Κριτική για το «Once Upon a Time… in Hollywood»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ένα άκρως προσωπικό και ακαταμάχητα κινηματογραφικό ραβασάκι στο παλιό Χόλιγουντ εσωκλείει μέσα σε 161 λεπτά σινεφιλικής πανδαισίας ο Κουέντιν Ταραντίνο. Το «Once Upon a Time… in Hollywood» αποτελεί ένα από τα λιγότερο χαρακτηριστικά δείγματα γραφής του χειμαρρώδους Αμερικανού σκηνοθέτη, ο οποίος επιβάλλει χαμηλούς τόνους, εμφανίζεται λιγότερο υπερφίαλος και ταυτόχρονα αναδεικνύει κρυμμένες ευαισθησίες, στο πιο ώριμο έργο της πλούσιας φιλμογραφίας του (σ.σ. αυτή είναι η ένατη κατά σειρά ταινία του). Η συνταγή είναι απαιτητική, σχεδόν αποθαρρυντική για τους μυημένους στο σταθερό τρίπτυχο ρυθμός-βία-διάλογοι του εικονικού δημιουργού, και δεν θα μπορούσε να είναι τόσο συμπαγής δίχως την υπερπολύτιμη συνδρομή των Μπραντ Πιτ και Λεονάρντο Ντι Κάπριο. Λέγοντας «ναι» σε μια από τις πιο πολυαναμενόμενες συνεργασίες στα χρονικά του αμερικανικού σινεμά, οι δύο δημοφιλείς σταρ καταφέρνουν να υπερπηδήσουν τον πήχη των προσδοκιών και να γυρίσουν τον χρόνο πίσω, στα κλασικά κινηματογραφικά ντουέτα που σημάδεψαν την ιστορία της έβδομης τέχνης.

Η υπόθεση

Το κουβάρι της πλοκής αρχίζει να ξετυλίγεται από τον Φλεβαρη του 1969, ακολουθώντας την πορεία του Ρικ Ντάλτον (Λεονάρντο Ντι Κάπριο), ενός πάλαι ποτέ κραταιού τηλεοπτικού αστέρα, που πλέον βλέπει την καριέρα του να βρίσκεται σε κάμψη. Πιστός συνοδοιπόρος και συμπαραστάτης του παραπαίοντος ηθοποιού είναι ο κασκαντέρ του, Κλιφ Μπουθ (Μπραντ Πιτ), ένας λακωνικός, σχεδόν ατσαλάκωτος τύπος που έχει υπηρετήσει στο Βιετνάμ και μοιάζει ικανός να φέρει εις πέρας κάθε λογής επικίνδυνη αποστολή. Παρ’ όλες όμως τις αδιαμφισβήτητες ικανότητες, η μη επικοινωνιακή συμπεριφορά του τελευταίου τον καθιστά εξίσου ανεπιθύμητο στα σετ των μεγάλων παραγωγών. Ξάφνου, στην εξίσωση εντάσσεται ένα διάσημο ζευγάρι νεονύμφων που έρχεται να μετοικήσει δίπλα στην έπαυλη του Ρικ, έχοντας διαγράψει εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία από τους πρωταγωνιστές: Είναι ο πασίγνωστος σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι και η εντυπωσιακή νεαρά σταρ Σάρον Τέιτ (Μάργκο Ρόμπι), που στο απόγειο της δόξας τους έχουν περίοπτη θέση στο προσκήνιο της αμερικανικής σόουμπιζ.

