All time classics: «Stalker» (1979)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Τρεις άνδρες, ο Στάλκερ (Αλεξάντερ Καζαντανόφσκι), ένας συγγραφέας (Ανατόλι Σολονίτζιν) και ένας καθηγητής φυσικής (Νικολάι Γκρίνκο) συνομιλούν για τη «Ζώνη». Πρόκειται για μια περιοχή που εικάζεται ότι χτυπήθηκε από κάποιον μετεωρίτη κι από τότε ανέπτυξε ανεξήγητη δραστηριότητα. Η κυβέρνηση της χώρας έχει απαγορεύσει στους πολίτες να την προσεγγίζουν, περιφράσσοντάς την. Παρακινημένοι από τις φήμες που έχουν κυκλοφορήσει, ο συγγραφέας και ο καθηγητής διαπραγματεύονται με τον Στάλκερ το πέρασμα στη Ζώνη, όπου ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι γνωρίζει τη θέση ενός Δωματίου με υπερφυσικές δυνάμεις. Πρόκειται για ένα μέρος που μπορεί να πραγματοποιήσει τις πιο μύχιες επιθυμίες των επισκεπτών του. Προκειμένου βέβαια να φθάσουν μέχρι εκεί, θα χρειαστεί να υπερβούν μια σειρά από θανάσιμους κινδύνους που παραμονεύουν εντός τις αφιλόξενης περιοχής. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η υπόθεση του «Stalker» (1979), της ταινίας που έμελε να με μαγέψει περισσότερο από κάθε άλλο κομψοτέχνημα του Αντρέι Ταρκόφσκι, και φυσικά πήγαινε πολύς καιρός που χρωστούσα να μοιραστώ μερικές σκέψεις για αυτήν. Η συγκυρία δεν είναι τυχαία: Σήμερα, 4η Απριλίου, είναι η επέτειος γέννησης του αξεπέραστου αυτού δημιουργού (1932-1986).

Η ταινία είναι μια ελεύθερη διασκευή της νουβέλας «Roadside Picnic» των Μπόρις και Αρκάντι Στρουγκάρσκι.

Έξω από τα όρια της Ζώνης, ο Ρώσος σκηνοθέτης στήνει μια γκρίζα, δυστοπική καθημερινότητα, φωτογραφίζοντας εμμέσως πλην σαφώς το κομμουνιστικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. Περιττό να πούμε ότι με αυτή του την κίνηση είναι σαν να… αυτοεξορίζεται (αυτή ήταν η τελευταία ταινία που γύρισε επί σοβιετικού εδάφους). Πάντως στην ταινία, καμία αυταρχική κυβέρνηση δεν μπορεί να έχει το παραμικρό εκτόπισμα εντός των ορίων της μυστηριώδους περιοχής. Σπάζοντας τον ασφυκτικό στρατιωτικό κλοιό και εισβάλλοντας στην απαγορευμένη «ζώνη», οι τρεις συνοδοιπόροι αντικρίζουν εικόνες από ένα νεκροταφείο αρμάτων μάχης που είχαν τολμήσει να προσεγγίσουν την τοποθεσία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Η εικόνα έχει πια αποδεσμευθεί από το μουντό ασπρόμαυρο φίλτρο, σαν ζωή που αποκτά ξανά χρώμα.

Όπως εξηγεί ο ξεναγός Στάλκερ, η «Ζώνη» είναι ένας δαιδαλώδης λαβύρινθος από παγίδες που αλλάζει συνεχώς από τη στιγμή που αρχίζεις να τον διαβαίνεις. Όπως δηλαδή και εμείς στη ζωή μας, γινόμαστε διαφορετικοί άνθρωποι κάθε στιγμή που περνά. Η εισβολή στη Ζώνη αντικατοπτρίζει την καταβύθιση των ηρώων μας στα ενδότερα του ψυχισμού τους. Είναι μια επίπονη εσωτερική αναζήτηση σε έναν ωκεανό υπαρξιακής αγωνίας, φθάνοντας μέχρι τα άδυτα του υποσυνείδητου, εκεί όπου βρίσκονται κρυμμένες οι δυνάμεις που μας καθορίζουν. Η κυριαρχία πάνω σε αυτές τις δυνάμεις, μπορεί να σημάνει την πραγμάτωση της ουσιαστικής ελευθερίας και πνευματικής αυθυπαρξίας του ατόμου. Για πολλούς, η ολοκλήρωση του υπαρξιακού αυτού μονοπατιού παραμένει ανεκπλήρωτος στόχος εφ’ όρου ζωής.

