Κριτική για το «A Hidden Life»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα του σινεμά, να στοχαστούν και να φιλοσοφήσουν επί της μεγάλης οθόνης με τον τρόπο που το έχει πράξει ο Τέρενς Μάλικ. Στα 76 του χρόνια, πιο παραγωγικός από ποτέ, ο ασυμβίβαστος οραματιστής παραμένει μια αινιγματική, διχαστική φιγούρα του παγκόσμιου κινηματογράφου, επιμένοντας να παραδίδει οπτικά πομπώδη έργα που εγείρουν τον θαυμασμό ή την αποστροφή, αναλόγως σε ποια μερίδα κοινού αναφερόμαστε. Ποίηση της εικόνας ή αυτάρεσκη φλυαρία; Εκείνος δεν μοιάζει να μέλλεται τόσο, όπως αποδεικνύει διαχρονικά η μηδενική του ανοχή σε εξωγενείς απόπειρες παρέμβασης στο φιλόδοξο και πάντοτε οπτικά άρτιο καλλιτεχνικό του όραμα.

Κάτι παραπάνω από εικοσιένα χρόνια μετά τη «Λεπτή Κόκκινη Γραμμή» («The Thin Red Line», 1998), ο Αμερικανός δεξιοτέχνης επισκέπτεται ξανά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με το «A Hidden Life» («Μία Κρυφή Ζωή»), ένα επικό ιστορικό δράμα βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα. Ο Μάλικ εμπνέεται από τη ζωή του Φραντς Γιέγκερστετερ (Όγκαστ Ντιλ), ενός Αυστριακού αγρότη που αρνήθηκε πεισματικά να αγωνιστεί στο πλευρό των Ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αντί, λοιπόν, για όρκο πίστης στον Χίτλερ, δήλωσε αντιρρησίας συνείδησης, «υπογράφοντας» τη θανατική του καταδίκη.

Τα γεγονότα της ταινίας λαμβάνουν χώρα στην αγροτική περιοχή της Άνω Αυστρίας, μακριά από το πολεμικό μέτωπο. Ο ευρυγώνιος φακός εισβάλλει στο σπίτι του Γιέγκερστετερ και ακολούθως ξεχύνεται στην αυστριακή ύπαιθρο, ακολουθώντας με γλαφυρή κυματώδη κίνηση τον Φραντς, τη σύζυγό του, Φάνι (Βαλερί Πάχνερ), και τα παιδιά τους, σε εξιδανικευμένες στιγμές καθημερινής ανεμελιάς. Μέσα από τις λυρικές εικόνες της οικογενειακής ζωής, ο Μάλικ χτίζει μαεστρικά άλλη μια ποιητικά μεγαλεπήβολη κινηματογραφική χορογραφία ανάμεσα στον απλό άνθρωπο και τη μεγαλειώδη φύση. Σύντομα, η «μαμά πατρίδα» θα χτυπήσει για πρώτη φορά την πόρτα του φιλήσυχου αγρότη, καλώντας τον να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στρατιωτικής του εκπαίδευσης. Κατά τη διάρκεια της ολιγόμηνης απουσίας του, τα πραγματικά γράμματα που αντάλλασσε με τη σύζυγό του δίνουν ιδιότυπη χροιά στο προσφιλές voice-over, σε μια επιλογή που θα δούμε να παρατείνεται και καθ’ όλη τη διάρκεια της «μάχης» που θα κληθούν να δώσουν χωριστά.

Ο Φραντς επιστρέφει πρόσκαιρα στην αγροτική ζωή του Σανκτ-Ράντεγκουντ, έχοντας αποφασίσει συνειδητά να απόσχει από τον ναζιστικό αγώνα, στον οποίο αντιτίθεται ηθικά. Το βουκολικό, γαλήνιο τοπίο της αυστριακής επαρχίας, που με τόση τρυφερότητα συνήθιζε να αγκαλιάζει τις απλές στιγμές οικογενειακής ευτυχίας και να γίνεται ένα μαζί τους, έχει πια μετατραπεί σε αμέτοχο και παγερά σιωπηλό θεατή των ανθρώπινων προστριβών (βλ. συμπεριφορές συγχωριανών) και των σφοδρών εσωτερικών συγκρούσεων (η ακαταμάχητη γλύκα της ζωής που μπορεί να σε κάνει να απαρνηθείς τα ιδανικά σου και να συμβιβαστείς). «Ειρήνη» και «πόλεμος» αιχμαλωτίζονται στη μεταφορική τους υπόσταση, χαρίζοντας γοητευτικά αντιφατικές εικόνες. Και ο Μάλικ, μαζί με τον πρωταγωνιστή του, συνεχίζουν να αναζητούν το θείο, σαν να προσπαθούν να αντλήσουν κουράγιο για αυτό που πρόκειται να επακολουθήσει.

