Κριτική για το «The Old Man & the Gun»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

* Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των 24ων Νυχτών Πρεμιέρας (Athens International Film Festival)

Τι πιο ταιριαστό για ένα φεστιβάλ από το να συνοδεύει την τελετή λήξης του με την προβολή του κινηματογραφικού «αντίο» του Ρόμπερτ Ρέντφορντ στην υποκριτική; Σίγουρα η συγκυρία για τις 24ες «Νύχτες Πρεμιέρας» ήταν ιδανική…

Ως «ύστατο χαίρε» (μέχρι αποδείξεως του εναντίου!) σε μια θρυλική καριέρα, το «The Old Man & the Gun» είναι ένα έργο ιδανικά προσαρμοσμένο στον παλμό της εκλεκτής φιλμογραφίας του Ρόμπερτ Ρέντφορντ («The Sting», «Three Days of the Condor»), αποδίδοντας τα δέοντα σε μια εικονική φιγούρα του αμερικανικού σινεμά. «Ο Κύριος & το Όπλο» βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Φόρεστ Τάκερ (Ρόμπερτ Ρέντφορντ), του ανθρώπου που κατάφερε να αποδράσει συνολικά 18 (!) φορές από σωφρονιστικά ιδρύματα στα οποία είχε βρεθεί έγκλειστος. Στον πυρήνα της, η ταινία αφηγείται το χρονικό της παράνομης δράσης του διάσημου ληστή τραπεζών, όταν πλέον εκείνος βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία. Το αξιοπερίεργο της υπόθεσης, πέρα από τις πολυάριθμες και… πολυμήχανες αποδράσεις του Φόρεστ, είναι ότι ο συγκεκριμένος κακοποιός συμπεριφέρεται σαν αληθινός τζέντλεμαν, προξενώντας την περιέργεια των οργάνων της τάξης και τη σαγήνη του απλού κόσμου.

Σε αυτή την ύστερη φάση του, ο γηραιός ληστής αναπτύσσει δύο καινούργιους δεσμούς συνεχούς αλληλεπίδρασης. Ο πρώτος είναι με τον Τζον Χαντ (Κέισι Άφλεκ), έναν 40άρη ντετέκτιβ ο οποίος βρίσκεται στο κατόπι του «κυρίου με το όπλο» και της συμμορίας του. «Μελετώντας» τον Φόρεστ το επί το έργον, ο Τζον γοητεύεται από την ευθυμία, την αφοσίωση, αλλά και τη σχολαστικότητα του ηλικιωμένου κακοποιού στη τήρηση των κανόνων ευγενείας. Ο δεύτερος δεσμός συνάπτεται με τη Τζούελ (Σίσι Σπέισεκ), μία άγνωστη γυναίκα που ο Φόρεστ συναντά τυχαία, κατά τη διάρκεια της διαφυγής του ύστερα από μία επιτυχημένη απόπειρα ληστείας. Η μεταξύ τους ερωτική έλξη αναδεικνύει την εξαίρετη χημεία Ρέντφορντ και Σπέισεκ, ενόσω η απόφαση του πρώτου να αποκρύψει το πραγματικό ποιόν του περιπλέκει την κατάσταση. Τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα προωθούν τη διάπλαση αυτών των δεσμών, στον βαθμό που το επιτρέπει η μικρή διάρκεια της ταινίας (σ.σ. 93 λεπτά).

Κριτική για το "The Old Man & the Gun"
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής των «Νυχτών Πρεμιέρας», Λουκάς Κατσίκας, προλογίζει την ταινία κατά την τελετή λήξης της διοργάνωσης στο θέατρο Παλλάς.

