Κριτική για το «Little Women»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Γκρέτα Γκέργουιγκ και ταξίδι ενηλικίωσης. Μια θεματική που θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει μονοπωλήσει τη φιλμογραφία της Αμερικανίδας, είτε ως πρωταγωνίστριας («Frances Ha», «Mistress America») είτε ως σκηνοθέτιδας («Lady Bird»). Ο διάλογος μεταξύ των ανωτέρω ταινιών είναι κάτι παραπάνω από εξόφθαλμος, με προεξέχουσα στιχομυθία τη σεκάνς τρεξίματος από τη μία της Frances, από την άλλη της Τζο (Σίρσα Ρόναν) στους δρόμους της Νέας Υόρκης (με κάτι αιώνες διαφορά βέβαια). Ωστόσο, αυτή τη φορά δεν επικεντρώνεται στη ζωή και την ενηλικίωση μιας ηρωίδας, αλλά τεσσάρων, όπου την κάθε μία την ταλανίζουν διαφορετικού είδους προβλήματα.

Και σε αυτό το σημείο εγείρεται το ερώτημα: Μα πώς είναι δυνατό να εκμοντερνίσεις ένα χιλιοδιασκευασμένο best seller όπως το «Little Women», που καλά κρατεί από 1868, από τότε δηλαδή που η συγγραφέας Λουίζα Μέι Άλκοτ κατάφερε να το εκδώσει; Χαρακτηριστική είναι η μεταφορά του 1933 στη μεγάλη οθόνη από τον Τζορτζ Κιούκορ, που ανέδειξε σε ρεσιτάλ την ερμηνεία της Κάθριν Χέμπορν, καθώς και η μεταφορά του 1994 σε σκηνοθεσία Τζίλιαν Άρμστρονγκ και πρωταγωνίστριες τις Γουινόνα Ράιντερ, Σούζαν Σαράντον, Κίρστεν Ντανστ και Κλερ Ντέινς, ενώ τελευταία φορά διασκευάστηκε το 2017 για την τηλεόραση με πρωταγωνίστριες τις Μάγια Χοκ και Έμιλι Γουότσον. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς τον περιορισμό που σου επιβάλλουν τα κοστούμια και τα σκηνικά, είναι πολύ εύκολο να υποπέσει κανείς σε ατραπούς επαναληψιμότητας, ενδεχομένως και «αντιγραφής».

Και όμως, η Γκέργουικ στις δικές της «Μικρές Κυρίες» μάς αποστομώνει σχεδόν από τις πρώτες κιόλας σεκάνς, συστήνοντάς μας την νεωτεριστική ματιά της. Τολμά να διαρρήξει τη γραμμική αφήγηση, εισάγοντας πολλές αναδρομές και μπλέκοντας μεταξύ τους το παρόν, το παρελθόν, το… πιο παρελθόν, κ.ό.κ. Εάν δεν διέβλεπα τον σκοπό πίσω από όλες αυτές τις αναδρομές, ίσως να με ξένιζε και να τις θεωρούσα αχρείαστες και ως έναν βαθμό κουραστικές. Ωστόσο, είναι μελετημένες και τοποθετημένες μία προς μία. Αξιολογότερη όλων είναι η μετάβαση-αντίθεση από το πένθος ενός χαμού στη χαρά ενός γάμου. Και αυτό άλλωστε προδίδει την λυσσαλέα αγωνία της Γκέργουικ (όπως μάλλον και της Άλκοτ, τότε) να μην εξελιχθεί σε ένα ακόμα μελό… βίπερ «Νόρα». Επίσης, δεν θα μπορούσαν να παραβλεφθούν και τα ενδιαφέροντα voice-over των επιστολών, που εντείνουν τις πιο εσωτερικές στιγμές αποστολέα-παραλήπτη.

Άλλο τρικ που χρησιμοποιεί είναι ο πιο σύγχρονος –σε σχέση με την εποχή– τρόπος ομιλίας και χειρονομιών των πρωταγωνιστριών, όπως επίσης και ότι σε πολλά πλάνα βλέπουμε τη Τζο να φοράει παντελόνι, να κάθεται σταυροπόδι ή ο τρόπος που διαπραγματεύεται με τον εκδότη, γεγονότα που δεν συμβαδίζουν με το πλαίσιο της εποχής. Όμοια τεχνική, άλλωστε, έχουμε ξανασυναντήσει στην «Ευνοούμενη» του δικού μας Γιώργου Λάνθιμου (βλ. υποκριτική Έμα Στόουν) όπου εξίσου υπό τα στενά περιθώρια της βικτωριανής εποχής, χρησιμοποιείται για να μας «σκουντήσει» και να μας υπενθυμίσει πως το σημαίνον και το σημαινόμενο –παρά το φαινομενικό περιτύλιγμα– αφορά το τώρα.

