Κριτική για το «Burning»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

* Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των 24ων Νυχτών Πρεμιέρας (Athens International Film Festival)

Νότια Κορέα. Ο Γιόνγκσου είναι ένας νεαρός επίδοξος συγγραφέας από την επαρχιακή παραμεθόρια πόλη Πάτζου, βορειοδυτικά της Σεούλ και δίπλα στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα. Απόφοιτος πια, εργάζεται ως διανομέας, «οργώνοντας» καθημερινά τους δρόμους της πρωτεύουσας για να εξασφαλίσει ένα μεροκάματο. Σε μια από τις παραδόσεις θα συναντήσει τυχαία τη Χάεμι, ένα κορίτσι που κάποτε έμενε στη γειτονιά του. Εκείνη δουλεύει ως μοντέλο προώθησης προϊόντων, ονειρεύεται μια καριέρα στον κόσμο της υποκριτικής, επιδίδεται σε παιχνίδια παντομίμας που εξάπτουν το ενδιαφέρον και αρέσκεται στο να διηγείται ιστορίες που παλαντζάρουν ανάμεσα στην αλήθεια και την πλάνη. Οι δυο τους θα συνδεθούν αμέσως ερωτικά. Ωστόσο, κατά την επιστροφή της από ένα προγραμματισμένο σύντομο ταξίδι στην Κένυα, η Χάεμι ξαφνιάζει τον Γιόνγκσου, συστήνοντάς του τον Μπεν, έναν μυστηριώδη πλούσιο νέο που γνώρισε εκεί.

Βασισμένο στο διήγημα «Barn Burning» του Χαρούκι Μουρακάμι, το βραδυφλεγές και ατμοσφαιρικότατο «Burning» (πρωτότυπος τίτλος «Beoning» / ελλ. «Το Παιχνίδι με τη Φωτιά») ξεδιπλώνει την ιστορία του ερωτικού αυτού τριγώνου, διαρρηγνύοντας αριστοτεχνικά την αφηγηματική πεπατημένη. Η ταινία είναι μια λεπτομερής σπουδή πάνω στον χαρακτήρα, συνθέτοντας με τη βοήθεια ενός ντόμινο αγάπης, ζήλιας και εμμονής το πορτρέτο των τριών ηρώων. Ταυτόχρονα, αποτελεί καυστικό σχόλιο πάνω σε μια κοινωνία ανισοτήτων.

Κριτική για το "Burning"

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή. Σε μια από τις πρώτες σκηνές, ο Γιόνγκσου κοιτάζει εμβρόντητος την εφήμερη αντανάκλαση του φωτός στον τοίχο του διαμερίσματος της Χάεμι, την ώρα που οι δύο νέοι κάνουν έρωτα. Η κοπέλα γίνεται σχεδόν ανέλπιστα αχτίδα φωτός στη σκοτεινιά του εσωστρεφούς επαρχιώτη νέου· όμως τα σύννεφα δεν θα αργήσουν να φανούν. Μετά την απρόβλεπτη εισβολή του αινιγματικού Μπεν, που θέτει σε κίνηση την κεντρική πλοκή του έργου, βλέπουμε ότι ο έρωτας και η εμμονή του Γιόνγκσου για τη Χάεμι θεριεύει, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση. Υπό την επιρροή του Μπεν, η συμπεριφορά της νεαράς γίνεται όλο και πιο δυσνόητη, μέχρις ότου η ξαφνική εξαφάνισή της κορυφώσει το μυστήριο. Σε αυτό το στάδιο, η ταινία έχει πια μετασχηματιστεί από το μινιμαλιστικό ερωτικό δράμα μυστηρίου που ήταν, σε ένα καθηλωτικό ψυχολογικό θρίλερ που κυλά αργόσυρτα, παίζει με το μυαλό του θεατή και εξάπτει σιωπηλά τις αισθήσεις με την υποδόρια έντασή του. Κοινός τόπος είναι η ελλειπτική ματιά, που δίνει μεθυστικές διαστάσεις στη μυστηριακή αύρα του έργου.

Το πολύπλοκο πλέγμα συμβολισμών του επιδέξιου σκηνοθέτη Λι Τσανγκ-Ντογκ διατηρεί πληθώρα αναγνώσεων. Για παράδειγμα, η ιστορία μπορεί να ερμηνευθεί ως κοινωνικό σχόλιο πάνω στις πιθανές συνέπειες του χάσματος μεταξύ των τάξεων στη Νότια Κορέα, ή και ως ολομέτωπη σύγκρουση μεταξύ της κομμουνιστικής βορειοκορεατικής καταπίεσης και της νοτιοκορεατικής καπιταλιστικής ασυδοσίας (σ.σ. μια αναμέτρηση μεταξύ της Βόρειας Κορέας και του δυτικού κόσμου).