Το παλιομοδίτικο στυλ και το ανάλαφρο ύφος του «The Old Man & the Gun» συνιστούν σημαντική απόκλιση από ό,τι μας είχε δείξει ο σκηνοθέτης Ντέιβιντ Λόουερι στο στωικό «A Ghost Story», ένα κινηματογραφικό φιλοσόφημα τεράστιας δυναμικής που κυκλοφόρησε πέρσι αλλά δεν ήρθε ποτέ στις ελληνικές αίθουσες. Μοναδικός κοινός τόπος είναι οι χαμηλοί τόνοι, τηρουμένων πάντα των αναλογιών των διαφορετικών ειδών στα οποία υπάγονται οι ταινίες που συγκρίνουμε. Έτσι, στο επιδέξια μονταρισμένο πρώτο μέρος του έργου, παρατηρούμε ότι η δράση της τριμελούς συμμορίας των ηλικιωμένων ληστών παρουσιάζεται δίχως τις φανφάρες και τις περιττές φιοριτούρες που είθισται να συνοδεύουν το είδος των εμπορικών heist movies, ατόπημα που θα έβλαπτε ανεπανόρθωτα την εξιστόρηση και τις ερμηνείες.

Για τον πρωταγωνιστή, η ακατανίκητη γοητεία του ζην επικινδύνως είναι το «α και το ω». Το βασικό αυτό θέμα προσεγγίζεται συνειδητά με έναν αρκετά γλαφυρό τρόπο, επιλογή που έχει να κάνει περισσότερο με την ιδιόμορφη αντίληψη του ίδιου του Φόρεστ για το «επάγγελμά» του. Από τη δική του οπτική γωνία, δεν υπάρχει κανένας λόγος ώστε μία απόπειρα ληστείας να στιγματίσει -ως δυσάρεστη εμπειρία- κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη. Επιπλέον, εκεί που όλοι οι υπόλοιποι ληστές θα συμφωνούσαν ότι η σύλληψη είναι η πλέον απευκταία κατάληξη για τα σχέδιά τους, ο Φόρεστ αντιμετωπίζει το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύει εναντίον του η αστυνομία ως την κορύφωση ενός παιχνιδιού γεμάτου συγκινήσεις, ενώ είναι διατεθειμένος να αποδεχτεί με αρχοντιά ακόμα και την -προσωρινή- ήττα.

Όπως ακριβώς συμβαίνει με τον χαρακτήρα που υποδύεται, η πορεία του Ρέντφορντ στον δικό του χώρο φανερώνει έναν άνθρωπο που αγαπά την «τέχνη» του και υπηρετεί με ακάματη πίστη τα αντισυμβατικά πιστεύω του (σ.σ. γνωστός και για την ακτιβιστική του δράση), δίχως να κάμπτεται από πάσης φύσεως μόδες. Ίσως για αυτό η ιστορία του Φόρεστ είναι ένα τόσο ταιριαστό κύκνειο άσμα για τον Αμερικανό ηθοποιό: Επειδή κατά κάποιο τρόπο τον αντικατοπτρίζει. Σε αυτό τον ρόλο του ληστή τραπεζών και… καρδιών, ο Ρέντφορντ, ως αειθαλής σταρ του σινεμά, ξεδιπλώνει την ικανότητά του να μαγνητίζει τα βλέμματα, και ταυτόχρονα να εμπνέει σπάνια οικειότητα.

Αποκομμένη από το ευρύτερο πλαίσιό της, η ταινία σίγουρα χάνει μέρος της αίγλης της. Κάποιοι ίσως βρουν πάτημα ώστε να προβούν στον τραβηγμένο ισχυρισμό ότι εξιδανικεύει έναν εγκληματία. Ο Λόουερι σίγουρα δεν είχε κάτι τέτοιο στο μυαλό του όταν προσέδιδε λίγη παραπάνω αθωότητα παραμυθιού στην εκδοχή της πραγματικότητας που μας διηγείται. Επί της ουσίας, απώτερος στόχος είναι να αναδειχθούν για μία τελευταία (;) φορά τα χαρίσματα του απαστράπτοντα Ρέντφορντ. Επιπλέον, ακόμη κι αν τα μεγάλα ηθικά διλήμματα απουσιάζουν, το τίμημα που καλείται να πληρώσει ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας για την ακατανίκητη παρόρμησή του δεν είναι ελαφρύ. Κι αυτό, η ταινία φροντίζει να μας το υπενθυμίζει.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s