Κριτική για το «1917»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Από όπου κι αν το πιάσει κανείς, ο Σαμ Μέντες αποτελεί ιδιάζουσα περίπτωση δημιουργού. Αμιγώς θεατρικών καταβολών, ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 διατελώντας καλλιτεχνικός διευθυντής -και ριζικός αναμορφωτής- της φημισμένης σκηνής που είναι γνωστή στις μέρες μας ως το λονδρέζικο θέατρο Donmar Warehouse. Ακολούθησε μια αξιοσημείωτη καριέρα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα στο μεγάλο σανίδι, σε ρόλο παραγωγού και σκηνοθέτη έργων κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Στο σινεμά μεταπήδησε λίγο πριν το μιλένιουμ, και το ντεμπούτο δεν θα μπορούσε να είναι ιδανικότερο. «American Beauty» (1999) με απολογισμό πέντε (!) Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και ένα Σκηνοθεσίας για τον ίδιο. Μετά την πρώιμη χολιγουντιανή καταξίωση, ακολούθησε μια ασταθής δεκαετία με ενδιαφέροντα έως σημαντικά σημεία αναφοράς («Road to Perdition», «Revolutionary Road»), αλλά και καραμπινάτες απογοητεύσεις («Away We Go»), προτού ο πορτογαλικής καταγωγής Βρετανός μεταπηδήσει στο εμπορικό franchise του Τζέιμς Μποντ. Εκεί, στο ίδιο μοτίβο με τη συνολική σταδιοδρομία του, παρέδωσε δύο ταινίες που έτυχαν εκ διαμέτρου αντίθετης υποδοχής: Την ηχηρή επιτυχία «Skyfall» (2012), και την «ελεγχόμενη» απογοήτευση «Spectre» (2015).

Σήμερα, ακριβώς 15 χρόνια μετά το «Jarhead» («Σύρριζα», 2005), ο Μέντες αξιοποιεί τις αφηγήσεις του παππού του, Άλφρεντ, προκειμένου να επισκεφθεί για πρώτη φορά το είδος του αμιγούς αντιπολεμικού δράματος, στρεφόμενος μακριά από το κομμάτι της στρατιωτικής εκπαίδευσης. Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας είναι το επικό «1917», μια ταινία που εισχωρεί στα άδυτα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρωταγωνιστές είναι δύο νεαροί Βρετανοί στρατιώτες, ο Σκόφιλντ (Τζορτ ΜακΚέι) και ο Μπλέικ (Ντιν-Τσαρλς Τσάπμαν), οι οποίοι αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας μια πραγματικά κρίσιμη, όσο και δύσκολη αποστολή: Θα πρέπει να διασχίσουν τα εχθρικά εδάφη προκειμένου να παραδώσουν ένα μήνυμα που θα αποτρέψει την απώλεια εκατοντάδων Βρετανών στρατιωτών, οι οποίοι είναι έτοιμοι να πέσουν σε μια θανάσιμη παγίδα των Γερμανών. Στον δρόμο για την επίτευξη του δύσκολου στόχου παραμονεύει πλήθος σοβαρών κινδύνων, μα ο μεγαλύτερος αντίπαλος δεν είναι άλλος από τον περιορισμένο χρόνο, ο οποίος δεν κυλά υπέρ των δύο ηρώων.

Εφοδιασμένη με την ιδιοφυή καλλιτεχνική ματιά του βετεράνου διευθυντή φωτογραφίας Ρότζερ Ντίκινς, η ταινία είναι οικοδομημένη πάνω στην αισθητική του μονοπλάνου. Από εκεί πηγάζει ένα μεγάλο κομμάτι της δυναμικής της, αιχμαλωτίζοντας τον θεατή στην επικίνδυνη περιπλάνηση των πρωταγωνιστών ανάμεσα σε έρημες οχυρώσεις, φυσικά τοπία, αστικά χαλάσματα και πεδία μάχης που έχουν ως κοινό παρονομαστή το φρικιαστικό αποτύπωμα του πολέμου. Ο κινηματογραφικός φακός χαρίζει εντυπωσιακά καδραρίσματα και παραμένει, με προσήλωση πιστού συνοδοιπόρου, στο πλευρό των ηρώων ενόσω τα σκηνικά εναλλάσσονται σαν πίστες βιντεοπαιχνιδιού, πάντοτε όμως με αριστοτεχνική φυσικότητα. Δίνεται έτσι η εντύπωση μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται σε πραγματικό χρόνο, με απτές απειλές που πιάνουν στον ύπνο τόσο τους δύο συνοδοιπόρους όσο και τον ίδιο τον θεατή, κάνοντάς τον να αισθάνεται στο πετσί του την ένταση και την αγωνία μέσα από ένα άρτιο οπτικοακουστικό αποτέλεσμα.

