Κριτική για το «Ad Astra»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στο εγγύς μέλλον, η ανθρωπότητα αναζητά την πρόοδο μέσα από την ανακάλυψη εξωγήινης ζωής και την αλληλεπίδραση μαζί της. Ξαφνικά, μια σειρά από θανατηφόρες ηλεκτρικές καταιγίδες κάνουν την εμφάνισή τους θέτοντας τη Γη σε συναγερμό. Όλα δείχνουν ότι οι απαντήσεις κρύβονται πίσω από το φιλόδοξο «Σχέδιο Λίμα», ένα διαστημικό πρότζεκτ με σκοπό την έρευνα για εξελιγμένη εξωγήινη ζωή, που όμως αγνοείται επί δεκαετίες στα πέρατα του ηλιακού μας συστήματος μαζί με τον επικεφαλής του, Κλίφορντ ΜακΜπράιντ (Τόμι Λι Τζόουνς). Η άκρως απόρρητη αποστολή ανάκτησης ανατίθεται διόλου τυχαία στον γιο του αγνοούμενου κυβερνήτη, αστροναύτη Ρόι ΜακΜπράιντ (Μπραντ Πιτ), έναν αφοσιωμένο επαγγελματία με εξαιρετικές ικανότητες και μνημειώδη ψυχραιμία.

Καμουφλαρισμένο κάτω από το περιτύλιγμα ενός sci-fi έπους, το «Ad Astra» συμπεριφέρεται ως ένα άριστα δομημένο ψυχολογικό δράμα που εξερευνά με γενναιότητα τον δεσμό μεταξύ πατέρα και υιού, τις τραγικές συνέπειες της ρήξης του, ενώ στοχάζεται πάνω στη γονική επιρροή και στο «βάρος» της πατρικής κληρονομιάς στις ζωές μας. Ο αντισυμβατικός Αμερικανός σκηνοθέτης Τζέιμς Γκρέι ενορχηστρώνει μια σιωπηρή, αργόσυρτη, βαθιά υπαρξιακή περιπλάνηση στα άδυτα του διαστήματος και του ανθρώπινου ψυχισμού, με τη μουσική επένδυση του Μαξ Ρίχτερ να αντικατοπτρίζει ιδανικά τον μινιμαλισμό που διέπει το σύνολο του έργου: Από την εκπληκτική πρωταγωνιστική ερμηνεία και τον λιτό άξονα πλοκής που υπαγορεύει τη ρότα του διαστημικού ταξιδιού, έως τα υπέροχα σκηνικά (το ντεκόρ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε πλήθος απερίγραπτα όμορφων λήψεων δωματίου), την άλλοτε αγριευτική και άλλοτε ποιητική φωτογραφία και τα μαγευτικά -μα όχι παραφουσκωμένα- οπτικά εφέ. Ακόμα και η εκτεταμένη χρήση του voice-over, ο ρόλος του οποίου εύκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπέρμετρα επεξηγηματικός, εν τέλει λειτουργεί πετυχημένα, δίνοντας ενίοτε ξεχωριστό χρώμα στα διλήμματα, την αμφιβολία, την αποκοπή του κεντρικού προσώπου από τον περίγυρό του και την τρικυμία συλλογισμών που μαίνεται κάτω από την ατάραχη επιφάνεια που εκείνο προβάλλει προς τα έξω.

