Κριτική για το «Dark Waters»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Δύο χρόνια μετά το γλυκόπικρα τρυφερό, αλλά σεναριακά χλιαρό «Wonderstruck» («Το Δωμάτιο των Θαυμάτων»), ο αγαπημένος arthouse δεξιοτέχνης Τοντ Χέινς («Far from Heaven», «I’m not There», «Carol») βουτά με τα μούτρα στα «σκοτεινά νερά» του αμερικανικού κολοσσού χημικών DuPont. Μπορεί να μην βγαίνει αλώβητος από την κατάδυση, μας χαρίζει όμως ένα στιβαρό νομικό δράμα, ξετυλίγοντας το πραγματικό χρονικό της σοκαριστικής αποκάλυψης ενός περιβαλλοντικού σκανδάλου μεγατόνων με υπαίτια μία εκ των πιο ευυπόληπτων αμερικανικών εταιρειών, η οποία κάτω από το τραπέζι επέλεγε επί δεκαετίες να θυσιάζει τη δημόσια υγεία στον βωμό του κέρδους.

Έχοντας κληθεί να ξεσκεπάσει ένα από τα χειρότερα σκάνδαλα παιδεραστίας στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας ως δημοσιογράφος της Boston Globe στην βραβευμένη με Όσκαρ ταινία «Spotlight» (2015), ο Μαρκ Ράφαλο είναι ένας πρωταγωνιστής που ταιριάζει γάντι σε τέτοιους ρόλους. Αυτή τη φορά υποδύεται τον Ρομπ Μπίλοτ, έναν μεγαλοδικηγόρο με ειδίκευση στα περιβαλλοντικά ζητήματα, ο οποίος βγάζει το… «ψωμί» του ως εκπρόσωπος -και υπερασπιστής- μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών. Κάπου στο 1998, η καριέρα του Ρομπ βρίσκεται στην καλύτερη και πιο υποσχόμενη φάση της, όταν ένας αγανακτισμένος αγρότης από τη Δυτική Βιρτζίνια χτυπά την πόρτα του, ισχυριζόμενος ότι ένα παράρτημα της DuPont αποβάλλει τοξικά απόβλητα σε ποταμό που ρέει πλησίον της κτηνοτροφικής εκμετάλλευσής του. Ο Γουίλμπουρ Τέναντ (ένας σαρωτικός Μπιλ Καμπ) κατηγορεί ευθαρσώς την πανίσχυρη εταιρεία χημικών ότι ευθύνεται για την καταστροφή των γεωργικών εκτάσεων της περιοχής και τον θάνατο εκατοντάδων δικών του ζώων εκτροφής, ζητώντας επιτακτικά απονομή δικαιοσύνης. Γνωρίζοντας τι μπορεί να διακυβεύεται για την καριέρα του, αλλά αποφασισμένος να φτάσει ως την αλήθεια, ο Μπίλοτ συντάσσει μια επιστολή διαμαρτυρίας που σηματοδοτεί την έναρξη μιας δεκαπενταετούς δικαστικής διαμάχης που θα θέσει σε δοκιμασία όχι μόνο τη σταδιοδρομία του, αλλά και την υγεία του και τις οικογενειακές του σχέσεις.

Η έρευνα οδηγεί τον πεισμωμένο Μπίλοτ μέχρι τα ίχνη του τεφλόν (σ.σ. αντικολλητικό υλικό των μαγειρικών σκευών), μιας επαναστατικής πατέντας της DuPont που μπήκε στα σπίτια των Αμερικανών τη δεκαετία του 1950, έχοντας όμως παρασκευαστεί -χωρίς φυσικά να το γνωρίζουν οι καταναλωτές- από μια επικίνδυνη συνθετική χημική ουσία.

Το σενάριο του «Dark Waters» («Σκοτεινά Νερά») βασίζεται σε άρθρο που δημοσιεύθηκε το 2016 στους New York Times, με τίτλο «Ο Δικηγόρος που έγινε ο Χειρότερος Εφιάλτης της DuPont». Η ιστορία είναι τόσο ενδιαφέρουσα, και ο Χέινς μοιάζει τόσο απορροφημένος στο να καταδείξει σε πόσο μεγάλο βαθμό το νομικό σύστημα λύνει τα χέρια της εταιρικής απληστίας, καθιστώντας ουσιαστικά μια εταιρεία χημικών όπως η DuPont επόπτρια του ίδιου της του… εαυτού, που τελικά είναι σαν να ξεχνάει ποιος πραγματικά είναι. Αποτέλεσμα, μια -ευτυχώς- υψηλής τηλεοπτικής αισθητικής προσέγγιση, η οποία ναι μεν δεν φέρει τη σφραγίδα του δημιουργού της, προσφέρει όμως πολύτιμο όγκο πληροφορίας και συνάμα δεν αμελεί να τον πλαισιώσει με μια έστω ακαδημαϊκού τύπου δραματουργία, που ενισχύεται από τις πειστικές ερμηνείες. Όλα αυτά, παρά τη διαπίστωση ότι σε κανένα της σημείο η ταινία δεν διαθέτει εκείνο το άρτιο οπτικό ερέθισμα που θα σε κρατήσει αιχμάλωτο αισθητικά ή θα λειτουργήσει ως περίτεχνα διακριτικός μοχλός αφήγησης, πράγμα πρωτόγνωρο για έργο του Χέινς.

Μεγάλη μερίδα του υπολογίσιμου συναισθηματικού εκτοπίσματος της ταινίας κουβαλά ο Μαρκ Ράφαλο, ως ο ευσυνείδητος, ακέραιος χαρακτήρας που ξοδεύει κάθε ικμάδα της ύπαρξής του στον άνισο αγώνα ενάντια στα πανίσχυρα εταιρικά συμφέροντα και τα… νομικά παραθυράκια. Η Αν Χάθαγουεϊ κάνει ό,τι μπορεί για να δώσει χρώμα στον κλισέ ρόλο της παραμελημένης συζύγου Σάρα. Οι αντιπαραθέσεις του ζευγαριού αναδεικνύουν τα ηθικά δηλήμματα του πρωταγωνιστή, η πλάστιγγα του οποίου γέρνει προς το απαιτητικό καθήκον μιας δαιδαλώδους «σταυροφορίας» που έχει μετατραπεί σε προσωπικό δαίμονα, εις βάρος της οικογενειακής ζωής. Τέλος, ειδική αναφορά αξίζει στον ενάγοντα αγρότη που ερμηνεύει με ωμή δυναμική ο Μπιλ Καμπ. Κάπως δυσάρεστα ηχεί βέβαια το γεγονός ότι υπάρχουν χαρακτήρες που ναι μεν κινούν το ενδιαφέρον, αλλά κάπου χάνονται στην πορεία (βλ. Φίλιπ Ντόνελι, εσωτερικός εταιρικός δικηγόρος στην Ντιπόντ και άσπονδος φίλος του Μπίλοτ).

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s