Κριτική για το «Do It Yourself»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Την Τετάρτη που μας πέρασε είχα την τύχη και τη χαρά να παρευρεθώ στην avant- premiere του ντεμπούτου του Δημήτρη Τσιλιφώνη στις ταινίες μεγάλου μήκους. Όταν κατέφτασα στο παραένα και κάθιδρη για να προλάβω την έναρξη, συνειδητοποίησα ότι ούτε κάποιο trailer είχα δει, ούτε ήξερα κάτι σχετικό με την ταινία, παρά μόνο ότι θα έπαιζαν ο Ασπιώτης, ο Παπαδημητρίου και ο Λούλης – η αφρόκρεμα του σύγχρονου ελληνικού ερμηνευτικού δυναμικού, οπότε λέω, οκ για να δούμε τι ενδιαφέρον έχουμε να δούμε.

Μετά το πέρας της ταινίας οι όποιες μου αναστολές για τις προερχόμενες από Έλληνες συντελεστές παραγωγές είχαν καμφθεί. Όχι τόσο επειδή ήταν κάποιο κινηματογραφικό αριστούργημα που δεν είχαν ματαξαναδεί τα ματάκια μου, αλλά περισσότερο γιατί πιστεύω ότι ο συνομήλικος μου σκηνοθέτης επέτυχε να επαναπροσδιορίσει το τι σημαίνει διασκέδαση στο μεγάλο ελληνικό πανί. Τι θέλω να πω; Κατάφερε, αφενός, να αποσυνδέσει το «Ποιοτικό» από το επιτηδευμένα βαθυστόχαστο content και την ακατανόητη κουλτούρα που μας σερβίρουν συχνά-πυκνά τόσο δεινόσαυροι του είδους όσο και φιλόδοξοι νέοι κινηματογραφιστές∙ αφετέρου, αφαίρεσε από τη συνάρτηση του «εύπεπτου και του διασκεδαστικού» την προχειρότητα και την εύκολη σαχλαμάρα. Ουσιαστικά, έδωσε λύση στο ψευτο-δίλημμα  έντεχνο ή εμπορικό; (Λες και το Χαμόγελο της Τζοκόντα του Χατζιδάκι δεν είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους εμπορικά δίσκους).

Και τώρα στο δια ταύτα. Το «Do It Yourself» είναι μια γρήγορη action movie- μαύρη κωμωδία που καυτηριάζει την επικαιρότητα του κυβερνοχώρου, στα χρόνια που διακυβεύεται ο πληροφοριακός αυτοκαθορισμός, όπου η μάστιγα των Fake news με πηχυαίους τίτλους κατακλύζουν καθημερινά το news feed μας από τις τακτικές για λίγα ψωρο-clik μέχρι την πολιτική και ανερμάτιστη σκανδαλολογία. Ο πρωταγωνιστής, Άλκης Βιδάλης, (Κων/νος Ασπιώτης) είναι ένας μικροαπατεώνας που έχει συμφωνήσει να γυρίσει ένα viral βίντεο, με το οποίο θα αθωώνεται ένας διεφθαρμένος επιχειρηματίας και πρώην συγκρατούμενός του (Χρήστος Λούλης). Κατά τη διαδικασία των γυρισμάτων αυτού του βίντεο συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι του τελευταίου (Μάκης Παπαδημητρίου, Μυρτώ Αλικάκη) έχουν αποφασίσει να τον ξεκάνουν και έτσι ξεκινά να ξεμπλέκεται το πλάνο δράσης και διαφυγής του.