Όσο για τις σκηνές δράσης, μπορεί αυτές να είναι μετρημένες, αλλά προσφέρουν πολλαπλάσιες συγκινήσεις του αναμενόμενου, όχι μόνο χάρη στο πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού που αξιοποιείται άριστα, αλλά κυρίως χάρη στη φρέσκια σκηνοθετική ματιά διαμέσου της οποίας αποδίδονται. Επιτελούν δε έναν σαφή ρόλο στην εξέλιξη του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα, δίχως να είναι απλά ένας τρόπος ώστε να εκμαιεύεται η αδρεναλίνη από το κοινό. (SPOILER ALERT!) Για παράδειγμα, η χαρακτηριστική σκηνή με πρωταγωνιστή έναν εχθρικό… μπαμπουίνο, ωθεί τον Ρόι σε σημείο ταυτοποίησης, ανακίνησης και παραδοχής του συναισθήματος της οργής στον εαυτό του, όπως εξομολογείται ο ίδιος σε έναν ανατριχιαστικό μονόλογο καταμεσής του ταξιδιού. Οδηγείται, δηλαδή, μέσα από κάποιες σοκαριστικές εμπειρίες που θα μπορούσαν να του έχουν στερήσει τη ζωή, στην παραδοχή των κρυφών του αισθημάτων απέναντι σε έναν πατέρα τον οποίο έχει πασχίσει τόσο να εξιδανικεύσει.

Πάμε όμως να αναλύσουμε ένα ένα τα συστατικά εκείνα που εκτοξεύουν το έργο… «στα άστρα» (σ.σ. μετάφραση του λατινικού «Ad Astra»). Ακόμα και ο πιο φανατικός πολέμιος, θα ήταν αδύνατο να αρνηθεί ότι η συγκεκριμένη ταινία είναι… χάρμα οφθαλμών. Εδώ, ο διευθυντής φωτογραφίας Χόιτε βαν Χοϊτέμα εμφανίζεται πιο εμπνευσμένος και τολμηρός από ποτέ, στοιχείο που διαφοροποιεί αρκετά την παρούσα δουλειά του από το «Interstellar» του 2014. Η κίνηση της κάμερας αναδεικνύει τη συντριπτική ισχύ του αχανούς διαστήματος, υποδηλώνοντας το μέγεθος του πνευματικού φορτίου για τον μοναχικό ταξιδιώτη Ρόι, ο οποίος περιστοιχίζεται από το απόλυτο κενό, συχνά εγκλωβισμένος σε ασφυκτικά, κλειστοφοβικά καλούπια. Ο Χοϊτέμα αξιοποιεί καταλλήλως την παλέτα χρωμάτων του ώστε να υπογραμμίζονται οι ολιγάριθμες μα ανεξίτηλες συναισθηματικές εξάρσεις του κεντρικού προσώπου, καδράρει με άψογη γεωμετρία τους χαρακτήρες στα -εκπληκτικής ωραιότητας- σκηνικά (μεταξύ αυτών θαυμάζουμε χώρους ανάπαυσης διακοσμημένους με εντυπωσιακά βίντεο-ταπετσαρίες, που δίνουν τον παλμό της φύσης και κάνουν νοσταλγική νύξη στη ζωή πίσω στη Γη), ενώ σε συνδυασμό με τα αψεγάδιαστα οπτικά εφέ συντελεί τα μέγιστα σε ένα αποτέλεσμα που θα πρέπει να λογίζεται ως μια από τις πλέον ρεαλιστικές απεικονίσεις του διαστήματος (σ.σ. ένας εκ των δεδηλωμένων στόχων του Γκρέι). Προβάλλοντας στο εξωτερικό περιβάλλον την επώδυνη εσωτερική αναζήτηση του κεντρικού ήρωα, η φωτογραφία και τα ηχητικά θέματα προσδίδουν αφιλόξενη, δαιδαλώδη, μυστηριώδη όψη και χροιά στην αναμέτρηση του αστροναύτη με το διάστημα. Τίποτα δεν «ηχεί» ψεύτικα στις υπέροχες εικόνες που ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια μας.