Παραμένοντας μακριά από το αιματοκυλισμένο πεδίο της μάχης, το κεντρικό πρόσωπο του «A Hidden Life» εγείρει την καχυποψία, την επιφυλακτικότητα, τον φθόνο και το μίσος των υπόλοιπων μελών της αγροτικής κοινότητας. Σταδιακά, παρακολουθούμε εκείνον και τη γυναίκα του να έρχονται σε ρήξη με τα μέλη της κλειστής κοινωνίας, την εκκλησία, και το ίδιο το κράτος, να απομονώνονται και να φτάνουν μέχρι το σημείο να αντιμετωπίζονται ως εξιλαστήρια θύματα από τον «όχλο» των χωριατών. Ακόμα και για όσους θα μπορούσαν ενδεχομένως να συντάσσονται σιωπηλά με την επιλογή του Φραντς, οι φραγμοί του φόβου και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης εμποδίζουν από το να εκδηλώσουν την ειλικρινή συμπαράστασή τους. Οι παραινέσεις και οι νουθεσίες τους προς τον πρωταγωνιστή προσθέτουν όπλα στη φαρέτρα μιας ισοπεδωτικής επιχειρηματολογίας, η οποία βαφτίζει ως εντελώς μάταια την ηρωική «θυσία» του και βλέπει σε αυτήν μηδαμινό αντίκρισμα*. Συχνά, αυτή δίνει πάτημα στον φιλόσοφο-σκηνοθέτη Μάλικ ώστε να περιεργάζεται έννοιες αντιφατικές, όπως αυτή του καθήκοντος (εκπλήρωση «ιερού» καθήκοντος απέναντι στην πατρίδα VS. καθήκον απέναντι στις αξίες και τα ιδανικά του ανθρωπισμού). Άλλοτε, οι έννοιες είναι αντιμαχόμενες, όπως συμβαίνει με την πάλη της ύλης (γυναίκα, οικογένεια, ζωή) ενάντια το πνεύμα (αξίες, αυταπάρνηση, θυσία, θάνατος). Αυτό γίνεται πιο ξεκάθαρο αργότερα αφότου το χαρτί της επιστράτευσής του Φραντς σηματοδοτήσει την πραγματική αφετηρία του Γολγοθά του.

Τελικά είναι εκείνη η αξιοθαύμαστη συνέπεια του πρωταγωνιστή στη δέσμευση να τραβήξει μέχρι τέλους τον μαρτυρικό του δρόμο, αυτή που δίνει ένα ανεξίτηλο μήνυμα σε όλους, πιστοποιώντας ότι μια «κρυφή ζωή» που δεν αλλοιώνεται ούτε κάμπτεται από τη φασιστική φρικαλεότητα μπορεί να έχει τεράστιο εκτόπισμα. Και το φωτεινό παράδειγμά της είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αλλαγή μέσα στην ψυχή κάποιων εκ των ανθρώπων που συνάντησε και αλληλεπίδρασε μαζί τους. Ατενίζοντας έναν ήρωα στις τελευταίες στιγμές του, που παρά τις εμφανείς ψυχικές ρωγμές έχει το σθένος να συμπονά και να εμψυχώνει τους τραγικούς συνοδοιπόρους του, υπομένοντας με αξιοπρέπεια το σφράγισμα του πεπρωμένου, ο Μάλικ παρουσιάζει στην ευγενέστερη εκδοχή της όλη τη συσσωρευμένη απόγνωση της έσχατης καταδίκης και του αναπόφευκτου θανάτου. Στους τελευταίους κόκκους της κλεψύδρας που αδειάζει, η ελεγειακή ματιά του Αμερικανού αποδεικνύεται άκρως ταιριαστή και με όπλο τη συγκινητικά καλή ηθοποιία του Όγκαστ Ντιλ μας πείθει ότι ο χρόνος κυλά εντελώς διαφορετικά για τον καταδικασμένο Φραντς. Τότε, το παραμικρό ερέθισμα αποκτά εντελώς διαφορετικό αντίκτυπο στον ψυχισμό. Ο Μάλικ ξέρει να πιάνει στον αέρα και να παίζει στα δάχτυλα του ενός χεριού τέτοιες φευγαλέες λεπτομέρειες των εικόνων, βοηθώντας μας να γίνουμε τα μάτια του μελλοθάνατου και να ευθυγραμμίσουμε τις ψυχές μας με τη συναισθηματική κλιμάκωση που βιώνει. Δεν τίθεται αμφιβολία ότι η πράξη αυτή, μέχρι τους τίτλους τέλους, είναι δείγμα αριστοτεχνικού σινεμά διά χειρός ενός σπουδαίου δημιουργού.