Η ειδοποιός διαφορά

Παραδόξως για τα δεδομένα του Ταραντίνο, το αδιαμφισβήτητα πολλυσυλεκτικό «Κάποτε… στο Χόλιγουντ» (σ.σ. εκτείνεται από την κωμωδία μέχρι τον τρόμο) δεν εστιάζει σε έναν στιβαρό κεντρικό άξονα πλοκής. Απεναντίας, βάζει τους κεντρικούς χαρακτήρες σε θέση οδηγού, και μαζί τους περιπλανιέται ελεύθερα για να φωτίσει σχεδόν κάθε πτυχή του LA των 60s, δίνοντας μια επιπλέον αύρα φυσικότητας στην πειστικότατη αναβίωση της Πόλης των Αγγέλων. Η ταινία είναι μια διαρκής υπενθύμιση της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ, η οποία εν έτει 1969 έπνεε τα λοίσθια, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει το «hippy» περιβάλλον απελευθέρωσης -και απόταξης του συντηρητισμού- που έχει διαμορφωθεί ως αποτέλεσμα των κοινωνικών αγώνων μιας νεότερης γενιάς. Βαθύς γνώστης του πλαισίου αυτού, ο Αμερικανός σκηνοθέτης φιλοτεχνεί με μεράκι ένα πλούσιο ψηφιδωτό κινηματογραφικών και τηλεοπτικών αναφορών, εμπλουτίζει με απολαυστικές εικόνες-ενθύμια του παλαιού Χόλιγουντ το σκηνικό σεξουαλικής επανάστασης και πλαισιώνει όλα τα παραπάνω με ένα ψαγμένο classic-rock σάουντρακ που σε ταξιδεύει. Η είσοδος στη «χρονοκάψουλα» του Ταραντίνο εξασφαλίζει μια άκρως υποβλητική ξενάγηση σε έναν κόσμο τόσο απτό, που θαρρεί κανείς ότι υπάρχει κάπου εκεί έξω. Κι όμως, πάει πολύς καιρός από τότε που σφραγίστηκε ερμητικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Διακριτικές σεναριακές αρετές, στρωτό μοντάζ και άριστη κίνηση του φακού χτίζουν αφηγηματικές γέφυρες, συχνά μεταφέροντας την ψευδαίσθηση ότι όσα βλέπουμε εκτυλίσσονται σε πραγματικό χρόνο. Όλες οι πράξεις του έργου είναι εξαιρετικά προσεγμένες, συχνά με κάποιο σημείο αναφοράς που να σηματοδοτεί την αρχή και το τέλος τους ώστε να ενεργοποιεί το αισθητήριο του θεατή (π.χ. επανάληψη ενός οπτικού ερεθίσματος, όπως συμβαίνει με το γκράφιτι που απεικονίζει τον Ρικ Ντάλτον σε μια από τις πρώτες σκηνές του έργου).

kritiki-gia-to-once-upon-a-time-in-hollywood-1

Οι ερμηνείες

Κατά την -ομολογουμένως απαιτητική- διάρκεια της περιήγησης στο Λος Άντζελες των 60s, έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε τους δύο κολλητούς φίλους Ρικ και Κλιφ λεπτομερώς, απολαμβάνοντας το «αστεράτο» δίδυμο των Λεονάρντο Ντι Κάπριο και Μπραντ Πιτ σε όλο το… «ακτινοβολούν» υποκριτικό μεγαλείο του. Η χημεία των τελευταίων μοιάζει ικανή να ανασυνθέσει από μόνη της τη μαγεία του παλαιού Χόλιγουντ, θυμίζοντας κάτι από Πολ Νιούμαν και Ρόμπερτ Ρέντφοντ. Στα επιμέρους, αξίζει να πούμε ότι ο Ντι Κάπριο, ο οποίος είναι στο στοιχείο του όταν ερμηνεύει νευρωτικούς χαρακτήρες, επικοινωνεί με σπαρταριστό τρόπο τις αγωνίες, τα αδιέξοδα και τα ξεσπάσματα ενός ηθοποιού που βλέπει εαυτόν στην πόρτα της εξόδου, σε μια βιομηχανία που βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης.

