All time classics: «M» (1931)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

ΥΠΟΘΕΣΗ: Βερολίνο, αρχές του 1930, με το ναζιστικό κόμμα ανερχόμενο. Το Ντίσελντορφ αναστατώνεται από έναν κατά συρροή δολοφόνο μικρών κοριτσιών. Όχι μόνο η αστυνομία, αλλά και οι εκπρόσωποι του υποκόσμου ψάχνουν πυρετωδώς να τον εντοπίσουν, καθώς η έντονη παρουσία των οργάνων της τάξης παρεμποδίζει τις παράνομες δραστηριότητες των τελευταίων.

Πρωτοποριακά δομημένο ψυχαναλυτικό πορτρέτο ενός σίριαλ κίλερ και ταυτοχρόνως ρωμαλέα σπουδή πάνω στην ψυχοσύνθεση του όχλου, «Ο Δράκος του Ντίσελντορφ» («Μ», 1931) είναι ένα πολυεπίπεδο, τολμηρό αριστούργημα που μοιάζει καταδικασμένο να μένει εσαεί μπροστά από κάθε εποχή. Η πρώτη «ομιλούσα» ταινία του Αυστριακού σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ έκανε πρεμιέρα στις 11 Μαΐου του 1931, στο ιστορικό UFA-Palast am Zoo του Βερολίνου, όντας η προτελευταία της γερμανικής περιόδου του (το 1933, αποφασισμένος να μην υποκύψει στις πιέσεις του ναζιστικού καθεστώτος που σκόπευε να τον «στρατολογήσει», διαφεύγει στο Παρίσι, κι από εκεί στις Ηνωμένες Πολιτείες). Εκ των υστέρων, κρίνεται με ασφάλεια ως το ιδανικότερο πέρασμα που έχει καταγραφεί από το βουβό σινεμά στον ομιλούντα κινηματογράφο.

Εν έτει 1931, η ταινία σπάει την κινηματογραφική πεπατημένη, καθώς επιλέγει να σηκώσει από νωρίς το πέπλο μυστηρίου που καλύπτει την ταυτότητα του ψυχοπαθούς δολοφόνου. Έτσι, παράλληλα με την υπό εξέλιξη αστυνομική έρευνα, ο δράστης μπαίνει και ο ίδιος στο κάδρο. Είναι ο Χανς Μπέκερτ (Πίτερ Λόρε), ο οποίος -σε πείσμα κάθε προσδοκίας- απεικονίζεται με τα γνωρίσματα ενός φοβικού, ασήμαντου ανθρώπου που φαντάζει ανίκανος να βλάψει τον οποιονδήποτε, παρά ως το ανθρωπόμορφο τέρας που θα ενέπνεε σοκ και δέος. Στο μικροκαμωμένο, «clean» παρουσιαστικό που δεν γεμίζει το μάτι, αλλά και τη διάχυτη συστολή του χαρακτήρα, δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει εκ πρώτης όψεως τον «δράκο» που άγεται από τις αρρωστημένες παρορμήσεις του. Μπορεί, ωστόσο, να εντοπίσει κάποια πρώτα σημάδια διαταραγμένου ψυχισμού. Το «M» καταγράφει σχολαστικά τα μοτίβα που ακολουθεί ο Μπέκερτ, από τον τρόπο που προσεγγίζει τα νεαρά θύματά του μέχρι την τάση του να κομπάζει στις αρχές για τα ειδεχθή «κατορθώματά» του. Για τις στιγμές, δηλαδή, που η ακατανίκητη επιθυμία τον κατατρώει σε τέτοιο σημείο ώστε να παρακάμπτει σπασμωδικά τον άτολμο, φοβικό του εαυτό. Η σκιά του δράστη πλανιέται απειλητικά στους δρόμους και τα έρημα, μουντά σοκάκια του Ντίσελντορφ, ενώ οι φόνοι του δεν απεικονίζονται, παρά υπονοούνται σε πλάνα εξαιρετικής αφηγηματικής οικονομίας, προσδίδοντας ακόμη μεγαλύτερο συναισθηματικό φορτίο στις εγκληματικές πράξεις.

