Ανασκόπηση: «Papillon» (1973)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Ο Χένρι, γνωστός κι ως «Πεταλούδας», είναι διαρρήκτης χρηματοκιβωτίων. Η μοίρα τού επιφυλάσσει ένα άσχημο παιχνίδι, όταν καταλήγει αδίκως σε ένα διαβόητο σωφρονιστικό ίδρυμα της Γαλλικής Γουιάνας, όπου είναι καταδικασμένος να εκτίσει ποινή ισόβιων δεσμών. Μέσα σε φρικτές συνθήκες εγκλεισμού, και υπό την άσβεστη φλόγα της ελπίδας για απόδραση, ανθίζει μια βαθιά φιλία με τον ιδιόρρυθμο συγκρατούμενό του, Λουί Ντεγκά.

Μία δεκαετία μετά τη «Μεγάλη Απόδραση» («The Great Escape», 1963), ο Στιβ ΜακΚουίν έρχεται να ερμηνεύσει τον ρόλο της ζωής του στο «Papillon» («Ο Πεταλούδας»), μια επική ταινία-ύμνο στην ανθρώπινη θέληση. Σκηνοθέτης του έργου είναι ο -βραβευμένος με Όσκαρ- Φράνκλιν Τζ. Σάφνερ (Patton, 1970), ενώ η σεναριακή διασκευή του αυτοβιογραφικού χρονικού του Ανρί Σαριέρ ανήκει στον θρυλικό Ντάλτον Τράμπο, έναν από τους γνωστότερους εξοστρακισμένους του Χόλιγουντ την προγενέστερη περίοδο του «μακαρθισμού».

Ο «Πεταλούδας» Στιβ ΜακΚουίν μάς συστήνεται με τη γνωστή ακτινοβολούσα παρουσία του ηθοποιού, μόνο για να τσαλακωθεί τόσο, κατά τη διάρκεια έκτισης της παραμονής του στις φυλακές της «Νήσου του Διαβόλου», για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, ώστε να υποχρεώσει τους πάντες να υποκλιθούν σε μια ιδιοφυή ερμηνεία. Πολλοί παράγοντες συντελούν στο να αποτυπωθεί στο ακέραιο η σωματική καταπόνηση από τα χρόνια στερήσεων, βασανισμού και απομόνωσης, όμως ο ΜακΚουίν επιτυγχάνει να μην εκτρέπεται η προσοχή από την ψυχική δοκιμασία του ήρωά του. Οι σιωπηλές στιγμές στο ανήλιαγο κελί της απομόνωσης και οι εσωτερικές μάχες του κεντρικού ήρωα είναι καταδικασμένες να μην ξεθωριάσουν ποτέ και να διατηρήσουν εξέχουσα θέση στην κινηματογραφική ανθολογία.

Ωστόσο, οι κατά διαστήματα σπασμωδικές προσπάθειες του σκηνοθέτη Φράνκλιν Σάφνερ να αποφορτίσει τη διαμορφωθείσα βαριά ατμόσφαιρα, βλάπτουν κάπως τη συνοχή του έργου. Τα φλύαρα κομμάτια δεν λειτουργούν ποτέ με την ίδια αμεσότητα και ειλικρινή ευθύτητα, αν και για αυτό ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό η αρτιότητα της απόδοσης των στιγμών όπου οι ήρωες φτάνουν στα όριά τους. Ασφαλώς πρόκειται για μια άνιση σύγκριση, στην οποία όμως μας ωθούν ορισμένες απότομες εναλλαγές στο ύφος της ταινίας. Όσο για τα εντυπωσιακά πανοραμικά πλάνα, αυτά ίσως δεν αποτελούν πάντα την ενδεδειγμένη λύση, δίνουν όμως λεπτομερή υπόσταση στον κόσμο που καλούνται να ζήσουν οι κεντρικοί ήρωες.

Ο Ντάστιν Χόφμαν αξίζει και αυτός αναφοράς στον ρόλο του έτερου κατάδικου, ο οποίος αν και εντελώς άλλης πάστας χαρακτήρας, χτίζει έναν πολύ ισχυρό δεσμό φιλίας με τον «Πεταλούδα» κατά το πέρασμα των χρόνων. Εντούτοις, κάποιες από τις επιλογές ερμηνείας του σπουδαίου ηθοποιού θα μπορούσαν να ιδωθούν και ως απέλπιδες προσπάθειες ώστε να αποσπάσει το μερίδιο αναγνώρισης που του αναλογούσε. Με λίγα λόγια, δεν εντάσσονται στο γενικό κάδρο με απόλυτη φυσικότητα.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα έπος επιβίωσης, μια ταινία που έχει επηρεάσει μεταγενέστερες παραγωγές, όμως σίγουρα διαθέτει και πληθώρα ενοχλητικών αστοχιών. Ως αντίβαρο σε αυτές λειτουργεί το ρεσιτάλ ηθοποιίας του ΜακΚουίν, με αποκορύφωμα τις σκηνές όπου ο χαρακτήρας του κρατείται στην απομόνωση. Σε τελική ανάλυση, ο «Πεταλούδας» του σε υποχρεώνει να πιστέψεις ότι είναι ένας ήρωας ταγμένος στο να μην επιτρέψει σε κανέναν να υποτάξει την ψυχή του και να αφαιμάξει το νόημα από τη ζωή του.

*Αυτή την περίοδο η ταινία επανακυκλοφορεί σε επιλεγμένες ελληνικές αίθουσες.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s