Κριτική για το «Parasite»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ένα χρόνο μετά το νοτιοκορεατικό «Burning» (βραβείο FIPRESCI) και το ιαπωνικό «Shoplifters» (Χρυσός Φοίνικας 2018), οι Κάννες υποκλίθηκαν ξανά σε μια ταινία που στοχάζεται καλλιτεχνικά πάνω στο χάσμα των κοινωνικών τάξεων εντός της καπιταλιστικής Άπω Ανατολής. Μια απολαυστικά, σοκαριστικά, και ενίοτε άβολα αιχμηρή κοινωνικοπολιτική σάτιρα, τα «Παράσιτα» («Gisaengchung» / αγγλ. τίτλος «Parasite») κατέστησαν τον 49χρονο Μπονγκ Τζουν-χο τον πρώτο Κορεάτη που κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα, πιστοποιώντας την ανοδική πορεία του νοτιοκορεατικού σινεμά εν συνόλω.

ΣΥΝΟΨΗ

Η οικογένεια των Κιμ είναι αγαπημένη, αλλά είναι όλοι τους άνεργοι και το μέλλον τους διαγράφεται ζοφερό. Ο γιος της οικογένειας βρίσκει δουλειά ως καθηγητής ιδιαιτέρων κι ελπίζει επιτέλους σε σταθερό εισόδημα. Κουβαλώντας τις προσδοκίες όλης του της οικογένειας, πηγαίνει για συνέντευξη στο σπίτι των Παρκ -ιδιοκτητών μιας διεθνούς εταιρίας πληροφορικής-, για να συναντήσει την κυρία του σπιτιού. Μετά την πρώτη αυτή συνάντηση, ξεκινάει ένας χείμαρρος ατυχών συμβάντων.

Κριτική για το "Parasite"

Τα «Παράσιτα» είναι η έβδομη μεγάλου μήκους ταινία του καταξιωμένου Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη, μετά τα «Barking Dogs Never Bite» (2000), «Memories of Murder» (2003), «The Host» (2006), «Mother» (2009), «Snowpiercer» (2013), και «Okja» (2017). Έχοντας δουλέψει την τελευταία δεκαετία σε διεθνείς παραγωγές, ο Κορεάτης δημιουργός επέστρεψε στην πατρίδα του σηματοδοτώντας μια νέα φάση στη φιλμογραφία του. Αυτή ξεκινά με το πιο φιλόδοξο σε σκοπιά εγχείρημά του• ένα κράμα που συνδυάζει τη μαύρη πολιτικοκοινωνική σάτιρα με την έξαψη και την αγωνία ενός συναρπαστικού θρίλερ, φτάνοντας έως το σημείο να φλερτάρει με τον απόλυτο τρόμο. Δεν είναι μία δραστική φυγή από το χαρακτηριστικό στυλ του σκηνοθέτη, ο οποίος αρέσκεται στο να παντρεύει το γέλιο με την αγωνία. Αλλά ακόμη και θεματικά, ο στοχασμός πάνω στις κοινωνικές ανισότητες που τόσο απασχολούν το «Parasite» αποτελεί ένα σήμα κατατεθέν του έργου του, χωρίς όμως οι έως τώρα δουλειές του να διακρίνονται από αντίστοιχη λεπτομέρεια και ακρίβεια στον τολμηρό τους σχολιασμό, ούτε από το πλαίσιο συμβολισμών που συναντάμε εδώ. Γιατί πάνω από όλα, τα «Παράσιτα» είναι μια οξυδερκέστατα στημένη αλληγορία πάνω στη συνύπαρξη και την αναπόφευκτη σύγκρουση των κοινωνικών τάξεων. Δεν είναι κοινωνικός ρεαλισμός, δεν καταγγέλλει ευθέως κάποια αδικία ούτε σερβίρει μηνύματα με σκοπό να εκμαιεύσει το χειροκρότημα. Είναι μια πιο πλήρης εικόνα της καπιταλιστικής εποχής που διανύουμε, μιας εποχής η οποία καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη τη συνύπαρξη όχι μόνο των διαφορετικών τάξεων, αλλά και των ατόμων εκείνων που απαρτίζουν τη συμπαγή βάση της κοινωνικής πυραμίδας.

