Κριτική για το «Call Me by Your Name»

Από τη Βίβιαν Μελικόκη

Η πρώτη μου επαφή με τον Λούκα Γκουαντανίνο έγινε το καλοκαίρι του 2016 στην ταράτσα του ΒΟΞ, όταν είχα πάει να δω με την αδερφή μου το Α Bigger Splash (Κάτω από τον ήλιο). Πρωταγωνιστές πέρα από το καλοκαίρι και τις μεσογειακές ομορφιές του μικρού ιταλικού νησιού, Pantelleria, ήταν η γνωστή μούσα του σκηνοθέτη, Τίλντα Σουίντον (I am Love), ο εξαίρετος Ρέιφ Φάινς, καθώς και η ερμηνευτικά οριακά καλύτερη της Κρίστεν Στιούαρτ, Ντακότα Τζόνσον. Η υπόθεση του «Α Bigger Splash» αρχίζει και ανεβάζει στροφές, όταν τις διακοπές ανάρρωσης της παγκοσμίου φήμης τραγουδίστριας (Σουίντον) έρχεται να αναταράξει η απρόσμενη άφιξη του μάνατζερ και παλαιού της συντρόφου (Φάινς) και της έφηβης κόρης του (Τζόνσον). Ερωτικά τρίγωνα και τετράγωνα σχηματίζονται, δίνοντας έμφαση στην κρίση μέσης ηλικίας που βιώνουν οι ήρωες, οι οποίοι απέλπιδα προσπαθούν αναζωπυρώσουν μέσω του εγωισμού στάχτες από συναισθήματα και απωθημένα του πάλαι ποτέ ένδοξου παρελθόντος.

Στον αντίποδα αυτού, βρίσκεται το τρίτο μέρος της “Desire” τριλογίας του σκηνοθέτη, το «Call Me by Your Name» («Να με Φωνάζεις με τ’ Όνομά σου»), μετά το βισκοντικό «I am Love» (στο οποίο υπάρχει κατ’ εμέ μια από τις πιο αριστοτεχνικά δοσμένες αισθησιακές σκηνές, όπου άνθρωποι και φύση οργιάζουν μαζί και παράλληλα, όλοι μέρος μιας μεγαλύτερης ενότητας και ολότητας) και το προαναφερθέν «Α Bigger Splash».

Το «Call Me by Your Name» είναι μια ωδή στη νεανικότητα, τον αισθησιασμό, τους καλοκαιρινούς κεραυνοβόλους έρωτες, εκεί που η φρεσκάδα και η δροσιά της ήβης έρχονται σε αντίθεση με τις θερμοκρασίες που εκλύονται εντός (a.k.a. ερωτική έξαψη) και εκτός, ωθώντας τα κορμιά να κυκλοφορούν ημίγυμνα, σχεδόν ευάλωτα και προκλητικά στη θέα-βορά κάθε βλέμματος. Καθώς, όπως έλεγε και ο Εμπειρίκος, «Όποια κ αν είναι η εποχή, ο πόθος είναι πάντα θέρος».

Μεταγραφές του Μπαχ, νουβέλες του 16ου αιώνα, αγάλματα ελληνορωμαϊκής αισθητικής, αλλά και η disco με τις cult χορευτικές φιγούρες των ‘80s (ένα κλείσιμο του ματιού στα νεανικά χρόνια του Γκουαντανίνο;), είναι τα σημεία εκείνα που φέρνουν κοντά τον 17χρονο Έλιο (Τιμοτέ Σαλαμέ) και τον 24χρονο υποψήφιο διδάκτορα Όλιβερ (Άρμι Χάμερ), ο οποίος –συνειρμικά– σαν άλλος Πυγμαλίωνας υποδεικνύει με διακριτικότητα το μονοπάτι του έρωτα.