Από την άλλη ο Πιτ, χαρισματικός και φιτ όσο ποτέ στα 55 (!) του, κλέβει την παράσταση σχεδόν σε κάθε σκηνή με τη «ζεν» αύρα και την αφοπλιστική άνεσή του, δίνοντας υπόσταση σε έναν από τους απολαυστικότερους ταραντινικούς χαρακτήρες. Η ισορροπημένη, στωική ερμηνεία του αποφεύγει κάθε είδους επιτήδευση και υπακούει στις αρχές του νατουραλισμού. Εμπεριέχει μια ακαταμάχητη υποβόσκουσα αυτοπεποίθηση που τον μετακινεί αβίαστα στο κέντρο του ενδιαφέροντος, προσδίδοντας στον χαρακτήρα όλη εκείνη την αμεσότητα και τη ζεστασιά που αποπνέει ένας πιστός, συμπονετικός φίλος, μα ταυτοχρόνως πείθει απόλυτα και ως αμείλικτος τιμωρός. Ο ρόλος του Κλιφ στην επαγγελματική ζωή είναι αφανής και η πορεία του πολλές φορές μοναχική και συνυφασμένη με την αμφισβήτηση, όμως η δικαίωση έρχεται όταν οι ειδικές συνθήκες απαιτήσουν την επιστράτευση των εξεζητημένων ικανοτήτων του. Είναι η στιγμή που από δεύτερο βιολί, γίνεται πρωταγωνιστής.

Όσο για τις πιο κωμικές στιγμές, εκεί ο Πιτ συναρπάζει ξεσηκώνοντας κάτι από τον «stoned» χαρακτήρα που είχε ερμηνεύσει με μεγάλη επιτυχία στο -επίσης ταραντινικής γραφής- «True Romance» αρκετές δεκαετίες πριν. Στην αποκορύφωση της έντασης, είναι το κωμικό timing και η άπταιστη αντίληψή του στην εκφορά του φαρμακερού ταραντινικού λόγου τα στοιχεία εκείνα που συντελούν τα μέγιστα στην εκκωφαντική επιτυχία. Είναι μια ερμηνεία-ολική επαναφορά, η οποία κάλλιστα μπορεί να οδηγήσει τον Αμερικανό ηθοποιό στο χρυσό αγαλματίδιο Β’ Ανδρικού Ρόλου στα προσεχή Όσκαρ.

Πώς όμως γίνεται δύο διαφορετικής κοπής ερμηνείες να οδηγούν σε ένα τόσο ομοιογενές αποτέλεσμα; Αφενός, θα λέγαμε, χάρη στην ικανότητα των δύο ηθοποιών να αναδεικνύουν ο ένας το παίξιμο του άλλου, αλλά και στο ετερόκλητο των χαρακτήρων που ερμηνεύουν. Ο Ντάλτον, πνιγμένος στις ανασφάλειες και το άγχος, βρίσκεται πλήρως παραδομένος στα πάθη του. Οι απελπισμένες ενέργειές του, καταμεσής μιας βιομηχανίας που τον διυλίζει αχόρταγα, καθρεφτίζουν την αγωνία ενός ναυαγού που μάχεται εναγωνίως να κρατηθεί στην επιφάνεια της θάλασσας. Απεναντίας, ο Κλιφ είναι ένας κουλ και χαλαρός τύπος που δείχνει να απολαμβάνει την κάθε στιγμή, όμως παραμένει σε εγρήγορση και δεν δειλιάζει μπροστά σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Είναι αρκετά ευγενής ώστε να μην επιδεικνύει το βαρύ του «βιογραφικό», δεν συγκινείται από το μεθυστικό άρωμα της χολιγουντιανής δόξας και δεν νιώθει ζήλια απέναντι στον κολλητό του φίλο που βρίσκεται στο προσκήνιο της λάμψης. Αντιθέτως, του στέκεται σαν αδερφός σε κάθε ευνοϊκή ή άσχημη καμπή. Παρ’ όλα αυτά, στο υπόστρωμα του Κλιφ κρύβονται γκρίζες ζώνες», οι οποίες αναδεικνύονται κατά τη διάρκεια της ταινίας για να δώσουν περισσότερες διαστάσεις στον χαρακτήρα του. Ο ίδιος μοιάζει με δείγμα ανδρός που έχει εκλείψει στις μέρες μας.

