Έξι ταινίες του Τζάρμους που θα σας «βγάλουν» από την καραντίνα!

Τζιμ Τζάρμους. Ο δημιουργός που ύμνησε με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο τη ρουτίνα της καθημερινότητάς μας. Tώρα, που αυτή η «κανονικότητα» έχει ανατραπεί, μας είναι πιο απαραίτητος από ποτέ. Στην καρδιά της υγειονομικής κρίσης που πυροδότησε ο νέος κορονοϊός, το Film Planet προτείνει έξι ταινίες του Αμερικανού «indie» σκηνοθέτη για συντροφιά στις μέρες του «εγκλεισμού». Κάποιες για διαφυγή σε μακρινές, αντιηρωικές περιπλανήσεις, άλλες για χαλάρωση και υπενθύμιση της πραγματικής αξίας των απλών, καθημερινών στιγμών μας.

6. «Οι Νεκροί δεν Πεθαίνουν» («The Dead Don’t Die», 2019)

eksi-tainies-tou-jarmusch-pou-tha-sas-vgaloun-apo-tin-karantina-1

Γράφει η Βίβιαν Μελικόκη

Ξεκίνημα με το περσινό «The Dead Don’t Die» και μια διαφορετική «πανδημία», σίγουρα πιο τρομακτική από αυτή που ζούμε αυτή την περίοδο. Μια περίπτωση όπου το είδος του «zombie movie» παίρνει νέες διαστάσεις και έρχεται στα μέτρα του Τζάρμους. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που ο Αμερικανός δημιουργός μνημονεύει τα ζόμπι σε έργο του. Μνεία είχε κάνει και στο «Only Lovers Left Alive», αναφερόμενος στο ανθρώπινο είδος της υποκουλτούρας, βυθισμένο στις εξαρτήσεις παντός είδους και τις νευρώσεις του. Εν προκειμένω, στην πιο πρόσφατη ταινία του Τζάρμους, τα zombie δεν διψούν για αίμα και σάρκα, αλλά για τα πράγματα για τα οποία «πέθαιναν» ενόσω ήταν ζωντανοί άνθρωποι. Η ταινία στηλιτεύει αρκετά τολμηρά για τα δεδομένα του δημιουργού της τα κακώς κείμενα του δυτικού πολιτισμού, όπως οι τεχνολογικές –και όχι μόνο- εξαρτήσεις, ο καταναλωτισμός και φυσικά οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ και του «Make America white again».

Ο Τζάρμους δεν διστάζει να επιστρατεύσει ξανά τους πρωταγωνιστές- φετίχ του, που δεν είναι άλλοι από τον Μπιλ Μάρεϊ και τον Άνταμ Ντράιβερ στον ρόλο των αστυνομικών που καλούνται να εξιχνιάσουν το ανεξήγητο μυστήριο και να προστατεύσουν τους πολίτες του Σέντερβιλλ, τον Τομ Γουέιτς στο ρόλο του ερημίτη–φιλόσοφου, τον Ίγκι Ποπ στον ρόλο του ζόμπι που διψά –μα γιατί άλλο?- για καφέ (!) και την Τίλντα Σουίντον να υποδύεται την αινιγματική ιδιοκτήτρια του γραφείου τελετών με την ιδιότυπη σκωτσέζικη προφορά και τις ιδιαίτερες ικανότητες στο κατάνα. Επιπλέον, εισάγει και νέα φυντάνια από τη σόουμπιζ, όπως η τραγουδίστρια-ηθοποιός Σελένα Γκόμεζ.

Από την ταινία δεν λείπουν, φυσικά, οι ξεκαρδιστικές –τζαρμουσικού ύφους και πραότητας- ατάκες, οι meta σεναριακές αναφορές στον ίδιο τον Τζάρμους, στο θέμα της ταινίας, αλλά ακόμα και στο «Star Wars», το οποίο ο Τζάρμους «αγαπά να μισεί», δηλώνοντας πως δεν έχει δει ποτέ κανένα και διακρίνοντας ως πολύ πιθανό στο τέλος να τον θυμούνται μόνο γι’ αυτό.

