Κριτική για το «An Elephant Sitting Still»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε κανείς να πει πως από σκοπιάς προσέλευσης το «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» («Da Xiang xi di er Zuo»/«An Elephant Sitting Still») είναι… το «Avengers» των σινεφίλ. Οι χορταστικές τέσσερις ώρες του δεν λειτούργησαν ανασταλτικά για το πλήθος θεατών, το οποίο συνεχίζει να καταφθάνει σωρηδόν στο Ααβόρα (σ.σ. τον μοναδικό αθηναϊκό κινηματογράφο που προβάλλει την ταινία) και να γεμίζει την αίθουσα μέχρι τις πρώτες σειρές της. Ίσως μπορούμε να υποθέσουμε πως το ιντριγκαδόρικο στοιχείο σε αυτήν την ταινία είναι το γεγονός ότι αποτελεί το παρθενικό, και συνάμα το κύκνειο «άσμα» του Κινέζου σκηνοθέτη Χου Μπο, ο οποίος αυτοκτόνησε μετά την ολοκλήρωση της ταινίας σε ηλικία 29 ετών. Ωστόσο, οποιοδήποτε κι αν είναι το αρχικό ερέθισμα που προσέλκυσε τον καθέναν μας ξεχωριστά, ομολογουμένως δεν είναι αρκετό από μόνο του για να μας κρατήσει επί τέσσερις ώρες καθηλωμένους σε μια σκοτεινή αίθουσα. Πρέπει να συντρέχουν αρκετοί παραπάνω λόγοι.

«Μα καλά τέσσερις ώρες διάρκεια; Μήπως είναι υπερβολή;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος που δεν έχει δει την ταινία. Και όμως, δεν είναι! Μπορεί ένας θεατής γαλουχημένος σε συγκεκριμένες τάσεις του ευρωπαϊκού κινηματογράφου να συνιστούσε ως βελτίωση ένα πιο «σφιχτό» μοντάζ, ή κάποιος άλλος, προσκολλημένος στον αμερικανικό εμπορικό κινηματογράφο να αρνιόταν να αποδεχτεί, ωστόσο αντικειμενικά δεν μπορούσες να αφαιρέσεις ούτε να προσθέσεις κάποιο πλάνο ή sequence, γιατί όλα ήταν δεμένα και ζούσαν με τον δικό τους ρυθμό, προσφέροντας το καθένα ξεχωριστά τη δική του ανάσα σκοπιμότητας στο σύνολο της ταινίας.

Η δε πλοκή, θα μπορούσε κάλλιστα να παρομοιασθεί με παραμετρική εξίσωση, όπου ο σκηνοθέτης σου αποκαλύπτει όταν και όσο θέλει από τη σχέση-συνάρτηση που συνδέει την καθεμιά από τις ανεξάρτητες μεταβλητές του, τους ήρωες, οι συντεταγμένες-πορείες των οποίων χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν ένα σύνθετο γεωμετρικό αντικείμενο. Ένα ποικιλόχρωμο γαϊτανάκι συναισθημάτων, που στο σύνολό τους καταρχάς δεν συναπαρτίζουν κάτι άλλο, πέρα από μια λούμπεν σύγχρονη κινεζική κοινωνία, αλλά εντέλει την πορεία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία ιδωμένη υπό το πρίσμα του αυτόχειρα Χου Μπο παραπαίει, φυγοκεντρίζεται, ακροβατεί, άλλες φορές ισορροπεί και άλλες κατακρημνίζεται. Περιβαλλοντική ρύπανση, συναισθηματικές λοιμώξεις από φλεγμονές οικογενειακής προέλευσης, σχολικός εκφοβισμός, απαγορευμένοι έρωτες-συναισθηματικά αποκούμπια, απόρριψη, προδοσία από φίλους, αλλά ακόμα και από τα ίδια σου τα παιδιά που ανέθρεψες, είναι μερικά από τα ζητήματα που πραγματεύεται η ταινία.

