Κριτική για το «Marriage Story»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Για μένα, ο Νόα Μπάουμπακ, είναι ένας εκ των τριών της Αγίας Τριάδας των Σκηνοθετών του σύγχρονου Σινεμά (από τα 90’s- 00’s μέχρι και σήμερα). Ποιοι είναι οι άλλοι δύο; Μα φυσικά, προεξάρχων ο Γιώργος Λάνθιμος, αυτή η σκηνοθετική ευφυΐα, και ο αειθαλής Τζιμ Τζάρμους. Πρόκειται για μία Τριάδα, όχι ομοούσια, αφού ο Λάνθιμος έχει το δικό του ξεχωριστό στυλ, ο Μπάουμπακ είναι αντιπροσωπευτικός εκφραστής του indie αμερικανικού κινηματογράφου, ενώ ο Τζάρμους έχει εκτίσει τη θητεία του σε ποικίλα κινηματογραφικά είδη (πρόσφατα μάλιστα και στα zombie genre films- βλ. “Dead don’t die”). Έχει, ωστόσο, έναν κοινό παρονομαστή∙ το Καλό Σινεμά. Βέβαια, δεν είναι μόνο αυτοί οι αξιόλογοι σύγχρονοι καλλιτέχνες, μην είμαστε άδικοι (για να μην… παρεξηγηθεί και ο Πολ Τόμας Άντερσον), αλλά είναι αυτοί που εγώ προσωπικά ξεχωρίζω και οι οποίοι με συνέπεια εξελίσσονται και κάθε νέα τους ταινία είναι μια ευχάριστη έκπληξη.

Αυτό συνέβη και με το «Marriage Story» («Ιστορία Γάμου»). Ο Μπάουμπακ μέσα σε μόλις 136 λεπτά μάς προσφέρει το πιο ώριμο και μεστό του έργο μέχρι σήμερα. Δεν πρόκειται για ένα κλασικό ερωτικό μελόδραμα δύο οσονούπω διαζευγμένων, αλλά πολύ περισσότερο για μια απολύτως ρεαλιστική και επίγεια καταγραφή συναισθημάτων και σκηνών που βιώνουν δύο άνθρωποι διανύοντας την άχαρη και σκληρή διαδρομή από τον κοινό στο χωριστό βίο (σ.σ. με το πρωταγωνιστικό δίδυμο Σκάρλετ Γιόχανσον-Άνταμ Ντράιβερ να κερδίζει τις εντυπώσεις). Μια διαδρομή που δεν είναι στρωμένη με ροδοπέταλα, ειδικά αν αναλογιστείς ότι στη μέση βρίσκεται ένα μικρό παιδί και ότι μέσα τους οι πρωταγωνιστές εξακολουθούν να είναι ερωτευμένοι και να αγαπιούνται, παρόλο που δεν το εκστομίζουν ρητώς, αλλά το διαδηλώνουν με κάθε μικρή ή μεγάλη κίνηση, όπως είναι το σκύψιμο να δέσεις τα κορδόνια του άλλου, να τον κουρέψεις ή να του επιδιορθώσεις τη βλάβη της εξώπορτας.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια άχαρη και ανοίκεια για αυτούς συνθήκη. Δεν ξέρουν «πως» να χωρίσουν, τι να χωρίσουν, τι να απαιτήσουν και πως πρέπει να συμπεριφερθούν ως «χωρισμένοι». Απιστία, ηλικιακός απολογισμός, παιχνίδια εξουσίας και επιβολής του ενός συζύγου στον άλλον μπορεί να συνθέτουν την επιμέρους παλέτα, αλλά δεν είναι το κύριο κάδρο που μας αφορά. Δεν ξέρεις ποιανού τη μεριά να διαλέξεις, καθώς –όπως συμβαίνει σε κάθε πλήρη και καλογραμμένη ηθογραφία– οι χαρακτήρες είναι πολυεπίπεδοι και καλοσχηματισμένοι, με τα καλά και τα κακά τους.
Η «Ιστορία Γάμου» είναι όντως ένα εξομολογητικό φιλμ των μύχιων συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, όπως μας εξηγείται ήδη από τον τίτλο «story». Οι μακροσκελείς διάλογοι μεταξύ των ηρώων είναι αναπόφευκτοι. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης αριστοτεχνικά ενέταξε κίνηση στις σεκάνς και με το τρικ της στενής παρακολούθησης της κίνησης των ηρώων μέσω των κοντινών πλάνων της κάμερας προσπερνά τις ατραπούς του να πέσει ο ρυθμός του φιλμ και να κάνει «κοιλιά» η αφήγηση. Ατραπούς, τις οποίες δυστυχώς δεν κατόρθωσαν να αποφύγουν άλλοι σκηνοθέτες σε παρόμοιες θεματικές (βλ. Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, στο τελευταίο μέρος τη τριλογίας των «Before» με πρωταγωνιστές τους κατά τα άλλα ταλαντούχους και αξιαγάπητους Ίθαν Χοκ, Ζιλί Ντελπί, σε μια σκηνή, κατά την οποία το ζευγάρι «τα βάζει κάτω» για να τα βρει, αλλά ο θεατής ασφυκτιά τόσο που θέλει να φύγει τρέχοντας από το δωμάτιο).