Με αυτά τα υλικά, συνθέτει ένα καυστικό λίβελλο για την έλλειψη κοινωνικής ευσυνειδησίας της πλειοψηφίας, για την εταιρική απληστία να ελέγχει τα πάντα, για τους ανάλγητους ηγέτες που δεν έχουν την παραμικρή περιβαλλοντική ευαισθησία.

Αναλογίες μεταξύ της ταινίας και της παρούσας κατάστασης εννοείται πως μπορούμε να βρούμε, ενώ σε κάθε περίπτωση συνιστά μια καλή «ευκαιρία» να αναλογιστούμε τη θέση μας και το βάρος της ευθύνης μας έναντι σε αυτόν τον κόσμο, σε αυτή την Κοινότητα που λέγεται ΓΗ.

5. «Τσακισμένα Λουλούδια» («Broken Flowers», 2005)

Έξι ταινίες του Τζάρμους που θα σας «βγάλουν» από την καραντίνα!

Εξηγούμαι εξαρχής, για να μην παρεξηγούμαι. Οι περισσότερες ταινίες του Τζάρμους δεν έχουν κάτι εξεζητημένο να σου «πουν», να σου απαντήσουν με λέξεις πάνω σε δυσνόητα νοήματα. Δεν πραγματεύεται τα Υψηλά και τα Βαθιά της Ζωής ή ίσως το κάνει, αλλά όχι με ένα προφανή, αλλά ούτε με έναν επιτηδευμένα «ψαγμένο» τρόπο. Δεν σου δίνει στο πιάτο ΤΙ πρέπει να καταλάβεις, αλλά είναι η ευαίσθητη χορδή που αγγίζει στον καθένα μας και η επίγευση που σου αφήνει μετά τη θέαση μιας ταινίας. Ίσως, είναι και αυτό που τελικά συντέλεσε στο να τιμηθεί η ταινία με το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής των Καννών στο φεστιβάλ του 2005.

Στα «Τσακισμένα Λουλούδια»· ο εξαιρετικός –και στα όρια του φετίχ αγαπημένος του Τζάρμους– Μπιλ Μάρεϊ υποδύεται έναν μονήρη flat μεσήλικα, απόστρατο πια από τη ζωή, όπως και η ζωή από αυτόν. Μετά την εγκατάλειψη της τελευταίας σχέσης του, μένει και κατά κυριολεξία μόνος και έρημος. Αυτή την ερημία έρχεται να διαρρήξει η αποστολή ενός αινιγματικού ροζ γράμματος, με το οποίο του αποκαλύπτεται η ύπαρξη ενός 19χρονου υιού. Με την παρότρυνση του γείτονα –και μοναδικού του φίλου-, οδηγείται σε ένα «τραβάτε με και ας κλαίω» roadtrip στην αμερικανική επαρχία, ώστε να βρει τις παλιές φιλενάδες του που πιθανόν να είναι και οι μητέρες του γιου του.

Κατά αυτόν τον τρόπο, βλέπουμε τον πρωταγωνιστή να περιπλανιέται ως άλλος Οδυσσέας, περνώντας από την Κίρκη, του σεξ τη θεά (a.k.a Σάρον Στόουν) που λέει και ο Νίκος Πορτοκάλογλου, στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, μέχρι που τελικά επιστρέφει και πάλι στην Ιθάκη. Εκεί θα τον περιμένει κάποιος Τηλέμαχος ή όχι; Το μυστήριο λύνεται ή μπερδεύεται ακόμη περισσότερο;