Η αστυνομία καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να εντοπίσει τον δολοφόνο, εντείνοντας την παρουσία της στην πόλη. Οι εγκληματολογικές έρευνες των αξιωματούχων του σώματος περιλαμβάνουν προηγμένες ντετεκτιβίστικες μεθόδους που προσεγγίζουν με μεθοδικότητα τα ίχνη του «δράκου», σφίγγοντας σταθερά τον κλοιό γύρω από εκείνον (σ.σ. το έργο είναι πρωτοπόρο στο είδος της αστυνομικής ταινίας). Οι σχεδόν καθημερινές έφοδοι στα νυκτερινά στέκια και η σχολαστική φρούρηση των δρόμων είναι μια νέα καθημερινότητα. Οι συνεχείς αυτές παρεμβάσεις της χείρας του νόμου προκαλούν την έντονη ενόχληση του τοπικού συνδικάτου του εγκλήματος, καθώς παρακωλύουν τις λοιπές παράνομες δραστηριότητες στην περιοχή. Έτσι, οι ηγέτες των κακοποιών στοιχείων της πόλης αποφασίζουν να αξιοποιήσουν τους δικούς του «στρατολογημενους», με σκοπό να εντοπίσουν μια ώρα αρχύτερα τον δολοφόνο. Πίσω από την κοινή επιδίωξη που διέπει τα δύο σχολαστικά εκπονημένα σχέδια για την σύλληψη του επικίνδυνου ψυχοπαθούς, το επίσημο κράτος, εκπροσωπούμενο από τα όργανα της τάξης, και ο υπόκοσμος, δύο διαφορετικοί μα πλήρως λειτουργικοί κόσμοι, αντιπαρατίθενται ως οι όψεις του ίδιου νομίσματος. Ο Λανγκ τονίζει τις ομοιότητες μέσω ενός αριστοτεχνικού παράλληλου μοντάζ ανάμεσα στις συνεδριάσεις των αστυνομικών και τον κακοποιών, με αφορμή τη δράση του δολοφόνου. Ανάμεσα σε πλήθος εντυπωσιακών λήψεων, ο φακός ελίσσεται περίτεχνα και διεισδύει σε κακόφημα καταγώγια και άλλα στέκια κατά τη διάρκεια συνομιλιών που σχετίζονται με τις τελευταίες εξελίξεις, καθιστώντας τον θεατή κάτι σαν κρυφό εξωτερικό παρατηρητή των τεκταινόμενων.

Η αντίδραση της αναστατωμένης κοινωνίας στο σοκ των αποτρόπαιων εγκλημάτων δεν περιγράφει με τα κολακευτικότερα λόγια τη λειτουργία της. Κλίμα καχυποψίας καλλιεργείται ανάμεσα στους κατοίκους του Ντίσελντορφ, οι οποίοι κυριολεκτικά βλέπουν «δράκους» σε κάθε συμπεριφορά που δεν περιορίζεται στα όρια του απόλυτα προβλεπόμενου -έως ρομποτικού. Η αποστροφή του Αυστριακού σκηνοθέτη για τη χώρα που τον άνδρωσε καλλιτεχνικά μεταφράζεται σε κοινωνικές τάξεις σε κλειστοφοβικά αδιέξοδα και ανθρώπους δίχως αρετές, μήτε οποιουδήποτε είδους ελαφρυντικά. Καχύποπτοι πολίτες, αυτόκλητοι καταδότες και οκνηροί θαμώνες υπόγειων καταγωγίων, απεικονίζονται ως αηδιαστικές κουτοπόνηρες καρικατούρες. Στα δε χοντροκομμένα χαρακτηριστικά και τις ασυμμετρίες της εξωτερικής τους εμφάνισης, διακρίνουμε να αξιοποιούνται διακριτικά οι εξπρεσιονιστικές καταβολές του Λανγκ. Το ανελέητο κυνηγητό που εξαπολύεται για την αναζήτηση του εξιλαστήριου θύματος είναι κάτι σαν αντίδοτο στην αισχρή ύπαρξη όλων των παραπάνω. Αυτόπτες μαρτύρες, επίδοξοι ντέτεκτιβ και… τιμωροί ξεπηδούν μέσα από το αδιέξοδο των άδειων προοπτικών, εναντιώνονται ο ένας στον άλλον, σπέρνουν κατηγόριες και παραβιάζουν κάθε πτυχή ιδιωτικότητας. Αντίστοιχα, οι ανελεύθερες συνθήκες ασφυκτικής αστυνόμευσης αποσπούν αψήφιστα την ανοχή μεγάλης μερίδας των «φιλήσυχων» κατοίκων. Όλοι επιθυμούν τη σύλληψη του δράστη, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Αλλά κανείς δεν σκέφτεται αλτρουιστικά.