Η καρδιά του αντιπολεμικού μηνύματος της ταινίας χτυπάει στους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, οι οποίοι, μέσα από τις φοβίες, την απόγνωση και τη συντριβή τους μπροστά στη φρίκη του πολέμου, ή άλλοτε με τον νεανικό ενθουσιασμό και την αφέλεια των παρορμήσεών τους, κουβαλούν μια ελκυστική καθαρότητα και μια κρυστάλλινη αλήθεια που ναι μεν τους διαφοροποιούν από προσωποποιήσεις πολεμοχαρών ονειρώξεων, ωστόσο συνδυάζονται με μια αμόλυντη αγνότητα που δρα εξωραϊστικά. Στην αρχή βλέπουμε ότι τα κίνητρά τους δεν πηγάζουν από κάποιο πατριωτικό καθήκον, αλλά από την ανάγκη να βοηθήσουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα (σ.σ. ανάμεσα στους στρατιώτες που κινδυνεύουν να πέσουν στη θανατηφόρο παγίδα των Γερμανών βρίσκεται ο αδερφός του Μπλέικ) και -κυρίως- εξέλθουν σώοι από τον λαβύρινθο της πολεμικής λαίλαπας, ακολουθώντας έναν κοινό «μίτο της Αριάδνης». Αυτό το ένστικτο επιβίωσης, μπροστά στην οποία ωχριά οποιοδήποτε παράσημο ανδρείας, με κάποιο τρόπο παραμένει στους κόλπους του «ευγενούς» και δεν γίνεται ποτέ ζωώδες. Συνεπώς, δεν αλλοιώνει τον ανθρωπισμό των δύο φίλων, όπως αυτός εκδηλώνεται στις αλτρουιστικές ενέργειες και στο αίσθημα πρόνοιας που αναπτύσσουν ο ένας για τον άλλον. Ο Μέντες τούς παρουσιάζει σαν δύο νεαρά παιδιά, που ο πόλεμος δεν έχει προλάβει να αποκτηνώσει. Στο σταυροδρόμι που θα σφραγίσει τη μοίρα της κοινής τους πορείας, το αίσθημα καθήκοντος θα θεριέψει και η αποστολή θα μετατραπεί, προβλέψιμα πια, σε προσωπική υπόθεση, υπερβαίνοντας οριστικά το ιδιοτελές κίνητρο για επιβίωση. Εκεί είναι που ο σκηνοθέτης ενδίδει στην αναμενόμενη και χιλιοειπωμένη οδό της ηρωοποίησης ενός καθημερινού, απλού νέου. Κάπως έτσι, τον χρίζει «απροσδόκητο» πρωταγωνιστή σε μια ιστορία θάρρους και ανδρείας, ενάντια σε βολικά απρόσωπους, ύπουλους και αιμοβόρους Γερμανούς. Πάντως, σε όλο αυτό το διάστημα η ταινία δεν χάνει τον ρυθμό, την ένταση και την εικαστική δυναμική που τη διακατέχουν, επιτάσσοντας την προσοχή και το ενδιαφέρον.

Μακράν πιο γόνιμα για το έργο του Μέντες είναι τα εμπόδια που ορθώνουν οι εσωτερικοί «εχθροί». Ο λόγος για πολεμοχαρείς Βρετανούς αξιωματικούς που εμφανίζονται έτοιμοι να αψηφήσουν κάθε εντολή ματαίωσης, εμμένοντας στην υλοποίηση μιας εφόρμησης που πρόκειται να οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο εκατοντάδων στρατιωτών. Η τελική έκβαση της διαδρομής εγείρει κάποια τολμηρά ερωτήματα ακόμα και για το νόημα της θυσίας στην αποστολή που ανέλαβαν ο Σκόφιλντ και ο Μπλέικ.

Ανακεφαλαιώνοντας, το «1917» είναι μια επική αντιπολεμική ταινία που κερδίζει στο εικαστικό σκέλος, ενώ πετυχαίνει να εντάξει από το πρώτο λεπτό τον θεατή σε μια άκρως υποβλητική ατμόσφαιρα. Εκεί που ηττάται -από ένα σημείο και έπειτα- είναι στη σεναριακή πρωτοτυπία, καθώς μένει προσκολλημένη στη γνωστή φόρμα των οικείων ηρώων και των απρόσωπων εχθρών. Και παρότι παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα προβληματική στο φινάλε της, η φύσει μονοδιάστατη οπτική της (see what we did there?) δεν της επιτρέπει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα και να υιοθετήσει μια πιο σφαιρική ματιά, συνεισφέροντας περαιτέρω στον αντιπολεμικό διάλογο. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το σκηνοθετικό όραμα του Μέντες υπολείπεται αισθητά σε σχέση με σύγχρονες κινηματογραφικές εκδοχές του πολεμικού έπους. Τρανότερο όλων, το παράδειγμα της «Δουνκέρκης» («Dunkirk», 2017) του πολυμήχανου Κρίστοφερ Νόλαν, που είχε ως κινητήριο δύναμη την αντισυμβατική αφηγηματική δομή. Παρ’ όλα αυτά, είναι βέβαιο ότι θα σηματοδοτήσει την επιστροφή του Άγγλου δημιουργού σε εποχές οσκαρικής δόξας (σ.σ. ήδη του χάρισε Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας, ενώ στην ίδια διοργάνωση της απονεμήθηκε το βραβείο Καλύτερης Δραματικής Ταινίας).

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s