Κριτική για το "Burning"

Ο Μπεν είναι ένα χαρακτηριστικό παραπροϊόν της καπιταλιστικής ανάπτυξης της Νότιας Κορέας. Ο κοσμογυρισμένος νεαρός με την αστείρευτη περιουσία ζει άκοπα, εξασκώντας τη μυστηριώδη γοητεία και την άνεσή του στις κοινωνικές συναναστροφές, μην έχοντας χρειαστεί ποτέ να γνωρίσει μία πραγματικότητα σκληρής βιοπάλης και να ισορροπήσει ανάμεσα στις πιθανότητες ενός αβέβαιου μέλλοντος. Όλα τού έχουν χαριστεί απλόχερα. Όταν όμως αποφασίζει να μιλήσει ανοιχτά στον Γιόνγκσου για τις περίεργες συνήθειες του, αποκαλύπτει τις κρυφές πτυχές μιας αντικοινωνικής συμπεριφοράς: Παραδέχεται ότι αντλεί ικανοποίηση από το να βάζει φωτιά σε θερμοκήπια, και δεν έχει καθόλου τύψεις για αυτό. Παρ’ όλα αυτά, το πραγματικό του χόμπι είναι να αναλαμβάνει τον ρόλο ενός άτυπου μέντορα, παίζοντας με την ύπαρξη των γυναικών που επιλέγει να συναναστρέφεται ανά διαστήματα (σ.σ. στην περίπτωσή του, τα «θερμοκήπια» μπορούν κάλλιστα να συμβολίζουν τις γυναίκες που «καθοδηγεί»). Αδυνατεί δε να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεών του, ακριβώς επειδή ποτέ δεν χρειάστηκε να τις αντιμετωπίσει. Η ανάγκη του να επιδίδεται σε τέτοια παιχνίδια είναι απόρροια της πλήξης ενός ανθρώπου δίχως πραγματικές έγνοιες, βάσανα και, πάνω από όλα, δίχως συναισθηματική νοημοσύνη.

Ο Γιόνγκσου παραμένει αιχμάλωτος σε εκείνη την αμήχανη όσο και απροσδόκητη στιγμή εφήμερης ευτυχίας στο δωμάτιο της Χάεμι. Ο ίδιος, σε αντίθεση με τον Μπεν, έχει μεγαλώσει δίχως ανέσεις, σε μια αγροτική περιοχή τόσο κοντά στα σύνορα που συχνά ακούγεται να αντηχεί από τα μεγάφωνα η βορειοκορεατική προπαγάνδα. Βρίσκεται αντιμέτωπος με πραγματικές δυσκολίες, ασφυκτική απουσία προοπτικών κι έναν κόσμο που δεν μπορεί να κατανοήσει επαρκώς. Περιγράφοντας τα αδιέξοδα που ωθούν τον κεντρικό ήρωά της σε απόγνωση, η κοινωνική κριτική του «Burning» ακουμπά σε διάφορα ζητήματα που ταλανίζουν τη σύγχρονη Νότια Κορέα, όπως η ανεργία, ο κοινωνικός διαχωρισμός και οι ανεπάρκειες του εκπαιδευτικού συστήματος.

Κριτική για το "Burning"

Η φωτογραφία πλάθει εικόνες βουτηγμένες στα χρώματα του ηλιοβασιλέματος, που σιγά σιγά βυθίζονται στο σκοτάδι. Τίποτα δεν είναι απόλυτα ευκρινές. Το αντικείμενο του πόθου του Γιόνγκσου μεταλλάσσεται και στη συνέχεια να χάνεται, χωρίς ο ίδιος να έχει επίγνωση του τι στα αλήθεια έχει συμβεί. Στην εύλογη υπόνοια ότι ο Μπεν μπορεί να έχει κάποια ανάμειξη στην εξαφάνιση της Χάεμι, ο Γιόνγκσου γεμίζει με συσσωρευμένο θυμό που κινητοποιεί την εμμονική αναζήτησή του.

Στα μάτια του άβγαλτου νέου, οι άνθρωποι με τους οποίους συνδέεται, αλλά κι ο κόσμος ολόκληρος, δεν είναι παρά ένα μυστηριώδες παζλ, χωρίς προφανές νόημα ή διαβεβαιώσεις. Ένας δυσεπίλυτος γρίφος, όπου η αντίφαση ανάμεσα στο απροσδιόριστο «είναι» και το επιφανειακό «φαίνεσθαι» δίνει μόνο συγκεχυμένες εκλάμψεις αλήθειας. Εξίσου περίπλοκη υπόθεση είναι η αποκρυπτογράφηση της ταινίας για τον ίδιο τον θεατή. Τελικά, τι από όσα παρακολουθήσαμε είναι αληθινό; Από ένα σημείο και έπειτα, η ερμηνεία της ταινίας γίνεται αυστηρώς προσωπική υπόθεση για τον καθένα μας, και είναι αυτές οι αμφισημίες που χτίζει ο Τσανγκ-Ντογκ εκείνες που εντείνουν αριστουργηματικά το σασπένς του απαιτητικού αυτού έργου, παρασύροντας το κοινό στα άδυτα της δαιδαλώδους ύπαρξής του.

Κριτική για το "Burning"

*Η ταινία συγκέντρωσε πανηγυρικές κριτικές στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών, όπου τιμήθηκε με το βραβείο FIPRESCI.

Βαθμολογία: 4,5/5

2 σκέψεις σχετικά με το “Κριτική για το «Burning»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s