«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» – Κριτική ταινίας

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Ο Γιάννης Οικονομίδης αφήνει πίσω του το ζόφο («Το Μικρό Ψάρι», 2014) και επανέρχεται στη μεγάλη οθόνη με μια μαύρη κωμωδία σε νουάρ πλαίσιο, με φόντο τον κάμπο της Λαμίας, μην εγκαταλείποντας, ωστόσο, τη signature αθυροστομία του.

Το βράδυ, λοιπόν, της Παρασκευής κατηφόρισα από την πλατεία Κοραή στα σκαλιά του κινηματογράφου Άστυ για να απολαύσω και εγώ την νέα αυτή δουλειά. Ευτυχώς, είχα από νωρίς προμηθευθεί τα εισιτήρια, γιατί ο κόσμος που συνέρρεε ήταν πολύς και οι θέσεις λίγες. Μάλιστα, πολλοί από τους θαμώνες κάθισαν σε έξτρα καρέκλες! Αυτό, όμως, μετά από λίγο δεν σε χάλαγε καθόλου. Από τις πρώτες κιόλας σεκάνς το γέλιο έρεε άφθονο. Σε μερικές σκηνές, μάλιστα, δεν μπορούσες να ακούσεις την επόμενη ατάκα από το γέλιο.

Η «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» («Ballad for a Pierced Heart»), κατ’ εμέ, θα μπορούσε να τιτλοφορείται και «Η Ωδή στην Ελληνίδα μάνα». Γιατί ο Οικονομίδης, πέραν από την καλτίλα της ξεπεσμένης επαρχίας, της καψούρας, του σκυλάδικου, του υπόκοσμου –που όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους-, στηλιτεύει και την παθογενή σχέση μάνας-γιου, εντάσσοντας στο ανδροκρατούμενο καστ την κομβική παρουσία της Βασιλικής Καλλιμάνη και της Σοφίας Κουνιά, οι οποίες, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν την παραμικρή σχέση με την υποκριτική, ερμηνεύουν άψογα τους βιτριολικούς ρόλους τους. Από την ταινία δεν έλειψαν τα πολυαναμενόμενα cameo του Γιώργου Γιαννόπουλου και του Βαγγέλη Μουρίκη, οι ατάκες («το ντουί ρε μ…, Τάκη» «πως τους πετσόκοψες, έτσι;», «τα σκαμπό μου και τα α… μου», κ.ά) των οποίων έχουν υπερβεί τον κόσμο του κινηματογράφου και τη στενή σφαίρα των ακολούθων του Οικονομίδη, και έχουν αναχθεί σε μία γλώσσας κοινής επικοινωνίας. Απαρατήρητη δεν μπορεί να μείνει και η υπόκωφη, μυστηριώδης ερμηνεία του Στάθη Σταμουλακάτου, ο οποίος υποδύεται ένα ρόλο-κλειδί για την υπόθεση.

Δευτεραγωνιστικό ρόλο, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι διαδραματίζει και η μουσική, η οποία είναι πανταχού παρούσα μέσα από τις πρωτότυπες συνθέσεις του Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ, που κινούνται σε τόνους φιλμ νουάρ, σπάζοντας τη λαϊκίλα, μέχρι την εθιστική autotune σουξεδιά που ερμηνεύει ο Γιαννόπουλος και το «ροκ» Καραγκιόζη των τίτλων τέλους.

Τα μακρινά πλάνα του ράθυμου Κάμπου, που εμένα προσωπικά μου φέρνουν στον νου πίνακες του Χόπερ (λ.χ. «Άνθρωποι στον ήλιο», «Καλοκαιρινή βραδιά»), έρχονται να διαρρήξουν τα «γκάνια» και το πιστολίδι. Μια αξιοπρέπεια που έχει αμαυρωθεί, διψά για εκδίκηση… και τότε είναι που η ταινία αρχίζει να ανεβάζει τέμπο. Άραγε, μπορεί κανείς να πεθάνει από καψούρα; Για όσους αναρωτιούνται, ο Οικονομίδης δίνει την απάντηση στο «Άστυ», όπου η «Μπαλάντα» παίζει κατ’ αποκλειστικότητα.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s