Σε αυτό το σημείο, ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει και για την Αμερικανίδα ηθοποιό Σάρον Τέιτ, η οποία καταλαμβάνει σημαντικό κομμάτι της ιστορίας. Στα χέρια του Ταραντίνο, η αδικοχαμένη ανερχόμενη σταρ είναι περισσότερο ένα σύμβολο παρά ολοκληρωμένος χαρακτήρας, κάτι που «δένει» τα χέρια της ικανής Μάργκοτ Ρόμπι στην ερμηνεία του ρόλου. Ο δημιουργός προσεγγίζει την Τέιτ ως ένα νεαρό κορίτσι που αντλεί αγνή τέρψη από την αναγνώριση του κοινού απέναντι στο καλλιτεχνικό της έργο. Η ίδια ζει το όνειρό της, περιστοιχισμένη από άλλους λαμπρούς αστέρες της εποχής (σ.σ. ένας εξ αυτών ο Στιβ ΜακΚουίν, σε ένα απολαυστικό cameo του Ντάμιεν Λούις), και νιώθει ευγνώμων για αυτό. Ως φιγούρα που αντιπροσωπεύει το ανερχόμενο «νέο» Χόλιγουντ, αποπνέει γνήσια ζεστασιά και αφήνει υποσχέσεις για το μέλλον. Κάτι τέτοιες στιγμές, σίγουρα ένα μεγάλο «κρίμα» στριφογυρνά στο μυαλό όλων, όταν αναλογιζόμαστε ότι ένα άτομο με τόση όρεξη για ζωή είχε την τύχη που του επεφύλασσε η δράση της «Οικογένειας» Μάνσον (σ.σ. η Τέιτ έπεσε θύμα άγριας δολοφονίας τον Αύγουστο του 1969, ενώ διένυε τον όγδοο μήνα της εγκυμοσύνης της).

Το κυρίως πιάτο

Το διαρκές δέσιμο των δύο πρωταγωνιστών και η μέριμνα του ενός για τον άλλον είναι έκδηλα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, ωστόσο Ρικ και Κλιφ διανύουν τον κεντρικό άξονα του έργου σε χωριστά μονοπάτια. Τα σετ των τότε κινηματογραφικών παραγωγών και οι διασημότητες της εποχής (Μπρους Λι, Στιβ ΜακΚουίν) έχουν την τιμητική τους στις μικρές ιστορίες που δίνουν άρωμα παλαιού Χόλιγουντ στη διαδρομή των πρωταγωνιστών, ενώ συχνά συναντάμε τους τελευταίους εν μέσω χαλαρής περιπλάνησης στους δρόμους του LA. Στις φωτεινές μαρκίζες των διάσημων κτηρίων, τα επιβλητικά πόστερ (μέσα σε προθήκες και μεγάλες κορνίζες), τις vintage ενδυματολογικές επιλογές (εξαιρετικά προσεγμένα κοστούμια) και τις τετράτροχες αντίκες που ξεχύνονται και πλημμυρίζουν με τη βουή τους τους δρόμους, μνήμες από τις παλιές καλές μέρες ξαναζωντανεύουν με ευρηματικό τρόπο ενώπιον του θεατή. Την προσοχή κεντρίζει η εξωστρέφεια και το αέναο κέφι που επικρατεί σε κάθε γωνιά της πόλης, ενώ ακόμα και οι παθολογικές ενασχολήσεις (σ.σ. πολύ κάπνισμα πάντα και… παντού• εκτεταμένη χρήση μαριχουάνας) δίνουν τη δική τους ξεχωριστή νότα. Ο Ταραντίνο αναβιώνει ατόφια την ατμόσφαιρα της εποχής με τη συνδρομή του πεπειραμένου κινηματογραφιστή και μόνιμου συνεργάτη του, Ρόμπερτ Ρίτσαρντσον, στην εικαστικά αρτιότερη ταινία της ταραντινικής φιλμογραφίας.

