Κριτική για το «Jojo Rabbit»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τάικα Γουαϊτίτι είναι ένα «φρέσκο» όνομα που έχει χτίσει αξιοσημείωτο μομέντουμ τα τελευταία χρόνια στη βιομηχανία του θεάματος. Για όσους δεν το γνωρίζουν, είναι ο άνθρωπος που κλήθηκε να αναμορφώσει έναν από τους «αγιάτρευτα» αδύναμους κρίκους του κινηματογραφικού σύμπαντος της Marvel (σ.σ. μιλάμε φυσικά για τη σειρά ταινιών με ήρωα τον Thor) και εκ του αποτελέσματος πιστώθηκε την ηχηρή επιτυχία του πιο πρόσφατου κεφαλαίου της («Thor: Ragnarok», 2017).

Συνεχίζοντας με κεκτημένη ταχύτητα από εκείνο το success story, ο Νεοζηλανδός επιστρέφει φέτος με το «Τζότζο» («Jojo Rabbit»), την ταινία που σηματοδοτεί το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του, βάζοντάς τον για τα καλά στο οσκαρικό παιχνίδι (σ.σ. έχει προταθεί για έξι βραβεία από την Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου). Ξανά μέσα από τα μάτια της καταπιεσμένης παιδικής αθωότητας, όπως είχε πράξει και στο «Hunt for the Wilderpeople» του 2016 (σ.σ. την ταινία που έμελλε να αποτελέσει το διαβατήριό του για τον κόσμο του Χόλιγουντ), ο Νεοζηλανδός σκηνοθέτης εκμαιεύει μια ιστορία ανθρωπιάς και τη διηγείται με το σπαρταριστό χιούμορ που τον χαρακτηρίζει, μένοντας πάντα πιστός στα συστατικά ενός crowd-pleaser που σέβεται τον εαυτό του.

Στην επιφάνεια, το «Jojo Rabbit» αποτελεί μία ανάλαφρη (στο μεγαλύτερο κομμάτι της) αντιναζιστική σάτιρα, μα στην ψυχή είναι ένα κινηματογραφικό παραμύθι που διαδραματίζεται στη Γερμανία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στα τελευταία στάδια της πλέον εκτεταμένης και καταστροφικής σύρραξης στην ιστορία της ανθρωπότητας, παρακολουθούμε τη πορεία ενός μοναχικού δεκάχρονου αγοριού (ο Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις στο ρόλο του Τζότζο), το οποίο έχει προσχωρήσει στη ναζιστική νεολαία με όνειρο να φτάσει ως την προσωπική φρουρά του Χίτλερ. Η ιδέα του λιλιπούτειου «στρατιώτη» για τον κόσμο θα αντιστραφεί, όταν εκείνος ανακαλύπτει ότι η διαζευγμένη μητέρα του Ρόζι (Σκάρλετ Γιόχανσον) κρύβει μια νεαρή Εβραιοπούλα (Τόμασιν ΜακΚένζι) στη σοφίτα τους. Με μοναδική βοήθεια τον χαζούλη φανταστικό του φίλο… Αδόλφο Χίτλερ (ο Τάικα Γουαϊτίτι αφήνει για λίγο τη σκηνοθετική καρέκλα για να ερμηνεύσει με κωμικό μπρίο την επινοημένη -από το παιδικό μυαλό- εκδοχή του παγκόσμιου δυνάστη), ο Τζότζο οδηγείται σε ένα κομβικό σταυροδρόμι όπου κυριαρχεί ένα μεγάλο δίλημμα: Να προσπαθήσει να ξεφορτωθεί την εισβολέα, ή να επανεξετάσει τον τυφλό φανατισμό του; Η απάντηση θα τον βοηθήσει να βρει την πραγματική του ταυτότητα και θέση σε έναν κόσμο που μαστίζεται από το τοξικό μίσος του ολοκληρωτισμού.

Η ταινία φέρει την προσωπική σφραγίδα του Γουαϊτίτι, ο οποίος προσεγγίζει μέσα από το πρίσμα του μαύρου χιούμορ το ναζιστικό παιδομάζωμα και τις μεθόδους εμφύτευσης των σπόρων του φασισμού στις αθώες νεανικές ψυχές. Επιπλέον, βρίσκει το κατάλληλο πάτημα για να θίξει ζητήματα υπεράνω εποχής, όπως το μπούλινγκ (βλ. τελετή μύησης των νεαρών μελών), στηλιτεύοντας τη διαχρονική τάση συσπείρωσης γύρω από ομάδες και συμπεριφορές που διαιωνίζουν και συντηρούν ρατσιστικά κατάλοιπα.

Στην επιφανειακή προσκόλληση και υπακοή του 10χρονου πρωταγωνιστή στα σύμβολα, τα πρόσωπα και τις ιδέες του ναζισμού, ο φακός δεν ανταμώνει έναν νεαρό ήρωα που ασπάζεται συνειδητά τη θεωρία του μίσους. Ο Τζότζο είναι ένα ανασφαλές και κατά βάθος ευαίσθητο πλάσμα που, στιγματισμένο καθώς είναι από την απουσία του πατέρα, ενδίδει στον μιμητισμό και τείνει τη χείρα προς το σύνολο, σε μια απέλπιδα προσπάθεια για κοινωνική ενσωμάτωση. Ο θεατής διαπιστώνει με ικανοποίηση τις πραγματικές αρετές του νεαρού παιδιού να βγαίνουν στην επιφάνεια, όσο κι αν παρεμποδίζονται από την υποτελή ναζιστική περσόνα που έχει υιοθετήσει. Η αναπόφευκτη στοχοποίησή του λειτουργεί ως έμμεσο σχόλιο για τον τρόπο λειτουργίας του φασισμού, ο οποίος αρέσκεται στο να εκτρέπει την προσοχή των μαζών από τα πραγματικά προβλήματα, στρέφοντάς τη σε εξιλαστήρια θύματα που αποτελούν εύκολη λεία. Είναι μια ιδεολογία που τρέφεται τόσο αχόρταγα από το μίσος και τη δημιουργία εχθρών, που τελικά φτάνει στο σημείο να γυρνάει μπούμερανγκ στους ίδιους τους υποστηρικτές της, περιθωριοποιώντας και εξοντώνοντας με τη σειρά -όπως ακριβώς πράττει απέναντι σε παντός είδους μειονότητα- όλα τα «αδύναμα» στοιχεία που ανήκουν πια και στους δικούς της κύκλους.

Η αισθητική του Γουαϊτίτι γεννά χιουμοριστικές εκπλήξεις, ντύνει με συγκινητική ευαισθησία και δίνει υφή παραμυθιού σε αυτή τη γλυκόπικρη σάτιρα, από όπου πάντως δεν λείπουν οι σεναριακές κοινοτοπίες. Στο τέλος, αυτό που μένει είναι το τρυφερό άγγιγμα του Νεοζηλανδού, ο οποίος υπογράφει μια ταινία-απόσταγμα ανθρωπιάς και αγάπης, ακόμη κι όταν κάποιοι από τους χαρακτήρες-εκφραστές αυτών των νοημάτων ξεδιαλέγονται μέσα από ένα πανέρι με «εύκολες» ναζιστικές καρικατούρες.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s