Δεν είναι, άλλωστε, λίγες οι φορές που η Γκέργουικ κλείνει το μάτι στα τεκταινόμενα και τηρεί μια πιο ψύχραιμη στάση μέσα στον κυκεώνα της πολιτικής ορθότητας του Χόλιγουντ. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στα μεταναστευτικά ρεύματα που εισρέουν στη Δυτική Ακτή των ΗΠΑ, όπως επίσης και στο φεμινιστικό κίνημα (βλ. #metoo) που ισοφαρίζει με το δίλημμα-ξέσπασμα της Τζο (μάλλον αποτυπώνοντας και τις ανησυχίες της ίδιας της Γκέργουικ), η οποία όλη της τη ζωή μάχεται αδιάκοπα και αγωνίζεται για την ανεξαρτησία και τη χειραφέτησή της, αλλά στο τέλος συνειδητοποιεί τη μοναχικότητά της και την ναρκισσιστική ανάγκη της να αγαπηθεί –περισσότερο από το να αγαπάει. Άλλη απάντηση στο εν λόγω ρεύμα είναι η ατάκα «Επειδή τα όνειρα μου είναι διαφορετικά από τα δικά σου, δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικά», αποτυπώνοντας τη συνειδητή επιλογή της Μεγκ να μην ακολουθήσει φιλοδοξίες για όνειρα και καριέρες, αλλά να κατασταλάξει ανοίγοντας σπίτι και μεγαλώνοντας παιδιά, κάτι που μας θυμίζει και το «Χαμόγελο της Μόνα Λίζα» (2003), χωρίς ωστόσο να ξεφεύγει από την αίσθηση και το γράμμα του μυθιστορήματος.

Τις εν λόγω τεχνικές, όμως, εύκολα τις αφήνεις να περάσουν στο πίσω μέρος του μυαλού σου, γιατί, από την αρχή, σε παρασύρει ο σφιχτός ρυθμός της ταινίας, εκεί δηλαδή που έγκειται και η αριστοτεχνία της Γκέργουικ. Η μοναδική -σχεδόν- στιγμή που χάνεται και ελάχιστα παραπαίει ο εν λόγω ρυθμός, είναι το πλάνο που αποδίδει το ασάλευτο, εντελώς αθόρυβο, απόλυτο πένθος της ηρωίδας.

Σε αυτό το ταξίδι, εντούτοις, η Γκέργουικ δεν είναι μόνη της. Πλαισιώνεται από ένα καστ-δυναμίτη που μάλλον δεν κούρασε τη σκηνοθέτιδα, αντιθέτως θα λέγαμε συνέβαλε και ώθησε αποφασιστικά σε αυτό το εξαιρετικό αποτέλεσμα. Προεξέχουσα είναι η Σίρσα Ρόναν (σ.σ. τέταρτη οσκαρική υποψηφιότητα μόλις στα 25 της έτη), αυτή τη φορά πιο ώριμη και ολοκληρωμένη, ακολουθούμενη από την ανερχόμενη Φλόρενς Πίου («Μεσοκαλόκαιρο», «Η Μικρή Τυμπανίστρια», «Lady Macbeth») και από τη διακριτική Έμα Γούοτσον («Ο Χάρι Πότερ και η Φιλοσοφική Λίθος», «Τα Πλεονεκτήματα του να Είσαι στο Περιθώριο»). Στα μετόπισθεν, με επικουρικές, αλλά καίριες ερμηνείες, ο Τιμοτέ Σαλαμέ, η βραβευμένη –εδώ και μερικές ημέρες– με Όσκαρ Λόρα Ντερν και η βετεράνος Μέριλ Στριπ. Μεταξύ των λαμπερών συντελεστών συγκαταλέγεται ο εμβληματικός Αλεξάντρ Ντεσπλά («Η απίστευτη ιστορία του Μπένζαμιν Μπάτον», «Η Μορφή του Νερού») που συνθέτει τη μουσική, καθώς και η ενδυματολόγος Τζάκλιν Ντουράν, η οποία απέσπασε και το μοναδικό χρυσό αγαλματίδιο του «Little Women» για τη δουλειά της στην κατηγορία των κοστουμιών (ανάμεσα σε συνολικά έξι υποψηφιότητες της Ακαδημίας για την ταινία).

Προσωπικά, οι «Μικρές Κυρίες» της Γκέργουικ μου άφησαν μια γλυκόπικρη γεύση. Θες το ζοφερό μαύρο σπίτι των Μαρτς; Θες η επιλογή η ταινία να ανοίξει με την ατάκα της Άλκοτ «Είχα πολλά βάσανα-μπελάδες, γι’ αυτό έγραφα χαριτωμένες ιστορίες»; Θες ότι βρισκόμαστε ακόμα εν έτει 2020 αλλά οι προβληματισμοί του 1868 είναι ακόμη παρόντες; Όπως λ.χ. γιατί να μην έχει προταθεί αυτή η προσπάθεια για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και γιατί η εν λόγω κατηγορία να μονοπωλείται αποκλειστικά από άντρες;

Όπως και να έχει, η Γκέργουικ έχει κάνει μια εξαιρετική δουλειά που αξίζει κανείς να παρακολουθήσει, με την ίδια να επιβεβαιώνει συνεχώς την εξέλιξή της σε μια πολύ ενδιαφέρουσα και συνεπή δημιουργό!

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s