Καθένας από τους χαρακτήρες της ταινίας εκπροσωπεί κάτι ξεχωριστό. Ο καθοδηγητής Στάλκερ είναι ένας καθημερινός, απλός άνθρωπος που ελλείψει προοπτικών αγκιστρώνεται από την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη, σε ένα περιβάλλον που μοιάζει εχθρικό για την έκφρασή της. Εδώ είναι και πάλι προφανής η νύξη του Ταρκόφσκι στη Σοβιετική Ένωση, όπου η θρησκευτική λατρεία τελούσε υπό διωγμό. Αποκούμπι για τον απελπισμένο Στάλκερ είναι η καταφυγή στην «προφυλαγμένη» Ζώνη, όπου ο ρόλος του δεν είναι απλά να δείξει στους συνοδοιπόρους του τον δρόμο προς στην πραγμάτωση των επιθυμιών τους, αλλά πολύ περισσότερο να εκφράσει την έμφυτη αναγκαιότητά τους να εξεύρουν το νόημα της ύπαρξής τους. Η πίστη είναι το κεντρικό θέμα που διέπει το συγκεκριμένο έργο του Ταρκόφσκι, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αποκλειστικά την προσήλωση σε μια ανώτερη δύναμη. Ο συγγραφέας για παράδειγμα είναι ένα τυραννισμένο και συναισθηματικό άτομο που στερείται αυτοπεποίθησης -δηλαδή πίστης στις ικανότητές του. Εκπροσωπεί τον κόσμο των τεχνών και εισβάλλει στον αλλόκοτο κόσμο του Στάλκερ σε αναζήτηση έμπνευσης. Από την άλλη, o καθηγητής-επιστήμονας πραγματοποιεί την επίσκεψή του με αφορμή την αναζήτηση του παράγοντα που θα τον οδηγήσει σε μία σημαντική επιστημονική ανακάλυψη, όμως ο αιτιώδης λόγος είναι το φιλτράρισμα αυτής της περιοχής μέσα από το πρίσμα του ορθολογισμού. Εκπροσωπεί τον επιστημονικό κόσμο. Όπως όμως θα αποδειχθεί, και οι τρεις συνοδοιπόροι είναι αρκετά ανασφαλείς με τη θέση τους στον κόσμο τον οποίο εκπροσωπούν.

Στα χέρια του Ταρκόφσκι, η αντιπαράθεση με τη μουντή ματαιότητα της καθημερινότητας καθιστά την άγρια ομορφιά της Ζώνης μαγευτική, αχανή, μυστηριώδη και μυσταγωγική, χαρίζοντας ποιητικές εικόνες απείρου κάλλους. Το παιχνίδι με τα απότομα ζουμαρίσματα στους πρωταγωνιστές χαρίζει στην ταινία μερικά από τα εμβληματικότερά της κάδρα. Όταν η εικόνα είναι ακόμα ασπρόμαυρη, οι διψασμένοι για απαντήσεις ήρωές μας καδράρονται μέσα στα στενά πλαίσια θυρών και παραθύρων από όπου ψάχνουν εξεταστικά για διέξοδο. Έπειτα, όταν εισχωρήσουν στη ζώνη, αυτά τα πλαίσια που σχηματίζονται από τα νέκρα κουφάρια των στρατιωτικών οχημάτων και των βιομηχανικών εγκαταστάσεων που βιώνουν την αποσύνθεση, ισοδυναμούν με το πέρασμα στο επόμενο στάδιο της αναζήτησης.

all-time-classics-stalker-1979-1

Άλλοτε, ο φακός ακολουθεί τους ήρωές μας με ανεξάντλητα close-ups, τη στιγμή που η όψη και η χροιά του εντελώς αποσπασματικού φόντου τους διαφοροποιείται μέσα από τα ήπια εναλλασσόμενα οπτικά και ηχητικά ερεθίσματα του παρασκηνίου. Μαζί με τις εναλλαγές του φωτισμού, δίνουν στο περιβάλλον-σκηνικό τον ρόλο ενός ζωντανού οργανισμού με διεργασίες, ενός κόσμου δηλαδή που αλλάζει συνεχώς μπροστά στα μάτια των πρωταγωνιστών.

