Κριτική για το «Star Wars: The Rise of Skywalker»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Μια τέτοια ημέρα του Δεκέμβρη πριν από τέσσερα χρόνια, οι απανταχού fans ενός από τα εμβληματικότερα saga στην ιστορία του σινεμά ετοιμάζονταν να υποδεχτούν την έλευση του πρώτου κεφαλαίου της ολοκαίνουριας σίκουελ τριλογίας του Star Wars. Η αυλαία άνοιγε με το «The Force Awakens» («Η Δύναμη Ξυπνάει», 2014), διά χειρός Τζέι Τζέι Έιμπραμς. Τότε, ο Αμερικανός σκηνοθέτης παρέδωσε ένα διασκεδαστικό, αλλά καλλιτεχνικά ανούσιο αναμάσημα της πρώτης ταινίας της original τριλογίας, υπηρετώντας με το στόρι του ένα σαφές πλάνο «ανανέωσης γενεών» στο καστ, παράλληλα με την επανασύσταση του παραμυθένιου κόσμου του Λούκας. Την τεράστια εμπορική επιτυχία του πρώτου μέρους διαδέχθηκε το μεγάλο στοίχημα «The Last Jedi» («Οι Τελευταίοι Τζεντάι», 2017), μια εντυπωσιακά σκηνοθετημένη ταινία από τον Ράιαν Τζόνσον που εξερεύνησε νέα, απρόβλεπτα μονοπάτια για παλαιούς και νεοεισερχόμενους χαρακτήρες, δίνοντας πνοή στην βαλτωμένη ιστορία που μέχρι τότε ήταν εντελώς εγκλωβισμένη σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Αυτή η τολμηρή προσέγγιση δίχασε το κοινό, με την ταινία να μετατρέπεται σε κόκκινο πανί για τους φανατικούς οπαδούς του κινηματογραφικού franchise.

Το φίδι από την τρύπα κλήθηκε να βγάλει εκ νέου ο Έιμπραμς, επιστρέφοντας στο σκηνοθετικό τιμόνι για να υπογράψει το πολυαναμενόμενο φινάλε, υπό τον τίτλο «Star Wars: Skywalker Η Άνοδος». Αυτό που επιδιώκει εδώ στην πράξη, είναι να προσεδαφίσει ομαλά την χρυσοφόρο -αλλά άκρως αμφιλεγόμενη στις τάξεις των σκληροπυρηνικών- τριλογία της Disney, σε ένα κλείσιμο που μέλλεται κυρίως να κατευνάσει τα πνεύματα και να συμβιβαστεί με όσα περισσότερα γούστα είναι δυνατό. Ίσως τελικά και να το καταφέρνει, ωστόσο στον δρόμο η ταινία θυσιάζει για άλλη μια φορά το ρίσκο και την πρωτοτυπία, υποβιβάζοντας τον εαυτό της σε μια βιαστική και άτσαλη περιπλάνηση ανάμεσα σε κλισέ θεάματα, συμβάντα και συμπεριφορές.

Το τελευταίο κεφάλαιο του επικού saga ξεκινά με την «ανάσταση» του αυτοκράτορα Πάλπατιν (Ίαν ΜακΝτάιαρμιντ), ο οποίος δελεάζει τον Κάιλο Ρεν (Άνταμ Ντράιβερ) σε μια σύμπραξη για την ολοκληρωτική επικράτηση του… Τελικού Τάγματος. Την ίδια στιγμή, το μυστήριο κορυφώνεται γύρω από την καταγωγή της Ρέι (Ντέιζι Ρίντλεϊ), τελευταίας Τζεντάι και φλογερής ελπίδας της επανάστασης (ο Έιμπραμς, σε αντίθεση με τον ανοιχτόμυαλο Τζόνσον, οραματίζεται μόνο ήρωες «από τζάκι»). Θα ενδώσει η νεαρά στο σκότος; Ο Κάιλο Ρεν και η Ρέι -μαζί με την παρέα της- παίζουν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι και η τελική αναμέτρηση ανάμεσα στη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά της Δύναμης μοιάζει θέμα χρόνου. Αυτά είναι εν ολίγοις τα απολύτως απαραίτητα που θα πρέπει να γνωρίζει κάποιος για την υπόθεση της ταινίας, ώστε να μην περάσουμε σε αμιγώς spoiler χωράφια (σ.σ. να τονισθεί ότι η κριτική δεν περιέχει spoiler, ωστόσο όποιος θα ήθελε να πάει εντελώς ανυποψίαστος στην προβολή της ταινίας καλό θα ήταν να σταματήσει την ανάγνωση εδώ).

