο γύρο. Ακόμη και όταν τα καταφέρνει, οι επευφημίες και οι λοιπές αντιδράσεις του κόσμου δεν διαρκούν παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα πριν ή μετά το καμπανάκι. Οι στιγμές του θριάμβου είναι φευγαλέες, και αυτό που μένει είναι η πραγματική εικόνα από μια ζωή ταγμένη στην κοπιαστική, σχεδόν αγωνιώδη προσπάθεια για καταξίωση. Τα χρήματα που κερδίζει δεν τα ξοδεύει σε speedάτα αυτοκίνητα και λούσα, έστω για να ικανοποιηθούν κάποιοι θεατές βλέποντας τη ματαιοδοξία του Αμερικανικού Ονείρου να πραγματοποιείται. Όταν ο προπονητής τη ρωτά τι τα κάνει, αυτή αφοπλιστικά απαντά: «Αποταμιεύσεις».

million-dollar-baby-mia-odi-ston-clint-eastwood-enan-kallitexni-antitheseon-1

***SPOILER ALERT***

Και εκεί, μάλλον κάτι πρέπει να μας υποψιάσει, ότι ο γερο-Κλιντ πάλι αποφάσισε να μπλοφάρει και δεν θα το πάει από το βατό μονοπάτι.Έτσι, στην επόμενη μονομαχία για τον μεγάλο τίτλο, το αναπάντεχο συμβαίνει: Η Μάγκι ανεβαίνει στο ρινγκ και, ενώ στην αρχή τα βλέπει σκούρα, με την καθοδήγηση του Φράνκι βλέπουμε να γυρνάει το παιχνίδι. Όμως μια στιγμή χαλάρωσης φτάνει για να δεχθεί ένα άκρως ύπουλο και σκληρό χτύπημα, το οποίο θα της προκαλέσει τετραπληγία! Η συμβουλή “always protect yourself” ηχεί σαν ψίθυρος των Ερινυών στα αυτιά της, τη στιγμή που η ζωή της καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Τελικά το περιεχόμενο της ταινίας είναι πολύ πιο βαθύ από ό,τι περιμέναμε. Ανατρεπτικό και με απρόβλεπτες αρετές, σαν την καριέρα του δημιουργού της.

Από εκεί και έπειτα ξεκινά μια άλλη ταινία, ή, αν προτιμάτε, το «Million Dollar Baby» λαμβάνει διαστάσεις που δεν θα μπορούσαμε να είχαμε φανταστεί. Η υγεία της Μάγκι παίρνει την κατιούσα, χωρίς κανένα σημάδι ανάκαμψης. Παραμένει επί μήνες κλινήρης, με μηχανισμό υποστήριξης για να ανασαίνει. Όταν θα χάσει το πόδι της από σηψαιμία λόγω της ακινησίας, θα εξανεμισθεί και κάθε ίχνος ελπίδας, όχι για να παίξει ξανά μποξ, αλλά για να επανέλθει στη ζωή.

Τότε, στο προσκήνιο μπαίνει η φωτογραφία, με χαρακτηριστικά σκοτεινά πλάνα γεμάτα διαγωνίους δια χειρός Τόμας Στερν («The Hunger Games», «Gran Torino»). Αμφιβολία, αγωνία, αλλά και συναισθήματα αγάπης που εντείνονται και χαρακτήρες που δοκιμάζονται και αμφιταλαντεύονται. Η Μάγκι δεν αντέχει άλλο να φυτοζωεί και ζητά από τον Φράνκι να τη βοηθήσει να «φύγει». Από τον συντηρητικό, θρήσκο Φράνκι… Εκείνος λογικά δειλιάζει, αναρωτιέται αν με αυτό τον τρόπο θα διαπράξει αμαρτία, συμβουλεύεται τον πνευματικό του. Όταν, εκείνος του απαντάει ότι ύστερα από αυτό θα χάσει εντελώς τον εαυτό του, ο ηλικιωμένος προπονητής λαμβάνει τη μεγάλη απόφαση, γνωρίζοντας ότι στην πραγματικότητα δεν έχει μείνει πια τίποτα για να χάσει.

Αναφύονται, λοιπόν, ερωτήματα που ακόμα και σήμερα ταλανίζουν την Ανθρωπότητα και την Ηθική. Πότε η Ζωή είναι άξια να τη ζει κανείς; Τα Συντάγματά μας και εν γένει τα πολιτειακά μας κείμενα μιλούν για την Αξιοπρέπεια της ζωής και την υποχρέωσή μας να την προστατεύουμε, τι γίνεται όμως όταν συνειδητά θες να οδηγηθείς στον Θάνατο με αξιοπρέπεια; Το Ευ Θνήσκειν; Αυτή την ιστορία επέλεξε να μας αφηγηθεί και ο μέγας Κλιντ, χωρίς να φοβάται να έρθει σε ρήξη ακόμα και με τους συντηρητικούς οπαδούς του.

Άλλα όχι μόνο αυτή. Πρόκειται μια ιστορία για την αγάπη, την ισχυρή φιλία που αναπληρώνει τα κενά των οικογενειακών δεσμών, για την ανάκτηση της χαμένης εμπιστοσύνης στους ανθρώπους, για την ουσία να εκπληρώνεις τον σκοπό σου, μακριά από την τυφλότητα που προκαλεί η ματαιοδοξία και η απληστία, το πάθος για και τη διασημότητα και την υστεροφημία.

Εν προκειμένω, ο σκοπός της Μάγκι ήταν να είναι μαχήτρια και όχι τα… Million Dollars. Το έπραξε και έφυγε. Ο σκοπός του καθενός από εμάς ποιος είναι;

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s