Ωστόσο, αν και «genr-ικά» η ταινία κατατάσσεται στο δράμα και όντως στην αίθουσα προβολής άκουσα πολλούς κλαυθμούς και είδα δάκρυα να σκουπίζονται από χαρτομάντιλα, εμένα –θέλοντας ότι δεν έχω ίδιες βιωματικές εμπειρίες, θέλοντας ότι δεν ασχολούμαι με το οικογενειακό δίκαιο (ίσως αλλάξω ακούγοντας τους παχυλούς μισθούς των Καλιφορνέζων δικηγόρων)– μου άφησε μια επίγευση έξυπνης κωμικότητας, καθώς οι ξεκαρδιστικές στιγμές δεν έλειψαν ούτε κατ’ ελάχιστο. Ας μη λησμονούμε, άλλωστε, πως το να είσαι πραγματικά αστείος είναι πιο δύσκολο από το να είσαι δραματικός, καθώς πολλές φορές το ίδιο το θέμα υφαρπάζει το συναίσθημα. Εκεί, λοιπόν, έγκειται η ευφυΐα του χιούμορ και εν προκειμένω του καλοδουλεμένου σεναρίου.
Η αφήγηση, όμως, δεν θα ήταν τόσο ολοκληρωμένη, αν έλειπαν και οι δευτερεύοντες ρόλοι των δικηγόρων, τους οποίους ερμηνεύουν οι Λόρα Ντερν (που την έχουμε ξαναδεί στο ρόλο τη «σκύλας» στο «Big Little Lies»), Άλαν Άλντα, and Ρέι Λιότα. Δεν θα μπορούσε να μείνει ασχολίαστος ο μονόλογος της Ντερν, ο οποίος ως άλλο αφοπλιστικό μανιφέστο–λουτρό αλήθειας φωτίζει το ότι ακόμα και στις δήθεν προοδευτικές μέρες μας η κοινωνία διατηρεί τις απαρχαιωμένες πεποιθήσεις της και αξιώνει από μια μητέρα να είναι αψεγάδιαστη χωρίς κανένα «ελαφρυντικό».

Αξιομνημόνευτες και οι σκηνές όπου ο Άνταμ Ντράιβερ δίνει πραγματικό ρεσιτάλ ηθοποιίας∙ και δεν είναι άλλες από, αφενός, εκείνη όπου το απαύγασμα του θυμού και της οργής του απελευθερώνεται και ξεχύνεται σαν χείμαρρος, αλλά και η μελαγχολική, μα συνάμα στιβαρή, δική του τραγουδιστική ερμηνεία του «Being Alive» του Στίβεν Σόντχαϊμ (Stephen Sondheim).

Ανακεφαλαιώνοντας, κατ’ εμέ ο Νόα Μπάουμπακ στο «Marriage Story» άγγιξε το αριστοτελικό μέτρο, σύμφωνα με το οποίο τίποτε δεν μπορείς να προσθέσεις ούτε να αφαιρέσεις. Τώρα μένει μόνο να δούμε εάν η Ακαδημία των Όσκαρ θα φροντίσει ώστε ο ίδιος και οι λοιποί συντελεστές της ταινίας να προσθέσουν ένα χρυσό αγαλματίδιο στη συλλογή τους…

*Η ταινία, παραγωγής Netflix, προβάλλεται αυτή την περίοδο στις ελληνικές αίθουσες. Να σημειωθεί ότι από τις 6 Δεκεμβρίου θα γίνει διαθέσιμη για προβολή και στη δημοφιλή ψηφιακή πλατφόρμα, ωστόσο η εμπειρία της μεγάλης οθόνης είναι ανεπανάληπτη, γι’ αυτό προτείνω να τη δείτε στις αίθουσες.

Βαθμολογία: 4/5

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κριτική για το «Marriage Story»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s