Κριτική για το «I, Tonya»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στη σχετικά σύντομη σταδιοδρομία της -από τα τέλη των 80s έως τις αρχές των 90s-, η Τόνια Χάρντινγκ αποτέλεσε μια πρωταθλήτρια που πρόλαβε να σημαδέψει ανεξίτηλα τον χάρτη του καλλιτεχνικού πατινάζ, αν και τελικά έμεινε στην ιστορία κυρίως για εξωαγωνιστικούς λόγους. Προικισμένη με τεράστια προσόντα, έγινε σε νεαρή ηλικία η πρώτη Αμερικανίδα αθλήτρια -και δεύτερη στον κόσμο- που κατόρθωσε να πετύχει το τριπλό άξελ, ενώ οι εξαιρετικές επιδόσεις της τής χάρισαν τη συμμετοχή σε δύο Ολυμπιάδες. Όλα αυτά, μέχρις ότου οι σοκαριστικές αποκαλύψεις περί ανάμειξής της στο συμβάν του επί πληρωμή ξυλοδαρμού της συναθλήτριάς της, Νάνσι Κέριγκαν, σήμαναν τον ισόβιο αποκλεισμό της από το άθλημα.

Η ταπεινή καταγωγή, το ρέντνεκ υπόβαθρο και ο τοξικός περίγυρος της Χάρντινγκ εκτρέφουν μια προσωπικότητα εμφανώς ασύμβατη με το αριστοκρατικών καταβολών σπορ. Ο Αυστραλός σκηνοθέτης Κρεγκ Γκιλέσπι εστιάζει σε αυτά με τρόπο που ξεστρατίζει από την ακαδημαϊκή οδό, θέτοντας τις βάσεις για μια σκοτεινά κωμική βιογραφική ταινία. Το έργο του διαθέτει αστείρευτη ενέργεια και μπόλικο θράσος, στα πρότυπα μιας πρωταγωνιστικής φιγούρας η οποία υπερέβη το ίδιο της το άθλημα. Χωρίς να αποτελούν την επιτομή της πρωτοτυπίας, αυτές οι επιλογές ύφους για το «I, Tonya» («Εγώ, Η Τόνια») κρίνονται ολότελα ενδεδειγμένες.

Πραγματευόμενη μία από τις αθλήτριες που έχουν καταδικαστεί στις συνειδήσεις της αμερικανικής κοινωνίας, η μαύρη αυτή κωμωδία καταφέρνει να την «αθωώσει» σε αυτές. Ως βασικό άλλοθι, επικαλείται την ενδοοικογενειακή βία, που οριοθέτησε με βάναυσο τρόπο τη ζωή της. Έχοντας βιώσει την εγκατάλειψη από τον πατέρα της, ο οποίος φρόντισε από νωρίς να αποδημήσει εις άλλες πολιτείες, όλο το βάρος της ανατροφής της Τόνια πέφτει στο πλέον ακατάλληλο άτομο. Η Άλισον Τζάνεϊ ερμηνεύει άψογα τη σαδίστρια μητέρα, Λαβόνα Φέι Γκόλντεν, η οποία έχει μια εντελώς διαστρεβλωμένη αντίληψη περί των γονεϊκών της καθηκόντων και σίγουρα είναι ένα πρόσωπο στο οποίο δεν υπάρχει διάθεση να δοθούν ελαφρυντικά. Η Τζάνεϊ φροντίζει να κάνει αυτό τον κοινωνιοπαθή χαρακτήρα τρομακτικά πιστευτό. Από την άλλη, η Μάργκοτ Ρόμπι ερμηνεύει με μαεστρία την αποστερημένη από αθωότητα αντιηρωίδα (σ.σ. αναγκάστηκε να σταματήσει μέχρι και το σχολείο προκειμένου να αφιερωθεί στο άθλημα), η οποία ουσιαστικά έχει μεγαλώσει σαν αγρίμι και ως τέτοιο βγάζει απειλητικά τα νύχια της στην κοινωνία που την περιβάλλει. Οι τραυματικές εμπειρίες θεμελιώνουν ένα άτομο με συσσωρευμένη οργή, εκρηκτικό ταπεραμέντο, διογκωμένη ανασφάλεια και αυτοκαταστροφικές τάσεις, το οποίο αναπτύσσει μια «παθητική εξάρτηση» από τις κακοποιητικές συμπεριφορές, και -όπως βλέπουμε ξεκάθαρα παρατηρώντας τη σχέση της με τον βίαιο σύζυγό της, Τζεφ (Σεμπάστιαν Σταν)- μένει αγκιστρωμένο σε πρόσωπα που τις εκτονώνουν πάνω της.