Γυρισμένο μέσα σε 6 εβδομάδες, με τις ομαλές εναλλαγές τριών γλωσσικών ιδιωμάτων (αγγλικά-γαλλικά-ιταλικά) και με όχημα τα μονοπλάνα μιας κάμερας και το φιλμ των 35-mm, o Γκουαντανίνο καταφέρνει να μας μεταφέρει στις αχανείς πεδιάδες της βορειοϊταλικής υπαίθρου, όπου είναι αδύνατον να μην δεις ερωτικά κάθε τι που αντικρίζεις –ακόμα κ αν αυτό είναι ένα ροδάκινο. Χαρακτηριστικά ο Πέδρο Αλμοδόβαρ έχει σχολιάσει «Όλα είναι όμορφα, γοητευτικά και επιθυμητά σε αυτή την ταινία. Τα αγόρια, τα κορίτσια, τα πρωινά, τα φρούτα, τα τσιγάρα, οι στέρνες, τα ποδήλατα, οι χοροί στη φύση, η δεκαετία του ’80, οι αμφιβολίες και η πίστη των πρωταγωνιστών,η ειλικρίνεια των χαρακτήρων, η σχέση με τους γονείς τους. Απολαύστε την αφοσίωση των δημιουργών Αντρέ Ασιμάν (σ.σ. η ταινία είναι βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του), του Τζέιμς Άιβορι (σ.σ. έγραψε το σενάριο) και του Λούκα Γκουαντανίνο στο πάθος των αισθήσεων, απολαύστε το φως της Βόρειας Ιταλίας και κυρίως τον Τιμοτέ Σαλαμέ, την μεγάλη αποκάλυψη της χρονιάς».

Προσωπικά, δε θα σταθώ στους πολιτικούς και θρησκευτικούς (σ.σ. οι πρωταγωνιστές είναι Εβραίοι) υπαινιγμούς του σκηνοθέτη, τους οποίους υπολαμβάνω ως ήσσονος σημασίας, τηρουμένων των αναλογιών. Δεν θα μείνω ούτε στο όμοιο φύλο των ερωμένων προσώπων∙ άλλωστε και ο ίδιος ο νεαρός πρωταγωνιστής δεν βρίσκεται σε αμηχανία με τη σεξουαλικότητά του και διεκδικεί θαρραλέα το αντικείμενο του πόθου του. Η έλλειψη αμηχανίας βρίσκεται και στην αντιμετώπιση των ίδιων των γονέων, οι οποίοι μπροστά στο ειδυλλιακό αυτό ρομάντζο δεν εξανίστανται αλλά ίσα-ίσα το ενθαρρύνουν.

Εκεί, όμως, που κάθε θεατής οφείλει να εμμείνει είναι στη μία από τις σπουδαιότερες σεκάνς, που δεν είναι άλλη από τον μονόλογο του πατέρα (Μάικλ Στούλμπαργκ) προς το γιο, ο οποίος είναι αδιανόητος ακόμα και για τα δεδομένα του σήμερα –πολλώ δε μάλλον του 1983, όπου εκτυλίσσεται η ταινία. Πρόκειται για μια υπόκλιση μπροστά στον Έρωτα, τον οποίο αν είμαστε τυχεροί και περάσει από το μονοπάτι μας, το μόνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να σκύψουμε με κλιτότητα και σεβασμό μπροστά του και να αφεθούμε στη ροή του, πέρα και πάνω από κάθε όριο. Η συγκίνηση που αναδίδει ο εν λόγω μονόλογος επιτελεί λειτουργία εν είδει κάθαρσης και ενδεχομένως, να είναι και μία επιστολή προς όλους τους εφήβους –και μη–, οι οποίοι από το φόβο να μην πληγωθούν, δεν γεύονται τις λυτρωτικές εμπειρίες του σμιξίματος με τον «Άλλον», όποιος κι αν είναι αυτός.

Για να μιλήσουμε τώρα και με αριθμούς, το «Call Me by Your Name» έχει καταγράψει περισσότερες από 187 υποψηφιότητες και ήδη 48 νίκες από Ενώσεις Κριτικών, Σωματεία επαγγελματιών της κινηματογραφικής βιομηχανίας, Χρυσές Σφαίρες και με το βλέμμα στα Όσκαρ στις κατηγορίες καλύτερης ταινίας, διασκευασμένου σεναρίου (Τζέιμς Άιβορι), πρωτότυπου τραγουδιού με το ονειρικό «Mystery of Love» δια χειρός Σούφιαν Στίβενς, και Α’ Αντρικού ρόλου, με τον Τιμοτέ Σαλαμέ (ο οποίος συμμετείχε και στη βραβευθείσα με δύο Χρυσές Σφαίρες, «Lady Bird», της ταλαντούχας Γκρέτα Γκέργουικ) να κοντράρει στα ίσια τον Γκάρι Όλντμαν του «Darkest Hour» («Η Πιο Σκοτεινή Ώρα») και τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις του εξαιρετικού «Phantom Thread» («Αόρατη Κλωστή»).

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s