Σε αυτό που ο ίδιος ο Μπονγκ χαρακτηρίζει ως «ασταμάτητη οικογενειακή ιλαροτραγωδία», παρακολουθούμε τα επακόλουθα της γνωριμίας του γιου μιας φαμίλιας τεσσάρων άνεργων μελών με την ευκατάστατη οικογένεια των Παρκ. Όπως και στο γοητευτικά ελλειπτικό «Παιχνίδι με τη Φωτιά» (πρωτότυπος τίτλος «Beoning» / αγγλ. «Burning») του Λι Τσανγκ-Ντογκ, η ιστορία εκτυλίσσεται στην πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, Σεούλ. Η αχανής μεγαλούπολη στεγάζει κάτω από τη σκέπη της δύο διαφορετικούς κόσμους, με τον φακό να εστιάζει επιλεκτικά σε τμήματα αυτών και να τα αντιπαραθέτει με μαεστρία: Από τη μία, η έπαυλη της οικονομικά εύρωστης -και επίσης τετραμελούς- οικογένειας των Παρκ, ένας καλά «οχυρωμένος» προαστιακός (;) παράδεισος άψογης αρχιτεκτονικής. Από την άλλη, μια σύγχρονη παραγκούπολη που στριμώχνει εντός των ετοιμόρροπων τειχών της κακοφτιαγμένες τρώγλες. Εκείνες εξακολουθούν να στέκουν -θαρρείς- κυρτά, έκθετες σε κάθε είδους αντιξοότητες. Οι δύο εικόνες μοιάζουν να απέχουν πολύ περισσότερο από τα χιλιόμετρα που τις χωρίζουν στο αστικό πλέγμα της πρωτεύουσας.

Κριτική για το "Parasite"

Έχοντας κάνει το άλμα από το ημιυπόγειο της υποβαθμισμένης γειτονιάς, ο γιος Κι-του τρυπώνει από το «παράθυρο» (σ.σ. αρκούν μια συναδελφική σύσταση και ένα… πλαστό πτυχίο) στα ενδότερα του οίκου «αφθονίας» για να παράσχει τις υπηρεσίες του στους ανοιχτοχέρηδες νοικοκυραίους. Αυτό που βλέπει να απλώνεται μπροστά του ενα «χρυσό» μονοπάτι ευκαιριών: Δεν θα αρκεστεί απλά στο να στεριώσει εκεί, αλλά θα επιχειρήσει να αποκαταστήσει οικονομικά την αδελφή του και τους γονείς του, μεθοδεύοντας διακριτικά την πρόσληψή τους στο σπίτι των Παρκ. Η καπατσοσύνη και η έφεση των μελών της οικογένειας Κιμ στην παγαποντιά, όπως αποτυπώνονται στις ενορχηστρωμένες προσπάθειες κατάληψης των καπαρωμένων θέσεων εργασίας υποσκάπτοντας τους έως τότε κατόχους τους, αποτελεί μια ένοχη απόλαυση. Είναι άλλωστε δεδηλωμένη επιθυμία του σκηνοθέτη να προκαλεί στον θεατή συναισθήματα ενοχής για τις στιγμές γέλιου που του προσφέρει• και εδώ επιλέγει να το πράξει αφειδώς.

Η νέα φουρνιά καταλαμβάνει με αθέμιτα μεσα τη θέση της προηγούμενης. Φέροντας πια την ταμπέλα του μη λειτουργικού, του απαρχαιωμένου ή του λιγότερο ικανού/αδίστακτου, η τελευταία συνωστίζεται κάτω από το χαλί της αφάνειας και του παραγκωνισμού, περνώντας στη σφαίρα της λήθης σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στο θέμα της ζωής στα υπόγεια, το οποίο βλέπουμε να παίρνει απροσδόκητη διάσταση στην τρίτη πράξη της ταινίας, εντοπίζονται κοινοί τόποι με την κοινωνική αλληγορία του εξαιρετικού φετινού «Εμείς» («Us») του Τζόρνταν Πιλ, η οποία βάζει στο μικροσκόπιο μια διχασμένη Αμερική δύο ταχυτήτων (σ.σ. ζωή προνομιούχων στην επιφάνεια – απομίμηση/κακέκτυπο ζωής καταπιεσμένων «ειδώλων» στα υπόγεια).