Δίνοντας το ελεύθερο σε έτερες δυνάμεις να παρεμβαίνουν και να καθορίζουν με αυθαίρετες πρωτοβουλίες τη ζωή της (σ.σ. όπως συνέβη και με τον φερόμενο ως ενορχηστρωτή του σχεδίου ενάντια στη Νάνσι Κέριγκαν), η Τόνια επιτρέπει στο αλισβερίσι βίας να πάρει ανεξέλεγκτες προεκτάσεις, γεγονός που τελικά σηματοδοτεί την εκκωφαντική «πτώση» της. Η σκηνή κατά τη διάρκεια του μακιγιάζ, όπου βλέπουμε την Τόνια να «λυγίζει» μην μπορώντας να διαχειριστεί τα όσα της συμβαίνουν, προτού ανασυνταχθεί και προβάρει ένα ψεύτικο χαμόγελο για το κοινό που την περιμένει έξω, είναι μια από τις καλύτερες στιγμές στην καριέρα της ηθοποιού.

Αυτό που η ταινία μας βοηθά να δούμε, είναι μια κοπέλα που, από την οικογενειακή εστία μέχρι τις πίστες, βρισκόταν σε αέναη πάλη για την επιβίωσή της. Εξαιτίας του «background» της, θεωρούνταν εκ προοιμίου ξένο σώμα στις τάξεις ενός αθλήματος που διέπεται από αυστηρούς κανόνες ευπρέπειας και στηρίζεται στο φαίνεσθαι. Ένα «κακό» παιδί που δεν θα μπορούσε να παίξει ποτέ με τους κανόνες του παιχνιδιού, και που το σύστημα δεν θα απέρριπτε ολοκληρωτικά προτού αφαιμάξει και την παραμικρή στάλα εμπορικής προοπτικής από το όνομά του (βλ. ενασχόληση με επαγγελματική πυγμαχία). Σίγουρα, η ταινία δεν αποσκοπεί στο να την απαλλάξει από τις δικές της βαρύτατες ευθύνες (σ.σ. μεταξύ αυτών και η παρακώλυση των ερευνών της αστυνομίας). Όμως, ακόμα και αν στην πραγματικότητα ο ρόλος της στην επίθεση κατά της συναθλήτριάς της ήταν πιο ενεργός, αυτό δεν θα σήμαινε ότι η Τόνια ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό πιόνι των καταστάσεων, όντας γαλουχημένη με τη βία σε ένα εντελώς ακατάλληλο περιβάλλον.