Η επικράτηση της φύσης είναι συντριπτική πάνω στα βιομηχανικά χαλάσματα, σε ένα τοπίο έρημο πια από ανθρώπινη παρουσία, μα με σκόρπια απομεινάρια που την υπενθυμίζουν. Σε μια ονειρική σεκάνς, ο φακός ξεφεύγει από τον Στάλκερ και κινούμενος αργόσυρτα εξετάζει πανοραμικά την προέκταση του κορμιού του, ένα παρακείμενο ποτάμι. Στον πάτο του βλέπουμε να αναπαύονται αντικείμενα που κόμισε κάποιο ανθρώπινο χέρι. Μια σύριγγα, ένα πολυβόλο όπλο, ένα ταλαιπωρημένο εικόνισμα με σκόρπια κέρματα επάνω. Καθετί από αυτά, κρατά τον δικό του συμβολισμό για τα πάθη και τις ματεριαλιστικές ονειρώξεις της ανθρωπότητας. Ένα μικρό κοπάδι από ψάρια προτιμά να φωλιάσει στα απομεινάρια μιας γυάλας, παρότι έχει όλο το ποτάμι στη διάθεσή του· μια εικόνα που είναι σαν να μιλά εμμέσως για τον αυτοπεριορισμό μας σε ζώνες «ασφάλειας». Αργότερα, έξω πια από το όνειρο, βλέπουμε τα κατάλοιπα μιας πυρηνικής βόμβας να μολύνουν τον υδροφόρο ορίζοντα, κομίζοντας στο τραπέζι ακόμη και το θέμα της οικολογικής καταστροφής.

Όπως τονίσαμε νωρίτερα επικαλούμενοι τα λεγόμενα του Στάλκερ, η «Ζώνη» συνιστά έναν δαιδαλώδη κόσμο με διαφορετικά επίπεδα, όπου η διείσδυση σε καθένα από αυτά μοιάζει να καθρεφτίζει τη βαθύτερη κατάβαση στα άδυτα του ανθρώπινου ψυχισμού. Συνήθως σηματοδοτούνται μέσα από απροσδόκητα αποτελεσματικές αλλαγές οπτικής γωνίας μέσα στον περιορισμένο χώρο. Τότε, η αλληλουχία των αμέσως προηγούμενων εικόνων καταρρίπτεται και η συνοχή της αλυσίδας σπάει, λες και οι πρωταγωνιστές μας έχουν μόλις επισκεφθεί ένα διαφορετικό -μα εξίσου μαγευτικό- πλανητικό οικοσύστηµα (ενδεικτικά βλ. αδηφάγο σήραγγα & αίθουσα με μικρούς αμμόλοφους). Το ξετύλιγμα του κουβαριού αιχμαλωτίζει ολοένα και περισσότερο τους τρεις τους σε μια υπαρξιακής υφής αναμέτρηση με τους πιο σκοτεινούς εσωτερικούς τους δαίμονες, μερικούς από τους οποίους ίσως και οι ίδιοι αγνοούσαν απόλυτα. Μα πόσο διατεθειμένοι είναι να τους ξεθάψουν, και τι αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό στους ίδιους;

