Κριτική για το «Green Book»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

ΗΠΑ, αρχές δεκαετίας του 1960. Γεννημένος και μεγαλωμένος σε μια ιταλοαμερικανική γειτονιά του Μπρονξ, ο Τόνι «Λιπ» Βαλελόνγκα (Βίγκο Μόρτενσεν) είναι ένας ρωμαλέος λαϊκός τύπος που βγάζει τα προς το ζην ως πορτιέρης σε τοπικό νυκτερινό στέκι. Εξωστρεφής, δυναμικός και καταφερτζής καθώς είναι, δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να φέρει εις πέρας οποιαδήποτε μπαγαποντιά, ή ακόμη και να εκτελέσει χρέη υπασπιστή σε μαφιόζικη συμμορία. Όταν το νυχτερινό κέντρο κλείνει προσωρινά για ανακαίνιση, ο ίδιος βρίσκεται σε αναζήτηση δουλειάς. Τότε, παρά τις έντονα ρατσιστικές τάσεις που τον διακρίνουν, οι συγκυρίες τα φέρνουν έτσι ώστε αναγκάζεται να εργαστεί ως σοφέρ του παγκοσμίου φήμης Αφροαμερικάνου πιανίστα Ντον Σίρλεϊ (Μαχερσάλα Αλί). Θα πορευθούν μαζί, στην περιοδεία διάρκειας οκτώ εβδομάδων του Σίρλεϊ στον -αφιλόξενο προς τη διαφορετικότητα- βαθύ Αμερικανικό Νότο.

Βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, η συμβίωση δύο ανθρώπων από διαφορετικά υπόβαθρα συνθέτει το «Green Book» («Το Πράσινο Βιβλίο»), ένα χολιγουντιανά προβλέψιμο κινηματογραφικό οδοιπορικό που είναι αναπόφευκτα προσαρμοσμένο στα μέτρα της σύγχρονης εκστρατείας της αμερικανικής βιομηχανίας ενάντια στις διακρίσεις. Η ηθελημένη αντιστροφή των στερεοτύπων (σ.σ. ο εύπορος, κοσμοπολίτης Αφροαμερικανός συναντά τον βιοπαλαιστή, άξεστο λευκό) είναι μια συνθήκη που στη θεωρία παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, ωστόσο αξιοποιείται μόνο εμπορικά: Το σταδιακό δέσιμο των χαρακτήρων αναπτύσσεται μέσα από γνώριμες σεναριακές κοινοτοπίες, τις οποίες ο σκηνοθέτης των… «επιτυχιών» Πίτερ Φαρέλι («Ο Ηλίθιος και ο Πανηλίθιος») και η υπόλοιπη συγγραφική ομάδα διαχειρίζονται καταλλήλως ώστε να μην φέρνουν ποτέ σε άβολη θέση το μαζικό «λευκό» κοινό. Συνεπώς, ο σχολιασμός της ταινίας πάνω στις διαφυλετικές δυναμικές και το θέμα του ρατσισμού καθίσταται απλοϊκός, ρηχός και παρωχημένος.

kritiki-gia-to-green-book-2

Η εν λόγω δραμεντί διασώζεται μερικώς χάρη στην ηθοποιία του πρωταγωνιστικού διδύμου, και ιδίως του Αλί, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει αναδειχθεί σε «ήρεμη δύναμη» του αμερικανικού κινηματογράφου (βλ. «Moonlight», 2016). Εκτός από το βιρτουόζικο παίξιμο, τα στοιχεία που κεντρίζουν την προσοχή πάνω στον πιανίστα Σίρλεϊ είναι η ευπρέπεια και η αριστοκρατική συμπεριφορά, συνθέτοντας μια προσωπικότητα που ουδεμία σχέση έχει με τον κόσμο του περιθωρίου, από όπου προέρχεται ο Λιπ. Υποδυόμενος έναν καλλιτέχνη αποκομμένο από τις ταπεινές αφροαμερικανικές ρίζες του, τους συγγενείς του και τη «μαύρη» κουλτούρα, ο οποίος από την άλλη είναι καταδικασμένος να μην γίνει ποτέ ταξικά αποδεκτός από τη «λευκή» αριστοκρατία, ο Αλί εμπλουτίζει την ταινία με μια ερμηνεία που μεταφέρει συγκρατημένα τη βουβή μοναξιά, την εσωστρέφεια και την αινιγματικότητα του Σίρλεϊ. Ο τελευταίος ακροβατεί ανάμεσα σε δύο κόσμους με αξιοπρέπεια, διαθέτοντας μπόλικα αποθέματα κουράγιου και ένα επιτακτικό αίσθημα καθήκοντος.