Εάν εφαρμόσουμε τους συμβολισμούς της Οδύσσειας και εδώ, δεν μπορούμε να βρούμε πτωχική την Ιθάκη και να την κατηγορήσουμε για ένα μάταιο ταξίδι. Εγώ τουλάχιστον νιώθω ευγνώμων, γιατί ο Τζάρμους ως άλλες Σειρήνες διάλεξε και με σύστησε με τους Greenhornes και το αειθαλές τους «There is an end», μα πάνω από όλα με την Ethiopian jazz του Mulatu Astatke στο «Yègellé Tezeta» και το «Yekermo Sew», τα οποία έρχονται κοντά σου και σε ακολουθούν σε κάθε φυσικό ή νοητό ταξίδι, όπως τώρα που βρισκόμαστε περιορισμένοι στις εστίες μας.

4. «Καφές και Τσιγάρα» («Coffee and Cigarettes», 2003)

eksi-tainies-tou-jarmusch-pou-tha-sas-vgaloun-apo-tin-karantina-3

Καραντίνα, ημέρα 31η. Έχετε μπουχτίσει από τα instagram live και από τους σελέμπριτιζ που χωρίς την πολύτιμη αρχισυνταξία να τους υποστηρίζει από τα μετόπισθεν, φαντάζουν πιο ανούσιοι και κενοί ακόμα και από τις υδρορροές στα Κύθηρα που έχουν ηλιοφάνεια 300 ημέρες τον χρόνο;

Τσεκάρετε τότε το Coffee & Cigarettes του Τζάρμους, ο οποίος ήδη από το 2003 επιστρατεύει ένα πάνθεον μουσικών και ηθοποιών, από τους κλασικούς του, Μπιλ Μάρεϊ, Ίγκι Ποπ, και Τομ Γουέιτς μέχρι την Κέιτ Μπλάνσετ, το Ρόμπερτο Μπενίνι και τους Jack & Meg White (γνωστοί σε όλους μας ως White Stripes του “Seven Nation Army”) και τους βάζει να τα λένε …. «κάτι απογεύματα με καφέ και τσιγάρο».

Πρόκειται, ουσιαστικά, για έντεκα ιστορίες που γυρίστηκαν σε διάρκεια 17 χρόνων, με εναρκτήριο λάκτισμα το «Strange to Meet You», μία ταινία μικρού μήκους που ζήτησαν οι υπεύθυνοι του Saturday Night Live από τον Τζιμ Τζάρμους να γυρίσει το 1986 για το σόου.

Θα το επαναλάβω κι εδώ· μην περιμένετε να δείτε καμιά σοφιστεία ή να σας ανοίξει το τρίτο τσάκρα παρακολουθώντας το. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Τζάρμους δεν έκανε παραπάνω από δύο–τρεις λήψεις την κάθε σκηνή. Η ουσία έγκειται στην απλότητα της συζήτησης, τον σχεδόν αυτοσχεδιαστικό διάλογο, στις 11 «βινιέτες» που εστιάζουν στις νευρώσεις και τις εξαρτήσεις των πρωταγωνιστών, τη ματαιοδοξία του να είσαι «κάποιος», και τέλος- τέλος στη ματαιότητα της ύπαρξης στον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Άλλωστε, πόσοι από εμάς δεν έχουμε δαπανήσει ώρες επί ωρών κενολογώντας ή αμπελοφιλοσοφώντας; Μήπως μας πιάνει μια αμηχανία καθότι και εμείς οι ίδιοι βλέπουμε τους εαυτούς μας «have been there, done that»;

Θα μπορούσε να πει κανείς τον Τζάρμους προφητικό; Γιατί όχι; Πρώτος δεν έκανε μόδα το βήξιμο στον αγκώνα και την ατάκα «Δεν είναι ίωση, απλός τσιγαρόβηχας»; Ε, τον τελευταίο καιρό σίγουρα αρκετοί από εμάς έχουν σπεύσει να δικαιολογηθούν με παρόμοιο τρόπο, μια που σήμερα η παραμικρή υποψία συμπτώματος αρκεί για να σε «στοχοποιήσει».