Τελικά, αυτό που μένει είναι ένας ταρκοφσκικός θρίαμβος φιλοσοφικού και ψυχαναλυτικού σινεμά, δοσμένος μέσα από άψογες εικαστικές συνθέσεις και συμβολισμούς που θεμελιώνουν την εξαίσια αλληγορία της «Ζώνης». Τερματικός σταθμός του ταξιδιού είναι το Δωμάτιο, ένα καταφύγιο μεταφυσικής «ελπίδας» για όσους έχουν χάσει κάθε νόημα. Ο Ταρκόφσκι δεν δίνει καμία απόδειξη ότι ο χώρος αυτός διατηρεί πράγματι τις δυνάμεις οι οποίες του αποδίδονται. Η συμβολική έννοια του «δωματίου» διατηρεί πληθώρα εκδοχών, ανάλογα με το τι αντιπροσωπεύει ο καθείς που βρίσκεται στο κατώφλι του. Μπορεί να είναι η καρδιά του υποσυνείδητου, ο Θεός, μια μακρινή ουτοπία ή ακόμη και το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού εφιάλτη. Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας και ο επιστήμονας θα ορθώσουν ενστικτώδεις άμυνες στη φημολογούμενη θεϊκή δύναμη της «Ζώνης», ενώ δεν θα λείψουν οι προβληματισμοί για το κατά πόσο αυτή ενδέχεται να γίνει επικίνδυνο όπλο στα λάθος χέρια. Παράλληλα, τους επισκέπτες φοβίζει το αποτρεπτικό παράδειγμα του προηγούμενου διάμεσου (σ.σ. ο επονομαζόμενος Σκατζόχοιρος), ο οποίος λέγεται ότι βίωσε τη συντριβή της πραγματοποίησης της απόκρυφης-υποσυνείδητης ιδιοτελούς επιθυμίας του (σ.σ. πλουτισμός) αντί της αλτρουιστικής (σ.σ. ανάσταση του νεκρού αδελφού του) στην οποία προσέβλεπε. Επιστρέφουν, λοιπόν, άπραγοι στην ασπρόμαυρη καθημερινότητά τους, από την οποία πάντως δεν απουσιάζει η χαραμάδα ελπίδας (σ.σ. οι δυνάμεις της μικρής κόρης του Στάλκερ).

All time classics: «Stalker» (1979)

Μπορεί να υπάρξει συνοπτική ετυμηγορία για ένα τέτοιο έργο; Πολύ δύσκολο, αλλά θα το προσπαθήσω! Εν πρώτοις, νιώθω ότι το «Stalker» πετυχαίνει να «προσγειώσει» αρτιότερα από ποτέ το είδος της επιστημονικής φαντασίας στο καλούπι ενός αλληγορικού δράματος (και τι καλούπι!). Αυτό το στοιχείο σίγουρα δίνει στην ταινία ακόμα μεγαλύτερη αίγλη σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά την κυκλοφορία της, ιδιαίτερα όταν τη θαυμάζουμε αποκατεστημένη. Από εκεί και έπειτα, σαν προσωπικός καλλιτεχνικός άθλος, τολμώ να πω ότι κατατάσσεται στην κορυφή της φιλμογραφίας του Αντρέι Ταρκόφσκι. Κάτι που σημαίνει πολλά περισσότερα από τον -πολυφορεμένο στις μέρες μας- χαρακτηρισμό «Αριστούργημα».

Βαθμολογία: 5/5

3 σκέψεις σχετικά με το “All time classics: «Stalker» (1979)

  1. Ο Ταρκόφσκι έκανε μαγευτικό σινεμά, άλλαξε την κινηματογραφική αισθητική, δημιούργησε την δική του προσωπική γλώσσα. Θα συμφωνήσω (χωρίς δεύτερη σκέψη) ότι το Στάλκερ είναι η κορυφαία δημιουργία του. Τις περισσότερες χρονιές θα την τοποθετούσα ως το ισχυρότερο φιλμ του έτους. Όμως το 1979 ο Κόπολα παρουσίασε το magnum opus του, το Αποκάλυψη Τώρα που θεωρώ και καλύτερη ταινία όλης της δεκαετίας του ’70 και έτσι το Στάλκερ έχασε για λίγο τον τίτλο.