Ως όχημα της εν λόγω πραγματείας χρησιμοποιείται μια ιδιοσυγκρασιακή χρήση του φακού. Το είδος του πλάνου που μονοπωλεί σχεδόν όλη την ταινία και δεν μπορεί να σε αφήσει «ανενόχλητο» είναι το ¾ close-up πλάνο, δηλαδή ένα πλάνο μεταξύ στενού και medium close-up που πιάνει την πλάτη, συγκεκριμένα τη ωμοπλάτη του ήρωα, και τον ακολουθεί παντού. Πολλοί μπορεί να πουν ότι ο σκηνοθέτης θέλει να αποδώσει το ασφυκτικό κλίμα, ωστόσο θεωρώ πως είναι ορθότερο να ισχυριστούμε πως μέσω αυτού επιχειρεί να ενυλώσει το αίσθημα αλλοτρίωσης και αποξένωσης που βιώνουν οι ήρωες, τόσο με το περιβάλλον όσο και με τον ίδιο τους τον εαυτό. Ό,τι και να τους συμβαίνει παρουσιάζονται ακίνητοι, συναισθηματικά αποκομμένοι από το ενδότερο «είναι» τους, αλλά και με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Ακόμα και οι εκρήξεις τους φαντάζουν μουδιασμένες, ανίκανες να αποτρέψουν την εσωτερική ανεπιστρεπτί αγκύλωση. Δεν μπορείς να νιώσεις το «μέσα» τους∙ καλά-καλά οι ίδιοι αδυνατούν να το αισθανθούν.

Άλλο μέσο που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα είναι τα φλουταρισμένα πλάνα κατά τη διάρκεια των διαλόγων. Μπορεί τα ομιλούντα πρόσωπα να είναι μεν δύο, ωστόσο ο σκηνοθέτης επιλέγει χειρουργικά σε ποιον και πώς θα εστιάσει. Με αυτές τις τεχνικές δεν σου επιτρέπεται να ταυτιστείς με κανέναν, αφαιρώντας σου ακόμα-ακόμα το προβάδισμα του παντογνώστη αφηγητή, κρατώντας αυτή την εξουσία μόνο για τον ίδιο, ο οποίος -ως προελέχθη- αποκαλύπτει όσα και όποτε θέλει, συναρμολογώντας κατά βούληση το παζλ των σχέσεων μεταξύ των ηρώων.

kritiki-gia-to-an-elephant-sitting-still-1

Κατ’ εμέ, μεταξύ των μέσων που χρησιμοποιεί ο Μπο, η πιο περίτεχνη τεχνική του είναι αυτό το εν είδει ταυτόχρονο flashback, μέσω του οποίου σου δείχνει το ίδιο περιστατικό ιδωμένο υποκειμενικά από διαφορετικούς ήρωες. Εντούτοις, σε αντίθεση με τις σφυγμομετρήσεις για το ποια είναι η πιο περίτεχνη τεχνική του σκηνοθέτη, οι αμφιβολίες είναι ελάχιστες όταν διερωτώμεθα ποια είναι αγαπημένη φράση του. Μα φυσικά, ποια άλλη; «Σκουπιδοτενεκές».

Μιλώντας για ερωτήματα, σίγουρα το πιο ουσιαστικό εξ αυτών που τίθενται από το «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» είναι το εξής: Πας τελικά «Απέναντι», εκεί που για τον καθένα μπορεί να είναι καλύτερα (άλλο σπίτι, άλλη δουλειά, άλλος σύντροφος, άλλη χώρα, μετά θάνατον ζωή), διακινδυνεύοντας να κάψεις και το τελευταίο σου χαρτί για ελπίδα, ή εμμένεις «Εδώ» που είσαι, ως άλλος «Ακίνητος Ελέφαντας», διασφαλίζοντας αυτή την ανεκπλήρωτη ελπίδα-ανάσα να αντέξεις αυτό το «Εδώ»;

*Η ταινία, συνεχίζεται για τρίτη εβδομάδα στο Ααβόρα, ενώ πλέον προβάλλεται και στη Θεσσαλονίκη, αποκλειστικά στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης».

Βαθμολογία: 4,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s