Αυτό που διακρίνεται ξεκάθαρα όπου και να κοιτάξουν οι δύο ήρωες, είναι ότι στα τέλη του 1969 η χρυσή εποχή του Χόλιγουντ έδινε με γεωμετρική ακρίβεια τη θέση της σε κάτι νέο. Στα άδυτα των ζυμώσεων, οι γαλουχημένοι υπό διαφορετικές συνθήκες Ρικ και Κλιφ διαπιστώνουν ότι πλέουν σε αχαρτογράφητα νερά, ευρισκόμενοι στην άβολη θέση να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου χώρου. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις ευκαιρίες και τις δυναμικές στα κινηματογραφικά σετ, αλλά και με τις τότε αναδυόμενες μόδες. Οι υπόγειες αλληλεπιδράσεις που ελάμβαναν χώρα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα απειλούσαν πάρουν απρόβλεπτη τροπή, υποδαυλίζοντας το κλίμα ανεμελιάς της εποχής και «ενηλικιώνοντας» με βίαιο τρόπο την κοινωνία. Στην ταινία, το εύκολα χειραγωγίσιμο νεανικό κίνημα των «χίπις» και η ρομαντική ουτοπία τους αντιπροσωπεύει τη νέα τάξη πραγμάτων, στοιχείο που ίσως έμμεσα εξηγεί γιατί ο Ρικ εμφανίζεται εχθρικά διακείμενος απέναντί τους. «Σε αυτό τον κόσμο, όλα μπορούν να αλλάξουν σε μια στιγμή» προειδοποιεί ο τελευταίος με ένα τσαφ των δακτύλων ενώ διαβάζει το σενάριο κατά τη διάρκεια ενός γυρίσματος. Εκτός από νύξη στην παροδικότητα της επιτυχίας, αυτή η φράση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί και ως έμμεση αναφορά σε ό,τι πραγματικά εκκολαπτόταν στη σκιά της χολιγουντιανής λάμψης, σε έναν κόσμο που αποδείχθηκε αγγελικά πλασμένος μόνο στην επιφάνεια. Αντιθέτως, ο Κλιφ εμφανίζεται πιο ευπροσάρμοστος και πρόθυμος να δώσει μια ευκαιρία στο καινούργιο/διαφορετικό (σ.σ. εδώ χρήζει αναφοράς η πολύ καλή η ερμηνεία της Μάργκαρετ Κουάλεϊ, που στέκεται στο πλευρό του Πιτ σε ρόλο… Σειρήνας). Ο Ταραντίνο δίνει και στους δύο το έδαφος για να πορευθούν.

Από τα πιο βασικά στοιχεία μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρεια (εντυπωσιακά σκηνικά, ιστορικές τοποθεσίες, μουσική επένδυση και κοινωνικές συμπεριφορές), το «Once Upon a Time… in Hollywood» είναι ένας σχολαστικός φόρος τιμής στο Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’60, το περιβάλλον δηλαδή που άνδρωσε καλλιτεχνικά τον Ταραντίνο. Εξού και πολλές πτυχές του είναι λογικό να εκτιμηθούν περισσότερο από σινεφίλ που έχουν γνωστικό υπόβαθρο -ή ακόμη και παραστάσεις- από τη συγκεκριμένη εποχή που πλέον έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Το ίδιο ενημερωμένος θα πρέπει να είναι ο υποψήφιος θεατής και για το παρασκήνιο της δράσης του Τσαρλς Μάνσον και της συμμορίας του, η οποία είναι ένα κομβικό στοιχείο που εντάσσει ο Ταραντίνο στην ιστορία του. Μέσα από αυτό το κομμάτι, ο Αμερικανός σκηνοθέτης καταδεικνύει το πόσο εύκολα μπορούν να ανατραπούν οι ισορροπίες και τα πράγματα να αλλάξουν δραματικά -συχνά προς το κακό- σε έναν τέτοιο ανέμελο και παραμυθένιο κόσμο.

kritiki-gia-to-once-upon-a-time-in-hollywood-2

Η έκπληξη του τρίτου μέρους (SPOILERS!)

