«Απόστρατος» – Κριτική ταινίας

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

O Ζαχαρίας Μαυροειδής μάς προσφέρει τη δεύτερη ταινία μυθοπλασίας του, μετά τον «Ξεναγό» (2011) και την τρίτη του κινηματογραφική δουλειά, μετά το ντοκιμαντέρ «Στο Σώμα Της». Χωρίς να επιζητά τις ναρκισσιστικές περγαμηνές ενός signature film, μας παραδίδει ένα γειωμένο και απλό –αλλά όχι απλοϊκό- feel good εκατοστάλεπτο, το οποίο είχαμε καιρό να απολαύσουμε στις ελληνόφωνες παραγωγές, χαομένοι ενδεχομένως από τον κυκεώνα των βιογραφιών και της ανθίζουσας, και κατά τα άλλα καλοδεχούμενης τάσης του «weird wave».

Ο «Απόστρατος» (αγγ. ονομασία: «Defunct»), λοιπόν, πρόκειται για ένα ταξίδι ενηλικίωσης «από την ανάποδη». Και τι εννοώ με αυτό; Είθισται η πλοκή να ακολουθεί τα παιδιά που εγκαταλείπουν την οικογενειακή εστία και να ανοίγουν τα «φτερά» τους για ένα καλύτερο μέλλον. Εδώ συμβαίνει το ανάστροφο. Έρχεται η «χιλιοτραγουδισμένη» οικονομική κρίση και τα παιδιά επιστρέφουν στην πατρογονική εστία (σ.σ. εν προκειμένω το ερημωμένο σπίτι του παππού), και αναγκάζονται να μαζέψουν για λίγο (;) τα όνειρα, τη βολή και τον καταναλωτισμό τους. Η φούσκα των start-up και της άνευ άλλου τινός «επιχειρηματικότητας» αρχίζει να ξεφουσκώνει, τα πολυτελή αγαθά ξεπουλιούνται όσο-όσο στο διαδίκτυο, οι υπερφίαλες έξοδοι σε κλαμπ και εστιατόρια αντικαθίστανται από βόλτες και αθλοπαιδιές σε πάρκα.

Σε αυτήν, βέβαια, την επιστροφή του Άρη (Μιχάλης Σαράντης) στο σπίτι του παππού Αριστείδη, τίποτα δεν έχει αλλάξει, τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Στους παιδικούς φίλους του Άρη έρχεται να προστεθεί και μια καινούργια φιλία, αυτή του γείτονα, Βάσου. Η συγχρώτιση του απολιτίκ Άρη με τον «αριστερό» –και «συμμορίτη» για τους λοιπούς– Βάσο θα ανοίξει μια νέα πύλη για το ιστορικό και «άλλοτε ηρωικό» παρελθόν που μέχρι πρότινος αγνοούσε, βάζοντας στο παιχνίδι και έναν τρίτο άφαντο πρωταγωνιστή, αυτόν του τεθνεώτα παππού Άρη. Ένα παιχνίδι αφήγησης που είχαμε ξανασυναντήσει και στο θεατρικό «Ρομπ/Rob» του Ευθύμη Φιλίππου («Ο Αστακός», 2015), σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, όπου όλοι μιλούν για τον κατά συρροή δολοφόνο Ρομπ –όπως όλοι μιλούν για τον παππού Αριστείδη–, αλλά ποτέ δεν εμφανίζεται στο προσκήνιο ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται αρχικά.

Στο «Ρομπ/Rob», άλλωστε, είχα πρωτοδεί τον Μιχάλη Σαράντη να παίζει στο θέατρο και μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον, το οποίο μου διατήρησε αμείωτο και στο πιο πρόσφατο επικό «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Μανώλη Δούνια και του Αιμίλιου Χειλάκη με συμπρωταγωνιστές τον ίδιο και την Αθηνά Μαξίμου. Η υποκριτική δεινότητα του Σαράντη ήταν ένα περαιτέρω κίνητρο για να δω έναν κατεξοχήν θεατρικό ηθοποιό να παίζει και στο σινεμά, στον «Απόστρατο». Η αληθοφανής και μετριοπαθής ερμηνεία του, χωρίς μπανάλ εκρήξεις ακόμα και στις στιγμές έντασης, σίγουρα αβανταρίστηκε και από την εξαιρετική υποκριτική του Θανάση Παπαγεωργίου, η οποία ήταν μια έκπληξη για εμένα, καθώς ήταν η πρώτη φορά που τον παρακολουθούσα. Και η αλήθεια είναι ότι αυτός ο απλός, άμεσος τρόπος ερμηνείας, η μη πομπώδης αποτύπωση στιγμών της καθημερινότητας, είναι που έχει λείψει πιο πολύ από τις ελληνόφωνες απόπειρες, όποιες και αν είναι αυτές.

"Απόστρατος" - Κριτική ταινίας

Όχημα-αρωγός της πλοκής είναι η τοποθεσία, όπου εκτυλίσσεται η αφήγηση, στου Παπάγου. Όπως ομολόγησε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, μετά την προβολή του περασμένου Σαββάτου (22/2) στον Δαναό, αλλά μας μαρτύρησαν και οι τίτλοι από τα πρώτα κιόλας πλάνα, η επιλογή δεν ήταν διόλου τυχαία. Πρόκειται για ένα προάστιο των Αθηνών, που διανεμήθηκε στις οικογένειες αξιωματικών του στρατού μετά το πέρας του εμφυλίου πολέμου. Υπό την αχλή μιας περισσότερο μυθοπλαστικής ανάμνησης του σκηνοθέτη για την περιοχή με τα δεντρόφυτα πάρκα και τις μονοκατοικίες, γίνεται ένα παιχνίδι μεταξύ του ξεπεσμένου παρόντος και του ξέγνοιαστου παρελθόντος του πρωταγωνιστή, όπου έπαιζε στις αυλές με τους φίλους του.

