Κριτική για το «Mandy»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

* Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των 24ων Νυχτών Πρεμιέρας (Athens International Film Festival)

Η μεταμεσονύκτια απόλαυση του φετινού 24ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας» ήταν μία horror εμπειρία σουρεαλιστικής αισθητικής, που είναι προορισμένη να γίνει δεκτή μετά βαΐων και κλάδων στις τάξεις της cult λατρείας.

Το «Mandy» προβλήθηκε στο πλαίσιο του πολυαγαπημένου τμήματος του Φεστιβάλ #AfterHours

Τα γεγονότα της ταινίας λαμβάνουν χώρα στο έτος 1983, παρακολουθώντας τη ζωή ενός ζευγαριού που ζει απομονωμένο στην ορεινή αμερικανική ύπαιθρο. Όλα κυλούν ομαλά, ωσότου ο Ρεντ (Νίκολας Κέιτζ) και η Μάντι (Αντρέα Ραϊσμπορόου) γίνονται στόχοι μιας παραχριστιανικής σέχτας που εγκολπώνεται θέματα που παραπέμπουν σε σατανιστική λατρεία.

Συνδυάζοντας το μεταποκαλυπτικό με το νέο-νουάρ, το «Mandy» του ελληνικής καταγωγής σκηνοθέτη Πάνου Κοσμάτου διοχετεύει περίσσεια ενέργεια και… Κέιτζ παράνοια σε μια ιστορία μανιώδους εκδίκησης, βουτηγμένη σε αίμα και LSD. Συνοδεύεται δε, από τη μινιμαλιστική μουσική επένδυση του πρόωρα χαμένου συνθέτη Γιόχαν Γιόχανσον, στην οποία κυριαρχεί ο ήχος του συνθεσάιζερ.

Τα φυσικά χρώματα της ηρεμίας καταπνίγονται υπομονετικά από neon αποχρώσεις και προσμείξεις του κόκκινου και του μπλε, οι οποίες δημιουργούν μια παραισθησιογόνο επίγεια κόλαση. Το δεξιοτεχνικό μοντάζ παντρεύει τα στυλιζαρισμένα πλάνα, αξιοποιώντας τη γεωμετρία τους. Τα φίλτρα και τα οπτικά εφέ δημιουργούν έναν κόσμο horror ψυχεδέλειας, ειδωμένο μέσα από το παραμορφωτικό γυαλί των ψυχότροπων ουσιών, καθώς εμείς εισχωρούμε ολοένα και πιο βαθιά στο βάναυσο τελετουργικό αποκρυφιστικής λατρείας της συμμορίας μοτοσυκλετιστών.

Κριτική για το «Mandy»

Οι αιχμάλωτοι βιώνουν τις τραγικές συνέπειες της δράσης της αιμοδιψούς οργάνωσης. Ο φόβος μετατρέπεται σε οδύνη, και η απώλεια γίνεται προάγγελος ενός οργισμένου ξεσπάσματος, το οποίο ο Κέιτζ αποδίδει με μια ταιριαστή -κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του- ντελιριακή ερμηνεία. Το κάθε στάδιο της καταδίωξης που ξεκινά στο δεύτερο μέρος της ταινίας διατηρεί τη δική του ταυτότητα. Η οπτική εξιστόρηση να συνεχίζει την σταθερά υψηλή πτήση της μέσα σε πυκνό νέφος παραισθησιογόνων, εμπλουτισμένη με σποραδικές δόσεις χιούμορ cult διαμετρήματος.

Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για το σενάριο, καθώς όσο πλησιάζουμε προς το φινάλε διαπιστώνουμε ότι το σασπένς λάμπει διά της απουσίας του, ωστόσο η εικαστική δεξιοτεχνία του ταλαντούχου σκηνοθέτη μάς υποχρεώνει να κρατήσουμε τα μάτια μας κολλημένα στην οθόνη.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s