Κάπου εκεί, στο… πιο βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή της νέας μέρας, οι στρεβλές βλέψεις και τα παραμορφωμένα όνειρα μετασχηματίζονται στον απόλυτο εφιάλτη. Ο Ταραντίνο εντάσσει στο πλαίσιο της ταινίας τη δράση της συμμορίας του Τσαρλς Μάνσον για να καταδείξει τη σκοτεινή πλευρά που εγκυμονεί κατά την «αλλαγή φρουράς» σε μια κοινωνία που μετασχηματίζεται γοργά, ενώ συνάμα επαναπροσδιορίζει το τραγικό χρονικό των άγριων δολοφονιών που συντάραξαν τις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το Λος Άντζελες είναι έτοιμο να ξαναζήσει, αυτή τη φορά μέσα από τη μεγάλη οθόνη, την εφιαλτική πραγματικότητα που επέβαλε η αιμοσταγής σέχτα του Μάνσον. Θαρρεί κανείς ότι η χαμένη αθωότητα μιας ολόκληρης γενιάς που έτρεφε φιλοδοξίες για ένα καλύτερο μέλλον, πρόκειται να προσωποποιηθεί στην προδιαγραφόμενη τραγική απώλεια της Σάρον Τέιτ. Όμως εκεί καραδοκεί η έκπληξη: Ο Ταραντίνο παρεμβαίνει, και ως από μηχανής θεός συντρίβει την πραγματικότητα με όπλο τη μυθοπλασία. Διαγράφει μονοκοντυλιά τον εφιάλτη, και στη θέση του δίνει σάρκα και οστά σε μια ενδόμυχη επιθυμία όλων μας. Έτσι, αξιοποιώντας τη δύναμη της φαντασίας, χαρίζει στη Σάρον Τέιτ ξανά το όνειρο που εκείνη τόσο βίαια στερήθηκε. «Τι θα γινόταν εάν…;» μοιάζει να αναρωτιέται μέσα από το γλυκόπικρο φινάλε που υπογράφει, συμπαρασύροντας τη σκέψη του θεατή. Και κάπως έτσι κλείνει, εκβάλλοντας σε μια κύκνεια σεκάνς που βρίθει συναισθημάτων.

Όπως φανερώνει ο τίτλος, το «Κάποτε… στο Χόλιγουντ» είναι ένα γλυκόπικρο παραμύθι που καταπιάνεται και επεμβαίνει στην τραγική μοίρα που επεφύλασσε η εκπνοή των 60s στο Χόλιγουντ και ευρύτερα στην αμερικανική κοινωνία. Το φιλτράρισμα της ιστορίας με τη φαντασία θυμίζει κάτι από το εξίσου αριστουργηματικό «Inglourious Basterds» («Άδωξοι Μπάσταρδη», 2009), συνιστώντας μια τρυφερή λύση που δικαιώνει τα θύματα αυτής της μοίρας και δίνει χώρο σε μια αχτίδα αισιοδοξίας που σπάει τη σκοτεινιά.

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ

Στο «Once Upon a Time… in Hollywood», ο δεξιοτέχνης Ταραντίνο κατεβάζει τους τόνους και παραμερίζει τη συμβατική μελοδραματική πλοκή για να αναβιώσει μαγικά την εκπνοή του παλαιού Χόλιγουντ, μέσα από μια ιστορία που παίρνει χαρακτήρα απολαυστικής περιήγησης χάρη στους καλογραμμένους ήρωες και τις μνημειώδεις ερμηνείες των Πιτ-ΝτιΚάπριο. Προς το τέλος, η αριστοτεχνική κλιμάκωση και η καθαρτική ολοκλήρωση ανάγει την ταινία σε ανεξίτηλο φόρο τιμής στην τότε εποχή και τους αδικημένους πρωταγωνιστές της• εκείνους που στερήθηκαν βίαια -ή απλώς με κυνικό τρόπο- τα όνειρά τους.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι από την ταινία παρελαύνουν σε μικρά περάσματα ο αειθαλής Αλ Πατσίνο, ο σπαρταριστός Μπρους Ντερν, η Ντακότα Φάνινγκ, ο Κερτ Ράσελ, ο Τίμοθι Όλιφαντ, ο -πειστικός ως Μπρους Λι- Μάικ Μο, η «αποκάλυψη» Τζούλια Μπάτερς και ο πρόσφατα χαμένος Λουκ Πέρι. Εντούτοις, την πλέον αξιοσημείωτη σύντομη παρουσία διατηρεί ο πάλαι ποτέ τηλεοπτικός Spider-Man, Νίκολας Χάμοντ, σε ρόλο σκηνοθέτη γουέστερν σειράς.

Βαθμολογία: 4,5/5

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κριτική για το «Once Upon a Time… in Hollywood»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s