Σταδιακά, οι δεύτερες σκέψεις του κοινού («έκανα καλά που γέλασα εδώ;») αντικατοπτρίζουν τη στάση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, οι οποίοι μέσα στη βραχυπρόθεσμη και άκρως οπορτουνιστική λογική τους διακρίνονται από όλα εκείνα τα συστατικά μιας λαϊκής μάζας σε ύπνωση. Δηλαδή μιας εργατικής τάξης που επιλέγει να αλληλοσπαραχθεί γύρω από «ξεροκόμματα», παρά να διεκδικήσει τις αληθινές προοπτικές μιας μη οριοθετημένης μοίρας. Η πλάνη των ηρώων μιλά από μόνη της. Νομίζουν ότι εξαπατούν τους «φιλάνθρωπους» ιδιοκτήτες τους, τη στιγμή που το μόνο που καταφέρνουν είναι να καταλαμβάνουν τη θέση μιας αναλώσιμης ύλης στα χέρια των τελευταίων. Κανείς δεν τους εγγυάται ότι θα έχουν διαφορετική κατάληξη από τους προκατόχους τους, ενώ οι ίδιοι μοιάζουν να αγνοούν τα σημάδια που υποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο. Στην πραγματικότητα είναι και εκείνοι θύματα ενός συστήματος που ρίχνει λάδι στη φωτιά της αδικίας. Τελικά, η δεινή θέση στην οποία έχουν περιέλθει εξαιτίας της αδηφάγου καπιταλιστικής μηχανής, αλλά και η αισιόδοξη φύση που δεν τους επιτρέπει να μιζεριάσουν στη θέα ακομη καο της μεγαλύτερης κακοτοπιάς, τους καθιστά συμπαθείς στα μάτια του κοινού.

Τμήμα των παραπάνω συστατικών εμπλουτίζει την ιστορία διαμέσου της λειτουργίας του ως οξυδερκής συμβολισμός που αναδεικνύει τις πραγματικές δυναμικές ανάμεσα στις δύο οικογένειες. Εντάσσεται, συνεπώς, στο κάδρο -αρχικά ως υπόνοια και ύστερα πιο ξεκάθαρα- η πραγματική ποιότητα των αισθημάτων περιφρόνησης που τρέφουν οι πάμπλουτοι εργοδότες για τους «υπηρέτες» τους. Τότε είναι που ο ταξικός διαχωρισμός γίνεται αγεφύρωτος, ή αν θέλετε αποτιμάται στην πραγματική του διάσταση, καθιστώντας επιβεβλημένη την επιστράτευση πιο… ριζοσπαστικών μέτρων. Με μια κίνηση της σκηνοθετικής μπαγκέτας, ο Μπονγκ Τζουν-χο δεν δυσκολεύεται να «μεταμορφώσει» σχεδόν από το πουθενά το ανάλαφρο γέλιο σε οριακή ένταση και σασπένς που κόβουν την ανάσα, όπως ακριβώς η ταινία του παλαντζάρει απότομα, αλλά με μεγάλη ευελιξία ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, διανύοντας με άνεση την απόσταση από την κωμωδία έως τον τρόμο, χωρίς να βλάπτεται διόλου η συνοχή της.

