Κριτική για το «Us»

ΥΠΟΘΕΣΗ (spoilers)

Η ταινία, σε σενάριο, σκηνοθεσία και παραγωγή Τζόρνταν Πιλ (στη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρα μετά το εξαιρετικό ντεμπούτο «Get Out» του 2017), εκτυλίσσεται στην παραθαλάσσια πόλη Σάντα Κρουζ της Καλιφόρνια, ακολουθώντας μια αστική οικογένεια Αφροαμερικανών. Η Αντελαΐντ (Λουπίτα Νιόνγκο) είναι μια γυναίκα που επιστρέφει στην γενέτειρά της μαζί με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της, για να περάσουν μερικές ξέγνοιαστες ημέρες διακοπών.

Το μακρινό 1986, η ηρωίδα -ως μικρό παιδί- είχε περιπλανηθεί ολομόναχη μέσα στο απομακρυσμένο παιχνίδι τρόμου ενός μικρού λούνα παρκ, κοντά στην παραλία όπου θα επέστρεφε για να παραθερίσει τρεις δεκαετίες αργότερα. Στο στοιχειωμένο σπίτι με τους καθρέφτες, κάτι μακάβριο έμελλε να αλλάξει τη ζωή της για πάντα. Το μετατραυματικό σύνδρομο της Αντελαΐντ προβάλλει στην επιφάνεια μετά από ένα μπαράζ παράξενων συμπτώσεων που συνδέουν το παρόν με το παρελθόν (από το πανταχού παρόν εδάφιο Ιερεμίας 11:11 μέχρι τα t-shirt με την ετικέτα των πανκ ροκ πρωτοπόρων Black Flag), αφυπνίζοντας ξανά μέσα της τον εφιάλτη της παιδικής ηλικίας.

Τα πάντα θα πάρουν εφιαλτική τροπή όταν στο κατώφλι του εξοχικού σπιτιού της οικογένειας θα εμφανιστεί μια «άλλη» τετραμελής οικογένεια που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τους πρωταγωνιστικούς ήρωες. Ο Πιλ αντιπαρατάσσει στα μέλη της προνομιούχας οικογένειας τα παραμορφωμένα -στον σκοτεινό «καθρέφτη» του τρόμου- είδωλά τους, κρύβοντας στο plot twist του φινάλε τον καταλύτη των επαναστατικών ζυμώσεων που πυροδοτούν την ορμητική εξέγερση ενάντια στην ανώτερη τάξη. Εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, η διάσταση κοινωνικής αλληγορίας (μια διχασμένη Αμερική δύο ταχυτήτων) θυμίζει συνταγή «Get Out» -σε περιτύλιγμα καθαρόαιμου τρόμου- και υπερτονίζεται κατά την οπτικά συναρπαστική -αλλά επεξηγηματικά φλύαρη- τρίτη πράξη της ταινίας.

kritiki-gia-to-us-1

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ (γράφει η Αλίκη Λαλακίδη)

Το «Us» («Εμείς») είναι μια ταινία που εκ πρώτης όψεως σε προδιαθέτει για άλλο ένα κάζουαλ αμερικανικό θρίλερ. Οι διακοπές μιας οικογένειας και συνάμα η σχετική γαλήνη των μελών της αναστατώνονται από την επίθεση μιας αλλόκοτης ομάδας ανθρώπων, που εισβάλλει απροειδοποίητα στο εξοχικό τους. Κάζουαλ όσο και τα τζιν.

Και ενώ η εισαγωγική, κάπως φλύαρη, μισή πρώτη ώρα του φιλμ φαίνεται να δικαιώνει τα αυξημένα αντανακλαστικά του κοινού, ορισμένες από τις αναφορές που ακολουθούν, έστω και αδικώντας εν πολλοίς τον εαυτό τους, τραβούν την προσοχή όσο να ‘ναι. Πρώτη και καλύτερη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, η πλατωνική αναφορά περί μίας, ενιαίας και αδιαίρετης ψυχής, που μόνο στεγάζεται σε διαφορετικά σαρκία – τα οποία μάλιστα διατηρούν την μεταξύ τους σύνδεση. Ο μονόλογος της πρωταγωνίστριας στο σημείο αυτό, τόσο φλατ δοσμένος, στερεί από την ταινία μια ενδεχόμενη κορύφωση, στη μία από τις δυο στιγμές της που θα μπορούσε να επιτευχθεί, ενώ ελλοχεύει ο υπαρκτότατος κίνδυνος η σπουδαία αυτή αναφορά στην Πολιτεία και στον μύθο του Ηρός να περάσει σχεδόν απαρατήρητη.

Το δεύτερο σημείο που θα μπορούσε να δώσει στην ταινία το πολυπόθητο peak και πάλι τεχνηέντως – ή μάλλον όχι και τόσο τεχνηέντως – το απέφυγε, με την ανατροπή να μην έρχεται και τόσο απροσδόκητα εν τέλει και σίγουρα όχι με τρόπο συνταρακτικό, ακουμπά το σύνδρομο μετατραυματικού στρες, από το οποίο τόσο κοινά έχει υποφέρει η Αμερική. Η πρωταγωνίστρια, με την πρώτη καλημέρα, μας ενημερώνει για το διαρκές αίσθημα φόβου και ανασφάλειας, την αίσθηση ότι βιώνει επαναλαμβανόμενες μνήμες χωρίς να μπορεί να τις ταξινομήσει και επεξεργαστεί, και όταν τελικά όλα τα κομματάκια του παζλ μπαίνουν στην θέση τους, βγαίνει ένα αυθόρμητο “α ναι”. Δατς ολ.

Κριτική για το "Us"

Η φρέσκια σκηνοθετική ματιά που τόσο λείπει από το έργο, έχει να παρουσιάσει και μια ελκυστική στα μάτια του θεατή εικόνα, την χορογραφία της μονομαχίας ανάμεσα στις δύο πρωταγωνίστριες, με σκηνές από δύο διαφορετικά χρονικά επίπεδα να διαδέχονται η μία την άλλη στην καλύτερη σκηνοθετικά στιγμή μιας ταινίας, που σε γενικές γραμμές αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου, έχοντας αρκετά ακόμα να πει – ή να τα εκφράσει καλύτερα. Παρά την προσπάθεια να ξεφύγει από τα στεγανά του είδους και την ομολογουμένως διαφορετική προσέγγιση σε αυτό το φιλμ τρόμου, η τελευταία δεν αποφεύγει να εξαντληθεί σε ένα πρώτο επίπεδο, απόρροια ενδεχομένως του ότι δεν φαίνεται στέρεα κατασταλαγμένη σε αυτό που θέλει να πει.

Η πραγματική έκπληξη, ωστόσο, ήρθε με τα κουνέλια. Γι’ αυτό, ωστόσο, πολύ φοβάμαι ότι θα πρέπει να μείνετε συντονισμένοι (spoiler alert: ετοιμάζονται νέα αφιερώματα στον… Γιώργο Λάνθιμο!).

Βαθμολογία: 2,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s