Εάν αναλογιστούμε ότι οι δύο προηγούμενες ταινίες της σειράς είχαν στον κεντρικό τους άξονα έντονη την παρουσία μερικών εκ των πιο χαρισματικών πρωταγωνιστών της original τριλογίας (ο Χαν Σόλο του «The Force Awakens» ήταν ο αντίστοιχος Λουκ Σκαϊγουώκερ του «The Last Jedi»), η απουσία αυτής της μεταβλητής εδώ σηματοδοτεί το πέρασμα του βάρους στις πλάτες των νέων ηρώων. Και μόνο βέβαια το γεγονός ότι οι με διαφορά πιο απολαυστικές ατάκες και μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του «Skywalker Η Άνοδος» ανήκουν στο… ρομπότ C-3PO (Αντονι Ντάνιελς), που δεν υπάγεται καν στη νέα φουρνιά και διαδραματίζει ως επί το πλείστον περιφερειακό ρόλο στην πλοκή, καθιστά εύκολα αντιληπτή τη δυσλειτουργία που υπάρχει στο χτίσιμο και την ανάδειξη των νέων χαρακτήρων. Ντέιζι Ρίντλεϊ και Άνταμ Ντράιβερ αποδίδουν τα δέοντα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μα οι παρουσίες τους είναι και αυτές δέσμιες μιας οικείας και αδύναμης σεναριακής φόρμας που μοιάζει έχει εξαντλήσει τις αρετές της σε ξαναζεσταμένα διλήμματα με προβλέψιμη κατάληξη. Δεν είναι τυχαίο που η μόνη γνήσια έκπληξη (θα καταλάβετε πότε και ποια) έρχεται από το υποστηρικτικό καστ των «κακών», όπου ξεχωρίζει η παρουσία των Στρατηγών Χαξ (Ντόμναλ Γκλίσον) και Πράιντ (Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Έιμπραμς αξιοποιεί μεγάλο όγκο αχρησιμοποίητου αρχειακού υλικού από το «The Force Awakens» για να «επαναφέρει» την πρόσφατα εκλιπούσα Κάρι Φίσερ στον ρόλο της στρατηγού Λέια Οργκάνα. Παρ’ όλα αυτά, η απουσία πραγματικής αλληλεπίδρασης μεταξύ ερμηνευτών χτυπά αρνητικά σε κάποιες από τις σκηνές της με τη Ρέι. Και όχι μόνο. Ακόμα και εκεί που κανονικά η παρουσία της Λέια θα έπρεπε να έχει τεράστιο συναισθηματικό εκτόπισμα, η μορφή της μοιάζει απλά να περιφέρεται στον χώρο σαν ολόγραμμα, χωρίς σύνδεση με τα τεκταινόμενα γύρω της.

Από την ταινία δεν λείπουν τα εντυπωσιακά σκηνικά, οι άψογα χορογραφημένες μάχες, η αδρεναλίνη της καταιγιστικής δράσης και κάποια αξιομνημόνευτα set pieces που αυτομολούν στην αισθητική του τρόμου. Από τα προαναφερθέντα στοιχεία, μόνο το τελευταίο αποτελεί έκπληξη, καθώς ο Έιμπραμς μας έχει συνηθίσει σε όλα τα υπόλοιπα κατά την περιήγησή του σε δύο Star Trek και μία Star Wars ταινία.

Όταν το σενάριο εναποθέτει τις ελπίδες του στη νοσταλγία, ο Έιμπραμς ανακινεί ανέμπνευστα στην επιφάνεια οικείες τοποθεσίες, «ενθύμια» και χαρακτήρες του παρελθόντος, αιχμαλωτίζοντας ελάχιστη από τη μαγεία του Τζορτζ Λούκας. Μολονότι επιστροφές όπως αυτή του Νταρθ Σίντιους και του Λάντο Καλρίσιαν είχαν ανεβάσει τον πήχη των προσδοκιών στη θεωρία, μόνο ο αυτοκράτορας δικαιώνει σε κάποιο βαθμό τις προσδοκίες, με τον ΜακΝτάιαρμιντ να αξιοποιεί στο έπακρο το ελάχιστο γόνιμο έδαφος που του παραχωρείται. Σε γενικές γραμμές, το ξαναζεσταμένο φαγητό, οι ξεπατικωτούρες και οι εύκολες λύσεις του Έιμπραμς μάλλον ως προχειροφτιαγμένα τεχνάσματα θα μείνουν στις μνήμες μας. Ας είναι. Άλλωστε δεν είναι πρωτοφανές φαινόμενο να κλείνει μια Star Wars τριλογία με τη χειρότερη προσθήκη της. Και «Η Επιστροφή των Τζεντάι» ήταν εμφανώς υποδεέστερη των προηγηθέντων επεισοδίων της original τριλογίας («Μια Νέα Ελπίδα», «Η Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται»). Μόνο που το «Skywalker Η Άνοδος» είναι πολύ, πολύ χειρότερη ταινία.

Βαθμολογία: 1,5/5

2 σκέψεις σχετικά με το “Κριτική για το «Star Wars: The Rise of Skywalker»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s