Ο φακός λατρεύει να αγκαλιάζει κάθε σπιθαμή του προσώπου του ψυχρού επαγγελματία Ρόι, φλερτάροντάς τον σαν άγρια όμορφο, πλην όμως αφιλόξενο σεληνιακό τοπίο. Σε αυτά τα παρατεταμένα κλόουζ απ, εκεί όπου το παραμικρό ερμηνευτικό παραστράτημα είναι εύκολο να διογκωθεί, ο Πιτ όχι μόνο βγαίνει αλώβητος, αλλά «παίρνει» απλόχερα από την κάμερα γωνίες που ανυψώνουν κάθε πτυχή της επιδέξια λεπτής ερμηνείας του. Χαρακτηριστική της άψογης ηθοποιίας του είναι η σκηνή όπου ο κεντρικός ήρωας πληροφορείται για πρώτη φορά ότι ο πατέρας του ενδέχεται να βρίσκεται ζωντανός κάπου εκεί έξω. Η νευρικότητα στο βλέμμα και το διακριτικό τρέμουλο στα ζυγωματικά του Πιτ σε κάνουν να διαισθάνεσαι τη κοχλάζουσα συναισθηματική λάβα στο υπόστρωμα της πετρώδους επιφάνειας του προσώπου του. Για μερικά δευτερόλεπτα παρακολουθείς ένα βλέμμα που σε πείθει ότι ο πρωταγωνιστής βρίσκεται κάπου χαμένος, προσπαθώντας να επεξεργαστεί τα σοκαριστικά νέα που μόλις του έχουν γνωστοποιηθεί. Για λίγες στιγμές παραμένει μετέωρος, αδυνατώντας να παρακολουθήσει το τι συμβαίνει γύρω του σε πραγματικό χρόνο, μέχρις ότου ανασυνταχθεί και «επιστρέψει»…

Καθώς η αναζήτηση στα ενδότερα του διαστήματος συνεχίζεται, ο πρωταγωνιστής βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στις επιμελώς κεκαλυμμένες -από τον ίδιο- πληγές που έχει αφήσει στον ψυχισμό του η απουσία του πατέρα. Τον στερήθηκε στο όνομα μιας προόδου που σιγά σιγά νιώθει ότι δικαιωματικά μπορεί να αμφισβητήσει. Αυτό δείχνει η κριτική ματιά προς μια ανθρωπότητα που, αποικίζοντας νέους πλανήτες, δεν έχει ξαλαφρώσει καθόλου τα μπαγκάζια της από όλη εκείνη τη φαυλότητα και την ιδιοτέλεια που συνοψίζουν την Ιστορία της επί Γης. Είναι στοιχεία που προκαλούν αλγεινή εντύπωση στον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα και τον κάνουν να αναρωτιέται εάν η πραγματική του θέση είναι όντως εκεί, να υπηρετεί «ατζέντες» και να εξυπηρετεί ιδιοτελή συμφέροντα. Στην εκπληκτικά δοσμένη σκηνή της καταδίωξης στο φεγγάρι, ο Ρόι κάνει προβολή την πατρική φιγούρα στο πρόσωπο του ηλικιωμένου συνταγματάρχη ο οποίος τον συνοδεύει, διερωτώμενος ποια είναι τα κίνητρα που μπορούν να ωθήσουν καποιον στο να συνεχίζει έως μια τόσο προχωρημένη ηλικία την περιπλάνησή του. Βλέπουμε δηλαδή έναν πρωταγωνιστή ο οποίος εμφανίζεται να έχει δεύτερες σκέψεις αναφορικά με το νόημα του καθήκοντος με το οποίο είναι επιφορτισμένος στην επαγγελματική του ζωή.

Ωστόσο το έμμεσο σχόλιο του Γκρέι δεν περιορίζεται εκεί. (SPOILER ALERT!) Στο βάθος, είναι εκείνη η αναδυόμενη ευαλωτότητα του Ρόι, η αν θέλετε η ανακίνηση και εν συνεχεία η απελευθέρωση των συναισθημάτων του σε συνδυασμό με την απόταξη της απρόσωπης, ρομποτικής συμπεριφοράς, το στοιχείο που τον παύει από την ταμπέλα του ενδεδειγμένου ανδρικού προτύπου και τον χρίζει «ακατάλληλο» για την εκπλήρωση της κρίσιμης αποστολής. Μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος έχει περάσει τα επαναλαμβανόμενα ψυχολογικά τεστ στα οποία έχει υποβληθεί ακριβώς επειδή οι απαντήσεις του στερούνταν συναισθήματος, ενώ αποτυγχάνει όταν ο ανθρώπινος παράγοντας υπερισχύσει ολοκληρωτικά, αυξάνοντας τους βιορυθμούς του. «Τελικά η κοινωνία μας χρειάζεται ανθρώπους ή καλοκουρδισμένες μηχανές;» μοιάζει να αναρωτιέται ο Αμερικανός δημιουργός.