Το Πράσινο Βιβλίο είναι ο ιδιότυπος ταξιδιωτικός οδηγός που υποδεικνύει στους δύο συνοδοιπόρους τα ελάχιστα καταλύματα και σημεία εστίασης που ήταν ασφαλή εκείνη την εποχή για τους Αφροαμερικανούς. Καθώς ο κίνδυνος πάντα ελλοχεύει, οι Σίρλεϊ και Λιπ καλούνται να παραμερίσουν όλα όσα τους χωρίζουν, να προσηλωθούν στον στόχο, και, αναπόφευκτα, να συναισθανθούν ο ένας τον άλλο, κάτι που τους βοηθά να αντιληφθούν τους μεταξύ τους κοινούς τόπους (οποία έκπληξη!). Ξεκινούν λοιπόν να γεφυρώνουν το κοινωνικό χάσμα μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης «καθ’ οδόν» προς τους σταθμούς της περιοδείας. Κατά τη διάρκειά της, ο μέχρι πρότινος «κουμπωμένος» Σίρλεϊ προσπαθεί να μεταλαμπαδεύσει ηθικές αρχές και να εξευγενίσει τον άγαρμπο και φαφλατά Λιπ, τη στιγμή που ο τελευταίος τον μυεί σε έναν πιο αυθόρμητο και ανέμελο τρόπο ζωής, παρακινώντας τον να ξεμυτίσει από τα αυστηρά καλούπια του.

Βέβαια, η ενθάρρυνση μιας τέτοιας παρέκκλισης από την πεπατημένη κρύβει κακοτοπιές, ειδικά όταν αντιβαίνει στους οπισθοδρομικούς κανόνες του ακραία ρατσιστικού Αμερικανικού Νότου. Αυτές τις συνθήκες εκμεταλλεύεται με διόλου πρωτότυπο τρόπο ο Φαρέλι, θέτοντας τους πρωταγωνιστές αντιμέτωπους με ορισμένες από τις πλέον κλισέ, διαλεγμένες από το πανέρι εκδηλώσεις της «Λευκής Υπεροχής». Τις χρησιμοποιεί δε ως όχημα για την ολική μεταστροφή της στάσης του Λιπ απέναντι στον εργοδότη του. Μιας μεταστροφής που διευκολύνεται από το προφίλ του Αφροαμερικανού καλλιτέχνη (πλούσιος, σπουδαίος πιανίστας, με αριστοκρατικούς τρόπους), αλλά θα ήταν πολύ πιο σύνθετη διαδικασία εφόσον αυτό ενίσχυε τα ρατσιστικά στερεότυπα. Με αυτά και με αυτά, ο ιταλικής καταγωγής οδηγός φτάνει πια στο σημείο να θέτει ανιδιοτελώς εαυτόν στις υπηρεσίες του Σίρλεϊ και να ανάγεται σε άγρυπνος προστάτης του, ισοπεδώνοντας τα όρια του στυγνού επαγγελματισμού. Περιττό να αναφέρουμε ότι το σενάριο που συνυπογράφει ο γιος του Τόνι «Λιπ», Νικ Βαλελόνγκα, και χαρακτηρίστηκε από την οικογένεια του Σίρλεϊ ως «μια συμφωνία από ψέματα», μέλλεται περισσότερο να αναδείξει τον πρώτο ως φύλακα άγγελο και σωτήρα του «ευάλωτου» καλλιτέχνη, τη στιγμή που απεικονίζει τον τελευταίο ως άτομο μη ικανό να σταθεί στα πόδια του και να αποφύγει την παραμικρή κακοτοπιά.

Κάπως έτσι, μια ιστορία που θα έπρεπε να ανήκει δικαιωματικά στον μεγάλο μαύρο μουσικό που την έχτισε με το σθένος και την αξιοπρέπειά του, μετατρέπεται σε ένα ακόμη ρεσιτάλ «λευκού» ηρωισμού και… ανθρωπιάς.

Ακόμα και η απροσδόκητη αποκάλυψη (SPOILER ALERT!) των κρυφών ομοφυλοφιλικών αισθημάτων του Σίρλεϊ δεν φέρνει κάποια αντίδραση -αμηχανίας έστω-, πράγμα παράδοξο εάν αναλογιστεί κανείς ότι στην αρχή ο Λιπ είχε παρουσιαστεί ως ιδιαίτερα προκατειλημμένος και κλειστόμυαλος άνθρωπος. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι και ο Φαρέλι επιλέγει να χειριστεί το συγκεκριμένο θέμα διπλωματικά, αφήνοντάς το μετέωρο. Αποφεύγει έτσι να απαντήσει ευθέως στο αν η ομοφυλοφιλία του Σίρλεϊ αποσπά την ανοχή ή την ειλικρινή αποδοχή του Λιπ. Από τη στιγμή άλλωστε που ο Τόνι είναι ο απλοϊκός, καθημερινός τύπος που σχεδόν «εκπλιπαρεί» -και τελικά πετυχαίνει- την ταύτιση του μέσου θεατή μαζί του, όλα πάνω του παρουσιάζονται χονδροειδώς στρογγυλεμένα.