Κριτική για το "Parasite"

Σημαδεμένη από απρόβλεπτες εναλλαγές συναισθημάτων, η ιδιαίτερα πρωτότυπη πλοκή της ταινίας δεν πετυχαίνει απλά να εκπλήσσει και να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον. Στο βάθος, είναι ο «άνεμος» που κουβαλά σαν ανοιξιάτικη γύρη το καυστικό σχόλιο του Μπονγκ πάνω στη σύγχρονη κοινωνία, σε μια εποχή οικονομικής πόλωσης και όξυνσης των ταξικού χάσματος. Η οικογένεια των Κιμ ζει στοιβαγμένη σε ένα μουντό ημιυπόγειο. Για τα καθηλωμένα κάτω από το επίπεδο του εδάφους μέλη της, μοναδική διέξοδος προς τον έξω κόσμο είναι ένα παράθυρο κοντά στην οροφή του οικήματος, από όπου συχνά διακρίνονται μεθυσμένοι περαστικοί που ουρούν στο κατώφλι του σπιτιού. Οι Κιμ δεν έχουν καν άνετη πρόσβαση στο διαδίκτυο (σ.σ. τα νεαρά μέλη της αναζητούν εναγωνίως ελεύθερο Wi-Fi σε κάθε γωνιά του διαμερίσματος), σε μια περίοδο που η αξιοποίηση του παγκόσμιου ιστού είναι βασική προϋπόθεση για επαγγελματική αποκατάσταση. Σαν να μην έφταναν αυτά, η άθλια ρυμοτομία καθιστά την υποβαθμισμένη γειτονιά εκτεθειμένη στις ορέξεις των ακραίων καιρικών φαινομένων. Στον αντίποδα, η οικογένεια των Παρκ ζει σε ενα αρχιτεκτονικά άψογο, κοστοβόρο οικοδόμημα που περιβάλλεται από μια τεράστια, καταπράσινη αυλή. Στα όριά της, η υψηλή βλάστηση εμποδίζει τη θέα των ιδιοκτητών προς τα παρακείμενα στενά, δίνοντας τη φυσική εικόνα ενός επίγειου παραδείσου. Από πίσω, η τσιμεντένια περίφραξη παρέχει προφύλαξη από κάθε εξωτερικό κίνδυνο. Η έπαυλη είναι ευρύχωρη, οι χώροι της αισθητικά άρτιοι και εξοπλισμένοι με κάθε λογής ανέσεις. Εκτός των άλλων σκέψεων που εγείρει, η εν λόγω σύγκριση θρέφει στο μυαλό το σενάριο μιας περιβαλλοντικής αλληγορίας, όπου το «αποτύπωμα» του δυτικού τρόπου ζωής έχει επιπτώσεις στον μη θωρακισμένο ενάντια στις απειλές, αναπτυσσόμενο κόσμο. Οι ανισότητες υπογραμιζονται, και η αδικία που τις υπαγορεύει παρακινεί τον θεατή να διαισθανθεί την αγωνία των πρωταγωνιστών.

Η απελπισία -προϊόντων των κοινωνικών ανισοτήτων και του αποκλεισμού-, συχνά εξωθεί σε απονενοημένες, σπασμωδικές ενέργειες που χαρακτηρίζονται από πρωτόγονα, ιδιοτελή κίνητρα και ευθυγραμμίζονται με την ενστικτώδη ανάγκη επιβίωσης σε έναν κόσμο που λειτουργεί με όρους σκληρού ανταγωνισμού. Ίσως αυτές εκλαμβάνονται ως προσωρινές λύσεις, όμως στη βάση τους είναι η αιτία ενός ευρύτερου προβλήματος που μπορεί να υπονομεύσει μια ολάκερη κοινωνική ομάδα. Σε αυτή την καπιταλιστική αρένα του ανελέητου ανταγωνισμού, τα μέλη της -εγκλωβισμένων σε «υπόγεια»- κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων έχουν τα μεγαλύτερα κίνητρα ώστε να αλληλοεξουδετερωθούν, προσφέροντας θέαμα στα αφεντικά τους και τροφή για σκέψη προς εμάς. Θα επέλθει τελικά η αφύπνιση; Ο Μπονγκ προσεγγίζει αυτό το θέμα με έναν ακόμη αριστοτεχνικό συμβολισμό. Περισσότερα, επί της… μεγάλης οθόνης.

Βαθμολογία: 4,5/5

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κριτική για το «Parasite»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s