Κριτική για το «The Lighthouse»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Δεν πάει πολύς καιρός από τότε που ακούσαμε για πρώτη φορά το όνομα του Ρόμπερτ Έγκερς. Ο 36χρονος Αμερικανός σκηνοθέτης εισέβαλε στην κινηματογραφική μας καθημερινότητα μόλις στα μέσα της δεκαετίας που μας άφησε, τραβώντας τα σινεφίλ βλέμματα από την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Ήταν «Η Μάγισσα» («The Witch», 2016), μια μυσταγωγική πανδαισία ψυχολογικού τρόμου που τον κατέταξε αυτομάτως στους πιο ταλαντούχους της νέας γενιάς δημιουργών (σ.σ. βραβείο καλύτερου σκηνοθέτη στο φεστιβάλ του Σάντανς το 2015). Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο ίδιος επιστρέφει με ένα δεύτερο ανεξάρτητο φιλμ που εξερευνά τα όρια του είδους που τον ανέδειξε: Είναι «Ο Φάρος» («The Lighthouse»), ένα σκοτεινό υπαρξιακό αίνιγμα που χτίζει τα θεμέλιά του πάνω σε διάσημους μύθους και φολκλόρ ιστορίες, αντλώντας παράλληλα έμπνευση από τον εξπρεσιονιστικό τρόμο του βωβού γερμανικού κινηματογράφου της δεκαετίας του 1920.

ΥΠΟΘΕΣΗ: Η ιστορία είναι τοποθετημένη στη Νέα Αγγλία των Ηνωμένων Πολιτειών, γύρω στο 1890. Σε ένα μυστηριώδες νησί, δύο φρουροί ενός απομονωμένου φάρου έχουν χρέος να μείνουν στο πόστο τους για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Εκεί θα έρθουν κοντά, θα συγκρουστούν και τελικά θα βυθιστούν στα ανείπωτα μυστήρια αυτού του παράξενου μέρους. Το πέρασμα του χρόνου θα φέρει στην επιφάνεια το πνιγηρό αίσθημα απομόνωσης, θα ανασύρει σκοτεινές φαντασιώσεις και, τελικά, θα στρέψει τους δυο άνδρες στην παράνοια.

Η ταινία εκτυλίσσεται σε ένα γοτθικού τύπου, μουντό και καθ’ όλα αφιλόξενο κομμάτι παραθαλάσσιας, βραχώδους γης που μοιάζει να έχει αφεθεί στο έλεος των στοιχείων της φύσης (βάλλεται από θυελλώδεις ανέμους και μανιασμένα κύματα). Το ίδιο παραμελημένοι και αφημένοι στην τύχη τους είναι οι πρωταγωνιστές μας. Με αφετηρία τη σωματικά και ψυχικά εξοντωτική ρουτίνα του φαροφύλακα, «Ο Φάρος» μάς καθιστά μάρτυρες μιας σταδιακής διολίσθησης στην απόγνωση και την τρέλα, θολώνοντας τα λεπτά όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την παραίσθηση. Καταλύτης σε αυτό είναι οι ανά περιόδους ντελιριακές, υψηλού καλλιτεχνικού διαμετρήματος ερμηνείες των Γουίλεμ Νταφόε και Ρόμπερτ Πάτινσον, που με την έντονη θεατρικότητά τους δίνουν επιβλητικές διαστάσεις στις φαντασιώσεις, τα πάθη, τις εμμονές, τις δόλιες απόπειρες και τα κρεσέντα των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων. Υποδυόμενος τον μέθυσο πρώην καπετάνιο που βρίσκεται εδώ και χρόνια «καθηλωμένος» στην άγονη βραχονησίδα, ο Νταφόε ξεσηκώνει τη διάλεκτο των ναυτικών και προσδίδει διαβολική μοχθηρότητα στον ρόλο του σχολαστικού ηλικιωμένου μέντορα (αρκεί μια ματιά στο σαρδόνιο χαμόγελο και το ημίτρελο βλέμμα), ο οποίος αρέσκεται σε εξαντλητικά παιχνίδια χειραγώγησης και επιβολής εις βάρος του μαθητή. Στον αντίποδα, ο Πάτινσον ερμηνεύει τον νεοφερμένο εσωστρεφή βοηθό με το θολό παρελθόν, ο οποίος βλέπει τα όρια της αντοχής του να δοκιμάζονται. Βουτηγμένοι στο πιοτό και εγκλωβισμένοι στη μοναξιά της απόκοσμης εξορίας τους, οι δυο ερημίτες θα αναγκαστούν να έρθουν αντιμέτωποι με τα ένοχα μυστικά τους και να συγκρουστούν με μεταφυσικούς εφιάλτες.

Σε ένα έργο φανερά επηρεασμένο από σημαίνουσες προφορικές λαϊκές παραδόσεις που κέντρισαν το ενδιαφέρον του δημιουργού, τα ατμοσφαιρικά, κλειστοφοβικά πλάνα είναι άκρως αποτελεσματικά στο να συντηρούν τους πιο εφιαλτικούς μύθους, χτίζοντας μια απόκοσμη εικόνα «επίγειας κόλασης». Γυρισμένη σε ασπρόμαυρο τετράγωνο κάδρο που παραπέμπει σε άλλες εποχές, η ταινία συνεπαίρνει τον θεατή διαμέσου εντυπωσιακών, υπόκωφων, επίμονων και σχεδόν πάντα απειλητικών οπτικοακουστικών θεμάτων. Φτάνοντας στο να αξιοποιεί την ένταση μέχρι και στην πιο σχολαστική λεπτομέρεια, μας δείχνει χειροπιαστά πώς ακόμα και η επαναλαμβανόμενη κίνηση ενός φωτιστικού που πάλλεται σαν εκκρεμές από τον λυσσασμένο άνεμο μπορεί υποσυνείδητα να παραπέμψει στις εμμονές, την ψυχική αστάθεια και τη διαταραχή των δύο ηρώων που δεν τολμούν να αντικρίσουν το ποιοι πραγματικά είναι. Με την ανεξέλεγκτη σφοδρότητα που λαμβάνουν τα καιρικά φαινόμενα τα οποία βάλλουν την απομακρυσμένη βραχονησίδα, από ένα σημείο και έπειτα το χαώδες σκηνικό θυμίζει τη λειτουργία μιας ξεχαρβαλωμένης μηχανής, της οποίας οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες και η πνευματική τους διαύγεια (;) είναι αναπόσπαστο και εξίσου ελαττωματικό γρανάζι.

Διαβασμένος και σχολαστικός ως προς την έρευνα, ο Έγκερς αξιοποιεί ένα πλούσιο πλέγμα καλλιτεχνικών σημείων αναφοράς που εκτείνεται σε πολλά διαφορετικά πεδία. Σε αυτά περιλαμβάνεται το σινεμά και η λογοτεχνία τρόμου των αρχών του 20ού αιώνα, κλασικά μυθιστορήματα και έργα της έβδομης τέχνης, η ζωγραφική, ιστορικές μαρτυρίες για τη ζωή των ναυτικών το 1890, και στον πυρήνα της πλοκής η αρχαιοελληνική παράδοση. Το αινιγματικό, αλληγορικό φινάλε ενισχύει τη θέση της τελευταίας μέσα από οξυδερκείς αναφορές στον μύθο του Προμηθέα, τα κοινά στοιχεία του οποίου με την πορεία και την κατάληξη του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα είναι εμφανή.

*Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε στο Φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών του 2019, όπου και απέσπασε το βραβείο FIPRESCI.

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s