Τα εργαλεία που επέλεξε ο Τσιλιφώνης είναι ποικίλα. Αρχής γενομένης με την αφήγηση, η οποία είτε υπό τη μορφή της αεικίνητης κάμερας κινείται πάντα και παντού, καλύπτοντας κάθε χώρο (ακόμα και κάτω από το αναπηρικό καροτσάκι που βρίσκεται κρυμμένο ένα όπλο), δίνοντας την αίσθηση του αντικειμενικού αφηγητή-παντογνώστη, είτε υπό τη μορφή του voice over, μέσω του οποίου αποκαλύπτονται τα μύχια του πρωταγωνιστή στον θεατή, δίνοντας την υποκειμενική ματιά  πρωταγωνιστή και δημιουργού. Η γραμμικότητα της αφήγησης διακόπτεται από τμηματικά flash back, ρίχνοντας φως σε ένα επιπλέον πεδίο της δράσης. Αυτά τα τεχνάσματα με διάφορα άλλα τρικς, όπως μάσκες και templates, ξεγελούν έξυπνα το θεατή και μεταφέρουν τις σκηνές από το εσωτερικό των εννέα ορόφων του ιστορικού κτιρίου Δοξιάδη στο Κολωνάκι στα εξωτερικά πλάνα στην Πεντέλη. Άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία είναι ο εμπλουτισμός της αφήγησης με σινεφίλ (Reservoir Dogs, The Sopranos, κλπ) και geeky αναφορές, με αποκορύφωμα αυτού την τελευταία σκηνή με το cameo του Mikeius. Επίσης, ξεχώρισα το υπέροχο καδράρισμα της φωτογραφίας και τη μουσική (Χρήστος Χριστοδούλου), στοιχεία τα οποία μαζί με τις καλές ερμηνείες- για μένα προσωπικά συνιστούν την πεμπτουσία ενός κινηματογραφικού πονήματος. Ως αδυναμίες θα μπορούσαν να σημειωθούν οι μερικές αμήχανες στιγμές εκμαίευσης χιούμορ που ενδεχομένως κάποιος που δεν μιλάει την ίδια «γλώσσα» τού είναι αδύνατον αντιληφθεί, πράγμα πολύ σύνηθες στο stand-up (εκεί ακριβώς δηλαδή που κρύβεται και η επιτυχία του).

Ηθικό δίδαγμα; Ο πρωταγωνιστής σε ρόλο αντι-ήρωα προσπαθεί να διαφύγει παρά τις αντίθετες πιθανότητες. Στην εποχή του Ίντερνετ μπορείς να κάνεις οτιδήποτε και να είσαι ο οποιοσδήποτε. Δεν χρειάζονται μεταφυσικές οντότητες με υπερδυνάμεις για να σωθείς ούτε βιονικές ικανότητες για να ξεφύγεις από μια δύσκολη και δυσάρεστη κατάσταση και τελικά να τη γλιτώσεις. Όπλο σου είναι το ανοιχτό μυαλό σου στην εποχή της πληροφόρησης, της υπερπληροφόρησης και της παραπληροφόρησης. Η κριτική σου ικανότητα να διαχειρίζεσαι το πλήθος πληροφοριών που υπάρχουν εκεί έξω. Δεν υπάρχει «Δεν ξέρω», υπάρχει «Δεν γκούγκλαρα».

* Δείτε τη βαθμολογία για την ταινία μετά το ρεπορτάζ για το Q&A με τον σκηνοθέτη.

. . . . . . . . . . .

Q&A με τον Δημήτρη Τσιλιφώνη

Μετά το φινάλε της ταινίας, ο Δημήτρης Τσιλιφώνης, αυτοπροσώπως, τέθηκε στη διάθεση των θεατών. Ο σκηνοθέτης αποκάλυψε ότι η ιδέα που τον κινητοποίησε κ τον απασχόλησε περισσότερο είναι, αφενός, η κατάρριψη ηρωικής πράξης, όντας ο προσωπικός σου ήρωας, και αφετέρου πως η τεχνολογία μπορεί να φανεί ο σύμμαχός σου, να γίνει το μέσο, όχι μόνο να μιλήσεις για ο, τι σε αφορά και θεωρείς σημαντικό και να σε ακούσει ο κόσμος, αλλά πραγματικά να κάνεις τη διαφορά.