Κριτική για το "Green Book"

Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Λιπ, έτσι και ο κάθε λογικός άνθρωπος θα ένιωθε αποστροφή απέναντι στις επαίσχυντες φυλετικές διακρίσεις και τις πρακτικές εξευτελισμού εις βάρος ανθρώπινης υπόστασης που παρακολουθούμε κατά τη διάρκεια της διαδρομής των δύο ηρώων. Όμως όσο πιο ακραία και αποκρουστικά είναι τα παραδείγματα των συμπεριφορών του Νότου ενάντια στους Αφροαμερικανούς, τόσο ο σχολιασμός της ταινίας αποστασιοποιείται από πιο καμουφλαρισμένες μορφές κεκαλυμμένου ρατσισμού που ανθούν στις προκαταλήψεις ενός ευρύτατου φάσματος της σύγχρονης κοινωνίας (σ.σ. κάτι που κατάφερε πέρσι ο Τζόρνταν Πιλ με την πανέξυπνη ιδέα γύρω από την οποία έχτισε το «Get Out»), και συσσωρεύονται με απρόβλεπτες συνέπειες. Άλλωστε, ο Φαρέλι δεν φαίνεται να επιθυμεί να βγάλει το κοινό από τη ζώνη άνεσής του.

Ώρες ώρες, το «Green Book» φτάνει στο σημείο να παραπέμπει στις ταινίες εκείνες που υπενθυμίζουν ένα ιδιαίτερα «σκοτεινό» παρελθόν με απώτερο σκοπό να προσφέρουν στο κοινό μια αίσθηση επιβράβευσης για την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο μεταξύ. Περνά έτσι υποσυνήδειτα την αντίληψη ότι ο ρατσισμός είναι ένα φαινόμενο κοινωνικής παθογένειας που λίγο πολύ οι «προοδευτικές» κοινωνίες έχουν αφήσει στο παρελθόν, ενώ στην πραγματικότητα επιβιώνει μέχρι σήμερα, και μάλιστα σε πολλές διαφορετικές μορφές. Επιπλέον, μοιάζει να υποκύπτει στην απλοϊκή σκέψη ότι ο ρατσισμός είναι ένα πρόβλημα που μπορεί να λυθεί οριστικά με λίγη καλή θέληση και ανοχή από πλευράς της λευκής φυλής.

Τέλος, ας επισημανθεί και το γεγονός ότι, παρότι ο ρατσισμός είναι ένα από τα κυρίαρχα θέματα της ταινίας, το χιούμορ της πατά αρκετά συχνά πάνω σε ρατσιστικά και σεξιστικά στερεότυπα.

Άραγε με πόσα αποθέματα αφέλειας χρειάζεται να εξοπλιστεί κανείς προκειμένου να δεχτεί αναντίρρητα ότι, πράγματι, αρκεί ένα μακροσκελές road trip με συνοδηγό έναν εύπορο μαύρο μουσικό ώστε να γιατρευτεί η -καλά ριζωμένη στην ψυχή- αρρώστια του ρατσισμού; Για το «Green Book» μάλλον δεν υπάρχει κανένα δίλημμα. Η «βολική» στροφή 180 μοιρών και πλήρης εξιλέωση του Λιπ δεν αφήνει περιθώρια αυτοκριτικής, παρά μόνο χορηγεί υπεραπλουστευμένα άλλοθι. Είναι η αναμασημένη ιστορία του «λευκού σωτήρα», τον οποίο το Χόλιγουντ εντυπώνει εδώ και δεκαετίες μεθοδευμένα στη συνείδηση του κοινού του ως τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε αξιομνημόνευτης αφροαμερικανικής «κατάκτησης». Ή με άλλα λόγια, συνιστά το φιλικό χτύπημα στην πλάτη που περιμένουν διακαώς πολλοί από τους θεατές του συγκεκριμένου «crowd pleaser», το οποίο δεν έχει να δηλώσει τίποτα που να μην γνωρίζουμε ή που να μην έχουμε ήδη δει στη μεγάλη οθόνη.

Βαθμολογία: 2/5

2 σκέψεις σχετικά με το “Κριτική για το «Green Book»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s