Ένα παιχνίδι που δεν σταματά απλά στην τοποθεσία, αλλά εκτείνεται και στα παιχνίδια του χρόνου. Επίσης, η επιλογή του 2012 δεν είναι τυχαία. Πρόκειται για μια μεταιχμιακή περίοδο, λίγο μετά το κίνημα των Αγανακτισμένων και των υπηρεσιακών κυβερνήσεων, που αφενός, δεν είχαμε καταλάβει καλά καλά τι μας συμβαίνει, αφετέρου δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τις επερχόμενες εξελίξεις και τι αυτές θα προμήνυαν, όπως η αυτοκτονία ενός 77χρονου στο Σύνταγμα. Και λες, αυτό είχε όντως συμβεί; Δεν ήταν απλά μία τραβηγμένη είδηση; Όχι, δεν ήταν. Όντως συνέβη. Απλά, συλλογικά, ως κοινωνία, το έχουμε απωθήσει στο ασυνείδητό μας, όπως κάνει ο εγκέφαλος με ένα τραυματικό περιστατικό. Και όμως, μιλάμε για 7 χρόνια πίσω. Δεν είναι τόσο μακριά, δεν είναι και τόσο κοντά. Όπως ο εμφύλιος, ο Διχασμός, οι θηριωδίες, τα βασανιστήρια και οι εξορίες. Συμβάντα που όντως συνέβησαν, όμως κανείς δεν μιλάει για αυτά, τουλάχιστον με ψύχραιμο, μη στρατευμένο λόγο. Και δυστυχώς, λαός που ξεχνά την ιστορία του είναι μαθηματικώς βέβαιο ότι θα την ξαναζήσει, όπως την ξαναζήσαμε το 2015 του «Ναι» και του «Όχι», και μάλλον θα τις ξαναζήσουμε.

Αυτό βέβαια που τεχνικά ξεχώρισα, πέραν της φωτογραφίας της Ζωής Μαντά, είναι τα εξαιρετικά σκηνικά του Αντώνη Δαγκλίδη και ιδιαίτερα το πώς είχε κατασκευάσει το σπίτι του Βάσου, όπου η απουσία ηλεκτρικού ρεύματος ήταν παρούσα σε κάθε πλάνο (μια σόμπα και ξύλα για background των παρτίδων τάβλι, το γκάζι στην κουζίνα, η γκαζόλαμπα και το ραδιοφωνάκι με τις μπαταρίες διπλά στα κομοδίνα). Και αυτό δεν ήταν τυχαίο. Δομούνταν σκηνή – σκηνή, για να θεμελιώσει την εντύπωση που μας προκαλεί η αντίθεση με το βαρύ στρατιωτικό σκηνικό του σπιτιού του Αριστείδη.

Συνεπώς, οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών (σ.σ. αξιομνημόνευτες και αυτές της Γιώτας Φέστα, της γλυκιάς Ξένιας Καλογεροπούλου και του προσωπικά αγαπημένου Άκη Σακελλαρίου), ο χώρος, ο χρόνος, η ιστορία, τα σκηνικά και η σκηνοθεσία του Μαυροειδή -που με ψυχραιμία και σαφήνεια ξέρει πολύ καλά που θέλει να πάει και τι να πει (μεγάλη αρετή για σκηνοθέτη!)- συναποτελούν το αμάγαλμα του «Απόστρατου», μιας ταινίας λαϊκής (υπό την απενοχοποιητική έννοια του «pop») που απευθύνεται σε όλες τις γενιές των Ελλήνων. Μας διασκεδάζει, μας συγκινεί χωρίς να γίνεται μελό, κρυφοκοιτάζει το παρελθόν και συλλογιέται το μέλλον. Όπως επεσήμανε ο ίδιος ο σκηνοθέτης η εν λόγω ταινία, όπως και κάθε ταινία, είναι το αποτέλεσμα μιας ομαδικής κοπιώδους εργασίας πολλών ατόμων, που πέρασαν 7 χρόνια από τότε που γυρίστηκε για να βρει πρόσβαση στη μεγάλη οθόνη!

"Απόστρατος" - Κριτική ταινίας

Από τον Απόστρατο κρατώ το μουσικό κλείσιμο του «Είσαι Παντού και Πουθενά» της Μαρινέλλας και του Κώστα Χατζή που από την προβολή έχει κολλήσει σαν τσίχλα στο μυαλό μου, καθώς και το γεγονός ότι άνετα θα μπορούμε να ανατρέχουμε σε αυτό μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια για να πάρουμε μια μυρουδιά του τι είχαμε ζήσει τότε, τι μεσολάβησε, «πως επιβιώσαμε από αυτό» και πως τελικά η Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει -κατά Μάνο Χατζιδάκι- και κουβαλά όλα αυτά τα ενοχικά φορτία του εκάστοτε διχασμού και των διακρίσεων (παντός τύπου), είναι καταδικασμένη να ζήσει τα ίδια ξανά και ξανά.

Για αυτό λοιπόν, μην περιμένετε να περάσουν 10 χρόνια, σπεύσατε και επισκεφτείτε άμεσα την κοντινότερη αίθουσα προβολής!

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s