Η προαναφερθείσα ευαλωτότητα βγαίνει προς τα έξω σταδιακά, με τον πειστικότερο και υποκριτικά αποτελεσματικότερο τρόπο. Ελέγχοντας εντυπωσιακά τους πιο ανεπαίσθητους μορφασμούς και παίζοντας με άτακτες κινήσεις των ματιών που προδίδουν υποδόρια ένταση, ο Πιτ αφήνει να αποκαλυφθούν ψήγματα ψυχικής αστάθειας στον πρωταγωνιστή του. Αυτά λαμβάνουν σχεδόν τρομακτικές προεκτάσεις, εάν αναλογιστούμε πόσο ψύχραιμος και πειθαρχημένος φάνταζε ο χαρακτήρας αυτός στην επιφάνεια. Ο θεατής αισθάνεται στο πετσί του τη συναισθηματική σύγχυση και την αγωνία του Ρόι, καθώς εκείνος αποσυντίθεται και αναδομείται κατά τη διάρκεια αυτής της επικής διείσδυσης στην άβυσσο του διαστήματος, αλλά και της ανθρώπινης ψυχής (σ.σ. αμφότερες επίπονες, μοναχικές διαδικασίες). Αυτές οι ζυμώσεις είναι καθοριστικές για τη σύγκριση της πορείας πατέρα-υιού, οι οποίοι ξεκινούν από ένα κοινό σημείο αφετηρίας (σ.σ. αφοσίωση στην αναζήτηση γνώσης με κάθε κόστος) για να αποκλίνουν σταδιακά, μέσα από στρατηγικές αποφάσεις που οι ίδιοι καλούνται να λάβουν. Στο τέλος, το ταξίδι λαμβάνει χαρακτήρα τελικής αναμέτρησης με την κληρονομιά του παρελθόντος, τα σημάδια της οποίας με τόσο κάματο έχει κουβαλήσει στον βίο του ο ήρωάς μας.

Η ταινία εγείρει κομβικά ερωτήματα και έρχεται κοντά σε ορισμένες «άβολες» απαντήσεις. Μία ζωή ταγμένη στην επίτευξη ενός «ανώτερου» επαγγελματικού/επιστημονικού -αλλά όχι απαραίτητα ευγενούς- στόχου μπορεί να οδηγήσει στην αποξένωση και τελικά στην αποχή από την ίδια τη ζωή. Όμως ακόμη κι έτσι, κανείς δεν εγγυάται ότι μια τέτοια πορεία θα επιφέρει την επιθυμητή ανταμοιβή. Συχνά, το μόνο που αφήνει πίσω της είναι σοβαρά τραυματισμένες ψυχές, όπως καταδεικνύει εν μέσω συγκινησιακής φόρτισης το καταθλιπτικό, ενδοσκοπικό διαστημικό δράμα του Γκρέι.

