Κριτική για το «The Ballad of Buster Scruggs»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Πέρσι το καλοκαίρι, όταν οι Τζόελ και Ίθαν Κοέν έθεταν επισήμως εαυτόν στη διάθεση του Netflix, το ρεπορτάζ που κάλυπτε την ηχηρή συνεργασία έκανε λόγο για την παρθενική τηλεοπτική σειρά του σκηνοθετικού διδύμου. Αργότερα, η φημολογία αυτή διαψεύστηκε, καθώς όπως αποδείχθηκε οι δημιουργοί είχαν μεν οραματιστεί μια συλλογή έξι ιστοριών από την Άγρια Δύση, με σκοπό όμως αυτές να αποτελέσουν υλικό για ταινία. Μετά από αρκετό καιρό αναμονής, «Η Μπαλάντα του Μπάστερ Σκράγκς» («The Ballad of Buster Scruggs») είναι πλέον διαθέσιμη μέσα από τη γνωστή διαδικτυακή πλατφόρμα, με το τελικό αποτέλεσμα να κρίνεται άκρως επιτυχημένο.

Κάθε κεφάλαιο της συγκεκριμένης γουέστερν ανθολογίας έχει να καταθέσει τον οβολό του για τον διαρκή αγώνα επιβίωσης στο βίαιο και σημαδεμένο από έντονες ζυμώσεις Φαρ Ουέστ. Δεν μένει όμως μόνο σε αυτό, καθώς οι ιστορίες έχουν τη δομή και τις στοχεύσεις μιας παραβολής. Εύθυμοι πιστολέρο, επίδοξοι ληστές τραπεζών, περιπλανώμενοι καλλιτέχνες, απροστάτευτες υπάρξεις, επίμονοι χρυσοθήρες, λοιποί τυχοδιώκτες και άλλοι ενδιαφέροντες χαρακτήρες παίρνουν ζωή μέσα από την επιδέξια γραφή και το άφθονο μαύρο χιούμορ-σήμα κατατεθέν των αδελφών Κοέν, μιλώντας για ωμές, διαχρονικές αλήθειες που δεν περιορίζονται στο αμερικανικό σύνορο. Όλοι τους κυνηγούν αδιάκοπα έναν στόχο, είτε αυτός είναι το χρήμα, η δόξα, η αποκατάσταση, ή όλα μαζί. Αρκετές φορές, η τραγική κατάληξη αποτελεί σχόλιο για τους ίδιους τους χαρακτήρες και τις συμπεριφορές τους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της νεαρής Άλις (Ζόι Καζάν), που δεν διαθέτει πυγμή και τελικά «καταδικάζεται» από τις φοβίες της, πάνω που η ζωή πήγαινε να πάρει θετική τροπή για εκείνη (σ.σ. θέση της γυναίκας – εξασφάλιση ανεξαρτησίας). Κάτι παραπλήσιο ισχύει και για τον δεινό σκοπευτή Μπάστερ Σκράγκς (Τιμ Μπλέικ Νέλσον), η άκρατη έπαρση του οποίου… επιφέρει τη νέμεση.

Στο κεφάλαιο «Meal Ticket», η ώθηση από συμφεροντολογικά ελατήρια γίνεται αφορμή για… βουτιά στον ανθρώπινο κυνισμό. Ο Χάρισον, ένας ηθοποιός χωρίς πόδια και χέρια εμφανίζεται στα σόου ενός πλανόδιου που λαμβάνουν χώρα σε κωμοπόλεις της Δύσης. Η αναλωσιμότητα του πρώτου και ο κυνισμός του εργοδότη δίνουν πάτημα ώστε να θιγούν σημερινά ζητήματα, όπως αυτό της αδηφάγου βιομηχανίας του θεάματος και των λειτουργιών της, οι οποίες περιλαμβάνουν ποιοτικές εκπτώσεις στον βωμό της εμπορικότητας (δηλαδή της απήχησης στις μάζες).

Το ύφος και η επιδέξια αφήγηση των Κοέν δίνει αέρα φρεσκάδας σε θέματα που το είδος του γουέστερν αρέσκεται να χρησιμοποιεί, περνώντας τον θεατή από απροσδόκητα «σοκ». Όσο για τον επίλογο, αυτός γράφεται ιδανικά μέσω μίας αλληγορικής ιστορίας: Μια άμαξα διασχίζει την έρημο, όσο εμείς αφηνόμαστε να γνωρίσουμε τους επιβάτες της. Ένα ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων, σε ένα σκοτεινά ατμοσφαιρικό πέρασμα στην αντίπερα όχθη…

Στο πλευρό των Κοέν βρίσκεται για άλλη μια φορά ένα ιδιαίτερα λαμπερό καστ, το οποίο περιλαμβάνει τους Λίαμ Νίσον, Μπρένταν Γκλίσον, Τομ Γουέιτς και Τζέιμς Φράνκο. Όπως βέβαια μπορεί να καταλάβει κανείς από τα παραπάνω ονόματα, εδώ έχουμε να κάνουμε αποκλειστικά με ιστορίες λευκών, με τους εκπροσώπους των άλλων φυλετικών ομάδων (μεταξύ αυτών και γηγενείς φυλές Ινδιάνων) να παρουσιάζονται εντελώς μονοδιάστατα. Αυτή είναι και η μοναδική πτυχή της ταινίας που αποσπά αρνητικά την προσοχή.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s