Με το επιδέξιο μοντάζ να υπαγορεύει τον στιβαρό ρυθμό, η ταινία παίζει ως χιουμοριστικό ντοκου-δράμα, μπολιασμένη με ειρωνεία και κυνισμό. Βέβαια οι ομοιότητες με πρόσφατα αυθάδη δείγματα του χολιγουντιανού σινεμά φωνάζουν εκ του μακρόθεν, αφού το «I, Tonya» να αντλεί έμπνευση από έκδηλες πηγές. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι το προ διετίας «The Big Short» («Το Μεγάλο Σορτάρισμα»), μια θαρραλέα κινηματογραφική καταγραφή της νοοτροπίας που οδήγησε στη φούσκα της αγοράς ακινήτων, με περίτεχνο σενάριο, χιουμοριστικό, πνευματώδη σχολιασμό και επισταμένη εστίαση στη ρίζα του φαινομένου, που δεν φοβάται να διαλέξει πλευρές. Ακόμα περισσότερους τέτοιους συνειρμούς προάγει ο τρόπος με τον οποίο η ταινία συνθλίβει τον τέταρτο τοίχο, προκειμένου να υπερτονίσει τις αντικρουόμενες εκδοχές των γεγονότων. Αυτό συμβαίνει κατά την αναβίωση των συνεντεύξεων-ντοκουμέντων που είχαν δοθεί από τους πραγματικούς πρωταγωνιστές της ιστορίας, απηχώντας σε μεγάλο βαθμό τα λόγια της Τόνια: «Ο καθένας έχει τη δική του αλήθεια».

Η ταινία δεν διεξάγει κάποιου είδους δίκη, και οι αντικρουόμενες μαρτυρίες μάς δίνουν μία πρόγευση για το ότι δεν πρόκειται να μάθουμε τι πραγματικά συνέβη στη συγκεκριμένη υπόθεση. Εξάλλου, η ετυμηγορία για την Τόνια είχε βγει πολύ πριν από το συμβάν της επίθεσης, όταν η κοπέλα είχε ήδη αντιμετωπιστεί ως «ένοχη» από τον χώρο του καλλιτεχνικού πατινάζ, ερχόμενη αντιμέτωπη με την προκατάληψη και τις κλειστές πόρτες. Η διαφορετικότητά της αρκούσε προκειμένου να έχει μια τέτοια μεταχείριση.

Μέχρι και την τελευταία στροφή, το σενάριο του Στίβεν Ρότζερς (“P.S. I Love You”) καταφέρνει να ενσωματώνει νέα επιχειρήματα στην «υπερασπιστική» γραμμή της ηρωίδας. Αυτή τη φορά, τεκμήριο αθωότητας για την Τόνια γίνεται η Αμερική του «fast food». Αυτή τη νοοτροπία της «ευκολίας», με την οποία το σύστημα σερβίρει με το κουτάλι στη μάζα τους υπεραπλουστευμένους ήρωες που έχει ανάγκη να λατρέψει και τα μαύρα πρόβατα που έχει διψά να «κατακρεουργήσει». Το προφίλ της Τόνια ταιριάζει μόνο στη δεύτερη κατηγορία. Όσο για τη Νάνσι Κέριγκαν, που υπονοείται ότι πληρούσε τα στάνταρ ώστε να αναχθεί σε καμάρι των ΗΠΑ, εκείνη παραμένει στο σκοτάδι καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, δίχως να παρουσιάζεται η δική της σκοπιά. Άλλωστε, αυτό που ζητά το «I, Tonya» από το κοινό είναι να αφουγκρασθεί την «αμαρτωλή» πρωταγωνίστριά του, έστω και πολλά χρόνια μετά. Επί της ουσίας, να της δώσει την πρώτη πραγματική ευκαιρία.

Προσφέροντας, λοιπόν, την οπτική γωνία που αποδίδει για πρώτη φορά στην Τόνια Χάρντινγκ τον ρόλο του θύματος και όχι του θύτη, το μονοπάτι του «I, Tonya» δεν ακολουθεί την πεπατημένη των κινηματογραφικών βιογραφιών του μέσου όρου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το -έντονα επηρεασμένο από παραπλήσια έγχειρήματα- ύφος της ταινίας διακρίνεται από γενναία δημιουργικές τάσεις πειραματισμού. Αρκεί, όμως, που στην πορεία του δρόμου ο θεατής βρίσκει τις ευκαιρίες ώστε να κατανοήσει σε βάθος και να συμπάσχει με έναν από τους εκπεσόντες του αμερικανικού ονείρου, ώστε η κινηματογραφική αυτή εμπειρία να έχει υπολογίσιμη αξία.

Βαθμολογία: 3/5

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s