Ουδόλως θα έβλαπτε εάν ο σκηνοθέτης της ταινίας είχε περιορίσει δραστικά τα δάνεια και τις ευθείες σεναριακές αναφορές σε κλασικές παραγωγές που εμφανώς τον έχουν σημαδέψει, όπως συμβαίνει κυρίως με το «Αποκάλυψη Τώρα» του Φράνσις Φορντ Κόπολα, αλλά και αρκετά sci-fi ορόσημα του παγκόσμιου σινεμά (βλ. Solaris, Gravity). Μολαταύτα, είναι τόσο γενναία η επένδυση στο καθηλωτικό εσωτερικό ταξίδι του πρωταγωνιστή, που μας κάνει να παραβλέπουμε εύκολα τέτοιου είδους περισπασμούς. Για αυτό και στο σύνολό του, το «Ad Astra» δεν είναι απλά μια πρωτόγνωρα εντυπωσιακή στην όψη και αυστηρά εκλεκτική ως προς την ποιότητα παραγωγή, αλλά μια ταινία που εξερευνά νέους τόπους στο σύγχρονο πεδίο της έβδομης τέχνης· αρκεί βέβαια να κοιτάξει κανείς κάτω από την επιφάνεια των όσων βλέπει. Ο στόχος επιτυγχάνεται με «ναυαρχίδα» την αψεγάδιαστη οικονομική ερμηνεία του Πιτ, την οποία άνετα θα μπορούσαμε να κατατάξουμε ανάμεσα στις καλύτερες της δεκαετίας, αλλά και τον τρόπο που λειτουργεί η έκβαση της αποστολής στην προσέγγιση του πατρικού προτύπου μακριά από όρους ηρωισμού (σ.σ. η φυγή, η μοναχική περιπλάνηση και η καταδίωξη μιας ιδανικής ουτοπίας ως απόδραση από τις πραγματικές σχέσεις-επαφές και προβλήματα).

Κακά τα ψέματα,  το «Ad Astra» είναι μια δυσπρόσιτη ταινία για το ευρύ κοινό. Ωστόσο, ως φιλόδοξο καλλιτεχνικό εγχείρημα (από εκείνα στα οποία τα μεγάλα κινηματογραφικά στούντιο δίνουν όλο και πιο σπάνια το πράσινο φως) αξίζει μια ευκαιρία από όλους μας. Η δε σχολαστική αξιολόγηση της επιστημονικής ευστάθειάς της ταινίας μεχρι την τελευταία λεπτομέρεια, είναι μια προσέγγιση που στερείται ουσίας, εάν αναλογιστούμε ότι η πλοκή είναι το «πρόσχημα» που χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης για να χτίσει, παράλληλα με αυτήν, ένα περίτεχνο έργο-σπουδή χαρακτήρα. Όπως προαναφέραμε, το διαστημικό ταξίδι λειτουργεί πιο αποτελεσματικά σε μεταφορικό επίπεδο, αντικατοπτρίζοντας τη -γεμάτη εμπόδια- εσωτερική περιπλάνηση και την έκβασή της για τον πρωταγωνιστή. (SPOILER ALERT!) Για παράδειγμα, η ασπίδα-«σχεδία» με την οποία ο ήρωάς μας διασχίζει τα δαχτυλίδια του Ποσειδώνα -αντί να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να παραμείνει μετέωρος στη δίνη του πατρικού τραύματος- δεν είναι παρά μια επινόηση που υπογραμμίζει την αλλαγή νοοτροπίας-στάσης ζωής, η οποία οικοδομείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Η κομβική αυτή πρωτοβουλία του αστροναύτη είναι το επιστέγασμα της στροφής που συντελείται στην πορεία του ως χαρακτήρα, αποτελώντας την ανθρώπινη παρακαταθήκη του προς εμάς και συνάμα την οριστική διευθέτηση των λογαριασμών του με το παρελθόν. Συνιστά, δηλαδή, ένα καθοριστικό βήμα από τον ίδιο προς την κατανόηση του ποιος πραγματικά είναι, των κινήτρων και των επιλογών του. Αυτή η συνειδητοποίηση ισοδυναμεί με το διαβατήριο για την ψυχική γαλήνη και σηματοδοτεί το κλείσιμο της ανοιχτής πληγής που οδήγησε τον Ρόι μέχρι τις παρυφές του ηλιακού μας συστήματος, στο κυνήγι των δαιμόνων του.

*Να σημειωθεί ότι από την ταινία πραγματοποιούν μικρά αλλά αξιομνημόνευτα περάσματα οι Ρουθ Νέγκα, Ντόναλντ Σάδερλαντ, ενώ παρουσία έχει και η Λιβ Τάιλερ.

Βαθμολογία: 4,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s