3. «Μόνο Οι Εραστές Μένουν Ζωντανοί» («Only Lovers Left Alive», 2013)

eksi-tainies-tou-jarmusch-pou-tha-sas-vgaloun-apo-tin-karantina-4

Θες να δεις κάτι βραδύκαυστο, το οποίο, όμως ταυτόχρονα, θα σε συνεπάρει σε μια κινούμενη άμμο κινηματογραφικού στιλ, με συνοδοιπόρους τα τράβελινγκ πλάνα στους νυχτερινούς δρόμους του Ντιτρόιτ και της Ταγγέρης και την υπνωτιστική- αισθησιακή μουσική;

Αν ναι, κάτσε αναπαυτικά και βάλε το «Only Lovers Left Alive».

Οι βιαστικοί και επιφανειακοί θα σπεύσουν να μιλήσουν για μια στιλιζαρισμένη ιστορία δύο χιπστερο-βαμπίρ, η οποία εκτυλίσσεται μέσω μιας άνευρης πλοκής που δεν κορυφώνεται πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων.

Όσοι έχουν την υπομονή θα αντιληφθούν, όπως σχεδόν σε όλες τις ταινίες του ο Τζάρμους, πως πρόκειται για μια αλληγορική στηλίτευση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, ο οποίος, ξεχνώντας τις «ρίζες» του, παραπαίει στο εφήμερο.

Ως άλλοι πρωτόπλαστοι, ο Άνταμ και η Ίβ (Τομ Χίντλεστον και Τίλντα Σουίντον), αιθέρια εξωτικοί και απόκοσμοι, μας ξεναγούν στον ποιητικό τους κόσμο, από τον οποίο δεν λείπουν τα αναμενόμενα homage όχι μόνο σε καλλιτέχνες, όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε ο Αμερικανός σκηνοθέτης, αλλά και σε κιθάρες, όπως οι Gibson, οι Gretsch και άλλες πανέμορφες «αντίκες» από το 1930 μέχρι τα 70s, καθώς και σε ανθρώπους των γραμμάτων, των τεχνών και επιστήμονες, όπως ο Δαρβίνος, ο Γαλιλαίος, ο Τέσλα, οι οποίοι, αφού πρώτα εκδιώχθηκαν, έπειτα εισέπραξαν τον θαυμασμό και την αναγνώριση. Μάλιστα, δεν λείπει το κλείσιμο του ματιού στη θεωρία που ταλανίζει τον φιλολογικό και μη κόσμο ότι ο θεατρικός συγγραφέας Κρίστοφερ Μάρλοου έγραφε τα πονήματα του Ουίλιαμ Σαίξπηρ.

Οι δύο εραστές ζουν εντελώς ελεύθερα και αντοκομφορμιστικά τον έρωτά τους ανά τους αιώνες, αυτός στη Δύση (Ντιτρόιτ, ΗΠΑ) και εκείνη στην Αφρική (Ταγγέρη, Μαρόκο). Πρόκειται ουσιαστικά για τη μεταφορά του γιν-γιανγκ (χαρακτηριστικό πλάνο των δύο πάλλευκων κορμιών τους στα μαύρα σεντόνια), για το συμβολισμό δύο αντίρροπων δυνάμεων που εξισορροπούν, παρά την απόσταση που βρίσκεται ανάμεσά τους, ως άλλα σωματίδια της Κβαντικής διεμπλοκής. Ο Άνταμ, πιο επιρρεπής στη μελαγχολία και τον εγωκεντρισμό, έχει δίπλα του την Ίβ να τον προσγειώνει και να τον επαναφέρει στη διαχρονική ουσία της αέναης και της άχρονης Ζωής, η οποία δεν είναι άλλη από το να εκτιμάς τη Φύση, να καλλιεργείς την Καλοσύνη και τη Φιλία, και πολύ απλά…. να χορεύεις!!