*Ο φιλοναζί δήμαρχος και ο φοβισμένος ιερέας

Επιστρέφοντας σε μια πτυχή που αναλύθηκε παραπάνω, λαμβάνουμε την πρωτοβουλία να μνημονεύσουμε μερικούς από τους χαρακτήρες του εξαιρετικού διεθνούς υποστηρικτικού καστ της ταινίας. Το απαρτίζουν ονόματα όπως αυτά των πρόσφατα χαμένων Μάικλ Νίκβιστ («Το Κορίτσι με το Τατουάζ») και Μπρούνο Γκαντζ («Η Πτώση»), ωστόσο την παράσταση κλέβει ένα δίδυμο… παλιών γνώριμων. Ο λόγος για τους Τομπίας Μορέτι («The Dark Valley») και Καρλ Μάρκοβιτς («Παραχαράκτες», «Ξενοδοχείο Grand Budapest»), που πολλοί θα θυμούνται από τα 90s ως το δίδυμο συνεργατών στην αλήστου μνήμης αυστριακή αστυνομική σειρά «Υπαστυνόμος Ρεξ» («Kommissar Rex»). Ξανασμίγουν… και μάλιστα στην ταινία ενός κορυφαίου εικαστικού. Εάν αυτή η συγκυρία σάς μοιάζει κάπως παράξενη εκ πρώτης όψεως, στην πραγματικότητα μόνο τυχαία δεν είναι: Με το πέρασμα των ετών, οι δύο ηθοποιοί έχουν εξελιχθεί σε υπολογίσιμες φιγούρες του ευρωπαϊκού σινεμά.

Μετά την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία το 1938, η πρόθεση του φασισμού να υποδείξει εξιλαστήρια θύματα, να επανορθώσει «αδικίες» και η υπόσχεσή του να οδηγήσει στη δόξα τη «γερμανοαυστριακή ένωση», αποτέλεσαν βούτυρο στο ψωμί του πανίσχυρου αυστριακού φιλοχιτλερικού κινήματος. Ερμηνεύοντας τον δήμαρχο της κοινότητας Σανκτ-Ράντεγκουντ, ο Μάρκοβιτς επιστρατεύει σε μεγάλο βαθμό την αυτοσχεδιαστική του δεινότητα για να δώσει σάρκα και οστά όχι στην επιτομή του Κακού, αλλά σε έναν τρομακτικά απτό, καθημερινό άνθρωπο που βρίσκει πάτημα στην άνοδο του ναζισμού για να «ξεπλύνει» και να βγάλει στην επιφάνεια τα πιο μισαλλόδοξα ένστικτά του. Καθώς ο δήμαρχος Κράους ολισθαίνει στις παρορμήσεις του φιλοχιτλερικού παραληρήματός του, η διαύγειά του γίνεται πια όμοια με τη διαύγεια ενός λυσσασμένου σκυλιού. Τότε, το ρατσιστικό μένος, όπως αυτό εκφέρεται μέσα από τα ρητορικά ξεσπάσματά του, είναι ικανό να συμπαρασύρει τον απελπισμένο όχλο σε μια «σταυροφορία» ντροπής για το ανθρώπινο είδος. Σε κάποιο σημείο, αυτές οι συμπεριφορές μάς παρακινούν να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα και να εστιάσουμε στο σύγχρονο πολιτικό στερέωμα, όπου ακραίες δημαγωγικές φωνές επενδύουν με επιτυχία πάνω στην απόγνωση και την πληγωμένη υπερηφάνεια της κοινωνίας για να δημιουργήσουν τυφλούς οπαδούς.