    Θα έλεγα ότι η Νοσταλγία (1983) είναι ίσως το δεύτερο καλύτερο επίτευγμα του. Συνήθως κατατάσσεται ως το πιο αδύναμο φιλμ του αλλά θα πρόσθετα ότι είναι μια από τις ομορφότερες ταινίες στην ιστορία του μέσου. Από την άλλη το Αντρέι Ρουμπλιόφ είναι ένα πανίσχυρο έπος και δεν θα είχα κανένα πρόβλημα αν κάποιος μου έλεγε ότι είναι καλύτερο από την Νοσταλγία. Μετά ακολουθεί η Θυσία και το Σολαρις. Πιστεύω ότι ο Καθρέφτης είναι από τις πιο αδύναμες στιγμές του και θα έβαζα τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν στο τέλος. Εσύ πως θα τις τοποθετούσες ?

    Όσο για το Στάλκερ, πού θα το είχες στην προσωπική λίστα με τα καλύτερα φιλμ όλων των εποχών?

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Τρέφω παρόμοια συναισθήματα αγάπης για το «Apocalypse Now», χωρίς βέβαια να νιώθω κατασταλλαγμένος για το που θα το τοποθετούσα σε σχέση με το «Stalker». Μου δίνεις αφορμή για σκέψη τώρα! Όσον αφορά τη συμπαγή φιλμογραφία του Ταρκόφσκι, πιστεύω ότι η μόνη μας αξιοσημείωτη διαφωνία έγκειται στη θέση του «Καθρέφτη», ο οποίος διατηρεί ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου.

      Τη δεδομένη στιγμή θεωρώ το Stalker κλειδωμένο στο προσωπικό top 5 όλων των εποχών. Ποτέ μη λες ποτέ, αλλά δύσκολα θα βρεθεί εκτός αυτού του κλειστού κλαμπ.

      Ν.Γ.

      Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Χαίρομαι που μοιραζόμαστε τα ίδια συναισθήματα για το «Αποκάλυψη Τώρα»! Όσο για τον «Καθρέφτη», το καλό με τον Ταρκόφσκι είναι πως ακόμη και η πιο αδύναμη ταινία του (Τα Παιδικά Χρόνια του Ιβάν κατά την γνώμη μου) είναι τουλάχιστον εξαιρετική. Ο «Καθρέφτης» ανήκει αναμφίβολα στο προσωπικό μου top 5 για το 1975, απλά θα τοποθετούσα ταινίες όπως «Μπάρι Λίντον» και «Nashville» λίγο υψηλότερα. Οι περισσότεροι μεγάλοι σκηνοθέτες έχουν δημιουργήσει έστω μια μέτρια ή απλά καλή ταινία στην ζωή τους. Σε αντίθεση, τα φιλμ του Ταρκόφσκι δεν έπεσαν καλλιτεχνικά ποτέ κάτω από τον όρο ‘διαμάντι’. Ανήκει χωρίς δεύτερη σκέψη στους 10 καλύτερους auteurs στην ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης.

    Τώρα στα του «Στάλκερ», πιστεύω ότι υπάρχει μια ‘χούφτα» ταινιών (για τόσο μικρό αριθμό μιλάμε) που την δεδομένη στιγμή θα τοποθετούσα μπροστά απ’το φιλμ. Χωρίς να πολυλογώ, κάποιες από αυτές θα ήταν: «Τα Πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ» (Ντράγιερ, 1928)
    «Πολίτης Κέιν» (Γουέλς, 1941)
    «Δεσμώτης του Ιλίγγου» (Χίτσκοκ, 1958)
    «Η Αιχμάλωτος της Ερήμου» (Φορντ, 1956)
    «Οι Επτά Σαμουράι» (Κουροσάβα, 1954)
    «Tokyo Story» (Όζου, 1953)
    «2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος» (Κιούμπρικ, 1968)
    «8½» (Φελίνι, 1963)
    «Αποκάλυψη Τώρα» (Κόπολα, 1979)
    «Οργισμένο Είδωλο» (Σκορσέζε, 1980)
    «Blade Runner» (Σκοτ, 1982)
    Οπότε, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι την κατατάσσω στο προσωπικό top 10-15.

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s