Αυτή η εικόνα κοινωνικής σήψης προοιωνίζεται διακριτικά ένα ζοφερό μέλλον: Εκείνο που έμελλε να σφραγιστεί με το σύμβολο του αγκυλωτού σταυρού, υποκινούμενο από το άρρωστο κλίμα που εγκυμονούσε το γερμανικό κοινωνικό σύνολο εκείνης της εποχής. Η εξαχρειωμένη, παρηκμασμένη εικόνα της χώρας που παρουσιάζει ο Λανγκ έχει πολλά να δηλώσει για τη Γερμανία των αρχών της δεκαετίας του ’30 και την κατεύθυνση προς την οποία εκείνη βάδιζε.

Οι σκοτεινοί δρόμοι του Ντίσελντορφ μοιάζουν στοιχειωμένοι και η ένταση του ανθρωποκυνηγητού κορυφώνεται μέσα στην αμήχανη σιωπή. Εκεί όπου κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί από τους διώκτες του, εκεί όπου καμιά βουή δεν μπορεί να καλύψει τις κραυγές των ερινιών. Χαρακτηριστικό στοιχείο της ταινίας είναι η απουσία μουσικής επένδυσης, κάτι που όχι μόνο δεν λειτουργεί εις βάρος του περιεχομένου αλλά δίνει μια ξεχωριστή πινελιά ατμοσφαιρικότητας, αφήνοντας χώρο για την ανάδειξη επαναλαμβανόμενων ηχητικών θεμάτων που εντυπώνονται στον νου και προωθούν την πλοκή (βλ. σκοπό που σφυρίζει ο δολοφόνος). Στα σοκάκια της πόλης, η ύποπτη αυτή βουβαμάρα μοιάζει με νηνεμία πριν την καταιγίδα και αφήνει μια αύρα απειλής να πλανάται στην αμήχανη ατμόσφαιρα. Όποιος ήχος, οξύς ή ανεπαίσθητος, σπάει αυτή τη σιωπή, τροφοδοτεί μια υπόγεια, στοιχειωτική ένταση και ένα σασπένς ακατέργαστα υποβλητικό. Γνωρίζοντας τι προαναγγέλλει ο αξέχαστος σκοπός που σφυρίζει επαναλαμβανόμενα ο σίριαλ κίλερ, δεν έχουμε παρά να παραδοθούμε στην αγωνία της στιγμής, αφουγκραζόμενοι την αρρωστημένη ορμή του ψυχοπαθούς θηρευτή, καθώς εκείνος προσεγγίζει καρτερικά την ανθρώπινη «λεία» του.

Ο ψυχοπαθής δολοφόνος ηδονίζεται να εγκληματεί και ύστερα να παίζει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, ώσπου το απότομο στένεμα του κλοιού τον μετατρέπει ξανά σε ένα απόλυτα παθητικό ον, ένα κακόμοιρο ανθρωπάκι που θαρρεί κανείς ότι δεν έχει τη δύναμη να πειράξει ούτε μυρμήγκι. Η ταινία δεν θα ήταν το αριστούργημα για το οποίο μιλάμε χωρίς τη συνταρακτική τελευταία πράξη του αυτοσχέδιου λαϊκού δικαστηρίου που στήνουν οι κακοποιοί για τον δράστη. Σε έναν συγκλονιστικό μονόλογο, ο ηθοποιός Πίτερ Λόρε, κουβαλώντας όλη την απόγνωση του διαταραγμένου ήρωά του, ικετεύει για έλεος και -με τη συνδρομή του ορισθέντα «δικηγόρου» του- ορθώνει μια στέρεη υπερασπιστική γραμμή απέναντι στον εκδικητικό όχλο που λατρεύει να ξεσκίζει σάρκες τη στιγμή που αμελεί να αντιμετωπίσει κατάματα τις δικές του ευθύνες. Μια απροσδόκητα ανοιχτόμυαλη προσέγγιση πάνω στην αυτοδικία, που δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για συζήτηση και προβληματισμό στις τάξεις του κοινού οποιασδήποτε χρονικής περιόδου.

Βαθμολογία: 5/5

*Η ταινία κυκλοφορεί σε επανέκδοση από τη «New Star»

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s