Ο Τομπίας Μορέτι υποδύεται τον πάστορα της κοινότητας· είναι το πρώτο μέλος της στο οποίο ο Φραντς εκμυστηρεύεται τις αναστολές του. Στην ολιγόλεπτη στιχομυθία τους, ο ταραγμένος -από τα μαντάτα- ιερέας επιχειρεί να συνετίσει τον αμφιταλαντευόμενο αγρότη, καθώς φαίνεται να νοιάζεται ειλικρινά για την τύχη του. Τον προτρέπει λοιπόν να ανασυνταχθεί, πράττοντας τα δέοντα απέναντι στην πατρίδα και την οικογένειά του, παρά να προβεί σε μια πράξη αυτοθυσίας που «δεν θα ωφελήσει κανέναν». Τα αυστηρά αυτά λόγια δεν είναι δυνατά να «σκεπάσουν» την αγωνία και τη διστακτικότητα ενός ανθρώπου που μοιάζει να μην πιστεύει ούτε ο ίδιος απόλυτα τα όσα ξεστομίζει. Είναι μια στάση που πηγάζει από τον φόβο (απέναντι στο εχθρικό προς τη θρησκεία καθεστώς); Την καχυποψία (απέναντι στον Φραντς και τα πραγματικά του κίνητρα -κάπου εδώ να υπενθυμίσουμε ότι το ρεπερτόριο του Όγκαστ Ντιλ περιλαμβάνει άφθονους ρόλους… ναζί σε χολιγουντιανές ταινίες όπως οι «Άδωξοι Μπάσταρδοι» και οι «Σύμμαχοι»); Ή μήπως είναι οι ενοχές που πηγάζουν ακριβώς μέσα από αυτή την κάθε άλλο παρά γενναία στάση που τηρεί ο ιερωμένος; Μάλλον η αλήθεια περιλαμβάνει όλα τα προαναφερθέντα, κάτι που στηρίζεται απόλυτα στις αμήχανες ματιές και κινήσεις του Μορέτι, που προδίδουν όλα όσα το στιβαρό προσωπείο του χαρακτήρα του πασχίζει να αποκρύψει. Δήμαρχος και ιερέας είναι δύο χαρακτήρες που μπορεί να μην ανήκουν στο ίδιο τσουβάλι (ο ιερέας είναι μια πραγματικά ευαίσθητη ψυχή με καλές προθέσεις), ωστόσο αμφότεροι παροτρύνουν τον ήρωά μας να ακολουθήσει τον δρόμο του πολέμου. Τελικά, είναι εκείνες οι περιπτώσεις ατόμων για τα οποία προορίζεται -προς γνώση και συμμόρφωση- το ηρωικό παράδειγμα του Φραντς Γιέγκερστετερ.

Κλείνοντας την περιήγησή μας στο «A Hidden Life», θα είναι ψέματα αν πούμε ότι η παρούσα εκτέλεση δεν επαναφέρει στη μνήμη μας στοιχεία που λατρέψαμε σε παλαιότερα αριστουργήματα του Μάλικ, όπως «Το Δέντρο της Ζωής» («The Tree of Life», 2011), «Μέρες Ευτυχίας» («Days of Heaven», 1978) και το προαναφερθέν «The Thin Red Line». Κάποια τα διαχειρίζεται αποτελεσματικότερα, σε κάποια άλλα προβαίνει σε μια σχετική κατάχρηση (π.χ. τα αμέτρητα κοντινά πλάνα με τις χαμηλές γωνίες λήψης προσομοιάζουν υπερβολικά στην τεχνοτροπία του «Δέντρου της Ζωής»), αλλά και πάλι εξυπηρετούν τον σκοπό τους. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα τελευταία έργα της φιλμογραφίας του θρυλικού Αμερικανού σκηνοθέτη (σ.σ. «Μέχρι το Θαύμα», «Βαλές Κούπα», «Song to Song»), τα οποία ίσως είναι πιο σωστό να εκληφθούν -και γιατί όχι να εκτιμηθούν- ως πειραματικά, ιμπρεσιονιστικά κολάζ σκηνών δίχως σενάριο, η ετυμηγορία μας για αυτό το ιστορικό δράμα είναι μάλλον καθησυχαστική: Σε γενικές γραμμές, έχουμε την επιστροφή σε εποχές που ο Μάλικ επένδυε -τουλάχιστον τα υποτυπώδη- στην ύπαρξη μιας -έστω αχνής- κεντρικής οδικής αρτηρίας πλοκής, αφού η αλληλουχία των εικόνων του εξυπηρετεί ξεκάθαρα κίνητρα μυθοπλασίας.

Όχι βέβαια ότι η οπτική αφήγηση είναι πάντοτε ουσιώδης: Περιστασιακά τσακώνουμε τον Μάλικ να πλατειάζει, και σίγουρα υπάρχουν τμήματα στα οποία αυτοανακυκλώνεται, συνεπώς ένα σεβαστό κομμάτι του σχεδόν τρίωρου φιλμ θα μπορούσε -ίσως- να έχει κοπεί στο μοντάζ (καλή τύχη σε όποιον παραγωγό θα τολμούσε να τα βάλει με τον Αμερικανό οραματιστή πάνω σε ένα τέτοιο ζήτημα!). Σε ουδεμία των περιπτώσεων, όμως, δεν αναλώνεται σε μια λογική συρραφής ασύνδετων καλλιγραφικών πλάνων, ατόπημα για το οποίο πολλοί τον είχαν κατηγορήσει στα τελευταία έργα του -υποστηρίζοντας μάλιστα ότι έχει φτάσει στο σημείο να παρωδεί τον ίδιο του τον εαυτό. Και το σημαντικότερο όλων; Καμία από τις παραπάνω ενστάσεις δεν μετριάζει το δέος μας απέναντι στην εντυπωσιακή νέα δημιουργία του.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s