Άλλωστε με τις απίστευτες μουσικάρες του μπαρόκ λαουτίστα Jozef van Wissem, του συγκροτήματος Sqürl και της αισθαντικής Ανατολίτισσας Yasmine Hamdan, δεν μπορείς παρά να παρασυρθείς σε χορευτικούς ρυθμούς!! (σ.σ. εδώ να αξίζει να πούμε ότι η Λιβανέζα Hamdan δεν εκπλήρωσε την ευχή του Άνταμ «να μη γίνει διάσημη» και μάλιστα πέρυσι το καλοκαίρι επισκέφτηκε τη χώρα μας στα πλαίσια του Summer Nostos Festival 2019 του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος).

Όταν τα όρια στενεύουν και οι «προμήθειες» τους τελειώνουν, η Τέχνη και ο Έρωτας θα επιτελέσουν επαρκώς το ρόλο της σωσίβιας λέμβου; Η απάντηση επί της οθόνης.

2. «Paterson» (2016)

eksi-tainies-tou-jarmusch-pou-tha-sas-vgaloun-apo-tin-karantina-5

Με πιο μινιμαλιστική διάθεση από ποτέ, ο Τζάρμους συνθέτει μια Ωδή στην καθημερινότητα, τηρώντας ευλαβικά το αριστοτελικό μέτρο στις επίγειες χαρές και λύπες της ζωής· χωρίς κρεσέντα, πανηγυρισμούς, εξάρσεις, χωρίς κλαυθμούς και οδυρμούς. Όπως, ακριβώς, δίδασκαν ο Επίκτητος, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Σενέκας για το πώς να αντιμετωπίζουμε τη Ζωή· σ τ ω ι κ ά.

Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σε αυτήν την ταινία γίνονται πιο έντονα από κάθε άλλη φορά: Διάλογοι, συνήθειες και διαδρομές που επαναλαμβάνονται με ράθυμη και νωχελική διάθεση και σε απορροφούν, δίδυμοι που συναντάς τυχαία στο δρόμο, τράβελινγκ πλάνα που σε υπνωτίζουν όπως η κυκλική περιφορά των δειχτών του ρολογιού, γιν- γιανγκ συνειρμοί μέσα από τα ασπρόμαυρα μοτίβα, χαρακτήρες και διαθέσεις. Ακόμα, και το επίθετο του ήρωα, «Paterson», συμπίπτει με το όνομα της πόλης, ενώ το πραγματικό όνομα του πρωταγωνιστή, Adam «Driver» μαρτυρά και την ιδιότητα του ήρωα, που είναι οδηγός λεωφορείου. Και στίχοι· στίχοι παντού, ακόμα και υπό τον ρυθμό του παλλόμενου πλυντηρίου.

Τα ποιήματα, μάλιστα, που εμφανίζονται είναι του Ron Padgett, ενός από τους αγαπημένους σύγχρονους ποιητές του σκηνοθέτη, ενώ το ποίημα «Water falls» είναι του ίδιου του Τζάρμους.

Αξιοσημείωτη είναι, δε, και η «ένταση» των φόρων τιμής, στους οποίους μας έχει συνηθίσει ο Τζάρμους και αναμένουμε με προσμονή σε κάθε του ταινία, που όμως εδώ, θα μπορούσαμε να πούμε πως παίρνουν θέση πρωταγωνιστή. Εν προκειμένω, στο επίκεντρο βρίσκεται ο William Carlos Williams, ο βραβευμένος με Πούλιτζερ ποιητής και παιδίατρος από το Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ, δημιουργός του «Paterson», μιας ποιητικής συλλογής που συντέθηκε από το 1946 μέχρι το 1958 –ένα magnus opus, χωρίς ρίμα, με απλό, λιτό, χαλαρό τόνο και περιγραφές αντικειμένων, ανθρώπων και ιστοριών της καθημερινότητας, με σκοπό να επισημάνει τη θέση του σύγχρονου ατόμου ως καθρέφτη της κοινωνίας του.