Η επιλογή του Mikeius κινήθηκε στα ίδια πλαίσια, υπό την έννοια ότι ένας απλός άνθρωπος ένας random youtuber μπορεί να κάνει τη διαφορά και να ξεσκεπάσει την αλήθεια. Εντούτοις, διευκρινίζει ότι πέραν αυτού, επέλεξε τον Mikeius, διότι τον θεωρεί ως τον πιο επιτυχημένο Έλληνα content creator που προσπαθεί να μιλήσει σε μία νέα γενιά. Αυτό ακριβώς είναι που θέλει να επιτύχει και ο ίδιος με την ταινία του ∙να μιλήσει με αναφορές σε πράγματα που βλέπουμε καθημερινά στα social media και τις δημοφιλείς πλατφόρμες.

Αναφορικά με την πραγματοποίηση αυτής της ταινίας στέκεται παραπάνω cool, humble και συνειδητοποιημένος για το νεαρό της ηλικίας του. Ίσως είναι και αυτό το μυστικό της επιτυχίας του και απαντά στο γιατί κατόρθωσε να βλέπει σήμερα την ταινία του στις αίθουσες και όχι στην οθόνη του υπολογιστή του. Πιο συγκεκριμένα, παρά το traction που είχε αποκτήσει η πλοκή, με το πέρασμα στη 2η φάση του Sundance Screenwriters lab, και την αρχική ιδέα να φέρει τον τίτλο «Modus operandi», η οποία ήταν μεγαλύτερη ταινία, εκτυλισσόταν σε 2-3 χρόνια, υπήρχαν πολλές σκηνές, με πολλούς χαρακτήρες, πολλά location, με το κόστος παραγωγής να υπερβαίνει κατά πολύ το 1 εκατομμύριο, συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν improducable και ήταν πολύ δύσκολο να το πιστέψει και να το χρηματοδοτήσει κανείς. Έτσι, μετά από πολλά χι και κλειστές πόρτες για πολλά χρόνια, το γαμώτο του των ώθησε να φέρει τη δράση σε ένα location με νυχτερινά κατά κύριο λόγο πλάνα- ούτως ώστε οι ηθοποιοί να μη χρειάζεται να εγκαταλείψουν τις θεατρικές παραστάσεις ή τα τηλεοπτικά τους γυρίσματα.

Τι κατάφερε ο ευφυέστατος κι πολυμήχανος δημιουργός με αυτόν τον τρόπο?  Να κρατήσει αυτό που τον ενδιέφερε πραγματικά να βγει προς τα έξω, να μειώσει τη high budget φιοριτούρα που έκανε την υλοποίηση του σχεδίου του μη πρακτική, και μετά από 20 μέρες βραδινών γυρισμάτων στην Αθήνα, να έχει πάρει αυτό το εξαιρετικής ποιότητας αποτέλεσμα με σάρκα και οστά.

Στην ερώτηση αν υπήρξε κάποια επέμβαση στο έργο του, απαντά ότι δεν υπήρχε παρά μόνο υπό μορφήν suggestion να σπάσει το manly kind cast του και να προσθέσει έναν γυναικείο χαρακτήρα.

Κατά μείζονα λόγο, αυτό που αποτέλεσε το leap για να γίνει πραγματικότητα το όνειρό του δεν ήταν ότι οι παραγωγοί κατάλαβαν επακριβώς την ιδέα του ή πίστεψαν ολόψυχα σε αυτήν, αλλά είδαν ότι έχει ένα συγκεκριμένο όραμα, ότι δεν παίρνω πολύ σοβαρά τον εαυτό μου, δεν πάει να το παίξει κάτι παραπάνω από αυτό που είναι ούτε και κάτι λιγότερο.

Ηθικό δίδαγμα από Δημήτρη Τσιλιφώνη;

Don’t stick to the plan, adjust it.

και

Less is more

(ο, τι ακριβώς δεν έκανα εγώ σε αυτό το δημοσίευμα!!)

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s