Αν θα μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε την εν λόγω ταινία σε μία φράση θα ήταν η εξής διαπίστωση: «Κάθε μέρα τίποτε δεν αλλάζει, μα κάθε μέρα δεν είναι ίδια με την άλλη. Μαγικό;»

Ναι μαγικό και ταυτόχρονα ποιητικό, όσο φαντάζει το να σκαρώνει στιχάκια ένας οδηγός λεωφορείου στο Πάτερσον του Νιου Τζέρσεϋ μεταξύ των διαλειμμάτων του ή λίγο αφότου ξυπνήσει και αφήσει την αγκαλιά της αγαπημένης του.

Τώρα, καθίστε και αναλογιστείτε τις δικές σας τελευταίες ημέρες. Ποια ήταν πανομοιότυπη με την άλλη; Κοιμηθήκατε/ ξυπνήσατε την ίδια ώρα; Ψωνίσατε/μαγειρέψατε/φάγατε τα ίδια πράγματα; Μιλήσατε με τα ίδια άτομα; Είχατε το ίδιο κέφι/ κακοκεφιά; Κάνατε τις ίδιες σκέψεις;

Αυτή η μονότονη μοναδικότητα της κάθε στιγμής είναι που κάνει τη Ζωή του καθενός ξεχωριστή και «αξιοβίωτη».

Τέλος, πέρα των ως άνω που θίγει ο Τζάρμους, θέτει και ένα ερώτημα:
– Μεταφράζεται η ποίηση;;
Η απάντησή του:
– Poetry in translations is like taking a shower with a raincoat on.

Γιατί όπως λέει και ο δικός μας Αναστάσης Βιστωνίτης στο Ars Poetica:
«τὸ ποίημα δὲν εἶναι ἄνθος ποὺ μαραίνεται.
Εἶναι βαλσαμωμένος πόνος.»

Και σε ποιαν άλλη γλώσσα, πέραν της μητρικής, μπορεί κανείς να αποδώσει τον ήχο ενός τραύματος που αλαλάζει υποδόρια;

1. «Ο Νεκρός» («Dead Man», 1995)

eksi-tainies-tou-jarmusch-pou-tha-sas-vgaloun-apo-tin-karantina-6

Γράφει ο Νίκος Γαργαλάκος

Ο Γουίλιαμ Μπλέικ (Τζόνι Ντεπ), ένας λογιστής από το Κλίβελαντ, αποφασίζει να κάνει ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή του, αποδεχόμενος μια επαγγελματική πρόταση από τη μακρινή πόλη της Μηχανής. Ο προορισμός του βρίσκεται στον τερματικό σταθμό της σιδηροδρομικής γραμμής που διασχίζει την Άγρια Δύση, στο χείλος του πολιτισμού. Φθάνοντας, βρίσκει θαμμένη στη λάσπη μια μικρή, αποκομμένη πόλη, που απλώνεται απειλητικά μπροστά του. Το εντυπωσιακό γενικό πλάνο της άφιξης και οι περιεργαστικές πρώτες ματιές σκιαγραφούν ένα αφιλόξενο σκηνικό και προαναγγέλλουν έναν ακαθόριστο -ακόμα- κίνδυνο. Η θέση του στο μεταλλουργείο είναι πιασμένη. Σύντομα ο συνεσταλμένος νεαρός θα βιώσει κατ’ επανάληψη τον εκφοβισμό, τον χλευασμό και την απειλή για τη ζωή του.

Ανάμεσα στις δυσάρεστες πρώτες εμπειρίες του πρωταγωνιστή παρεμβάλλεται η παρένθεση μερικών τρυφερών στιγμών, που τελικά αποδεικνύονται αφορμή για χειρότερα μπλεξίματα. Ο Μπλέικ καταλήγει φυγάς και επικηρυγμένος, όταν ξαφνικά το μονοπάτι του σμίγει με ενός άλλου «απόβλητου» μέλους του κοινωνικού συνόλου. Ο λόγος για τον «Κανένα» (Γκάρι Φάρμερ), έναν Ινδιάνο ο οποίος σε νεαρή ηλικία είχε απαχθεί από λευκούς, ανατραφεί μακριά από την πατρογονική εστία και έκτοτε μισηθεί από τους ομοαίματούς του. Βίαια αποκομμένος από τις ρίζες του, ο Κανένας αναζητά τη χαμένη του ταυτότητα και τη θέση του στον κόσμο. Οι δύο απόκληροι νέοι συμπορεύονται, με τον Ινδιάνο ποιητή-φιλόσοφο να γίνεται μέντορας του αγνού Μπλέικ, βοηθώντας τον να σταθεί στα πόδια του και να αποκτήσει πυγμή.

Μαζί με έργα όπως «Η Έντιμος Κυρία και ο Χαρτοπαίκτης» («McCabe & Mrs. Miller», 1971) του Ρόμπερτ Όλτμαν, «Ο Νεκρός» αντιπροσωπεύει έναν κινηματογράφο ο οποίος αμφισβητεί ανελέητα και αποδομεί δημιουργικά τους συμβατικούς «μάτσο» όρους του παραδοσιακού γουέστερν. Ο ίδιος ο Τζάρμους είχε χαρακτηρίσει την εν λόγω δουλειά ως «ψυχεδελικό γουέστερν», μια πολύ εύστοχη «ταμπέλα» εάν επιθυμούμε να περιγράψουμε το μπολιασμένο με σουρεαλιστικά στοιχεία κινηματογραφικό ταξίδι του ονειροπόλου, άβγαλτου πρωταγωνιστή σε έναν εχθρικό κόσμο, μια αρχικά ανυποψίαστη περιπλάνηση σε άγνωστα νερά στο κυνήγι ενός προσγειωμένου ονείρου που γρήγορα ολισθαίνει προς τον εφιάλτη. Η ταινία απογυμνώνει τον μύθο της Άγριας Δύσης από τον ηρωισμό, το ελεύθερο, ρομαντικό πνεύμα και τα υψηλά ιδανικά, και τον «προσγειώνει» στην πραγματική του διάσταση: Τον κυνισμό, την ωμότητα, την τοξική εγωιστική κτητικότητα, τον μισογυνισμό, τα πρωτόγονα ένστικτα και τα αμοραλιστικά, ιδιοτελή κίνητρα που συνθέτουν το πορτρέτο του λευκού κατακτητή. Δηλαδή όλων των συστατικών της κοινωνίας που το είδος συγκάλυψε, προκειμένου να προωθήσει ένα εξωραϊσμένο πρότυπο στον βωμό του σχεδίου οικοδόμησης της αμερικάνικης εθνικής ταυτότητας.

Μια ταινία ασπρόμαυρη, σαν τους συννεφιασμένους και δυσοίωνους στοχασμούς της. Μια ελεγειακή περιφορά σε ποιητικές εικόνες άγριας ομορφιάς, ντυμένες υπό τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας του Νιλ Γιανγκ που αυτοσχεδιάζει πιο εμπνευσμένα από ποτέ. Πιστέψτε μας, δεν χρειάζεστε κάτι άλλο. «Ο Νεκρός» δεν είναι απλά το αριστούργημα του Τζάρμους. Είναι η ταινία που θα σας καθηλώσει στην οπτικοακουστική ομορφιά της, θα σας απορροφήσει στους ρυθμούς της, θα σας δώσει τροφή να αμφισβητήσετε κι εσείς το είδος που η ίδια κατάφερε να αναζωογονήσει με τη μεταμοντέρνα προσέγγισή της. Με μια φράση: Θα σας ταξιδέψει πολύ παραπέρα από τα όρια των οριζόντων σας. Υπάρχει ιδανικότερη διαφυγή;

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s