Κριτική για το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Έχοντας ήδη πραγματοποιήσει ένα απότομο υπερατλαντικό ταξίδι από τη γραφική βελγική Μπριζ («In Bruges», 2008) στο πολυσύχναστο Λος Άτζελες («Seven Psychopaths», 2012), φέτος η φιλμογραφία του Βρετανού σκηνοθέτη Μάρτιν ΜακΝτόνα μας ταξιδεύει στον αγροτικό Αμερικανικό Νότο. Μια μικρή, συντηρητική κωμόπολη του Μιζούρι, που πρόσφατα είχε συνταραχθεί από ένα στυγερό σεξουαλικό έγκλημα, μοιάζει να έχει ξαναβρεί τους ρυθμούς της. Βλέποντας τις έρευνες για τον εντοπισμό του δράστη να έχουν βρεθεί σε τέλμα, η απελπισμένη μητέρα του θύματος αποφασίζει να εκμεταλλευθεί τον διαφημιστικό χώρο τριών υπαίθριων πινακίδων που βρίσκονται κατά μήκος ενός ξεχασμένου επαρχιακού δρόμου κοντά στο σπίτι της. Όχι όμως για εμπορικούς σκοπούς, αλλά ως επίσημο βήμα προκειμένου να εκφράσει την αμφισβήτησή της προς το έργο των αρχών, φέρνοντας ξανά την υπόθεση στην επικαιρότητα.

Μέσω των διαφημιστικών πινακίδων, η Μίλντρεντ Χέιζ (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ) υπενθυμίζει το περιστατικό του βιασμού και της δολοφονίας της κόρης της, Άντζελα (Κάθριν Νιούτον), απευθύνοντας ένα βιτριολικό ερώτημα προς τον τοπικό σερίφη, Μπιλ Γουίλομπι (Γούντι Χάρελσον): «Καμία σύλληψη ακόμη; Πώς και έτσι, αστυνόμε Γουίλομπι;». Παρ’ όλα αυτά, η κλειστή κοινωνία της μικρής πόλης εναντιώνεται στην στοχοποίηση του ευυπόληπτου σερίφη, ο οποίος είναι κοινό μυστικό ότι πάσχει από μία ανίατη μορφή καρκίνου.

Στη θεωρία, ο ΜακΝτόνα βάζει τις βάσεις για χαρακτήρες που δεν εκφράζουν απόλυτα ούτε το άσπρο ούτε το μαύρο. Ακόμα και ο ρατσιστής αστυνόμος Τζέισον Ντίξον (Σαμ Ρόκγουελ), ο οποίος είναι ο πρώτος που αντιδρά στην ενέργεια της Μίλντρεντ και σπεύδει να την «εκτροχιάσει» με αθέμιτα μέσα, στην πραγματικότητα είναι μία αδύναμη προσωπικότητα που έχει γαλουχηθεί έτσι ώστε να λειτουργεί ως πειθήνιο όργανο. Ο ζυγός των συναισθημάτων προς τον ευεπηρέαστο και ετερόφωτο Ντίξον, ο οποίος πασχίζει να αποσπάσει ένα ξεροκόμματο αναγνώρισης από την επικριτική μητέρα του και τους ανωτέρους του στη δουλειά, ισορροπεί όταν εκείνος επιτέλους λαμβάνει τη σωστή καθοδήγηση (μήπως όμως αυτό θα έπρεπε να έχει συμβεί από νωρίτερα;).

Η πεισματάρα, μα κατά βάθος ευαίσθητη Μίλντρεντ, έχοντας περιμαζέψει τα κομμάτια της, αναζητά εναγωνίως απόδοση δικαιοσύνης. Είναι ένα άτομο που εμφανίζεται άκαμπτο ως προς τις διεκδικήσεις του, για τις οποίες έχει την απαίτηση να ικανοποιηθούν με οποιοδήποτε μέσο. Αυτή η άκρως διεκδικητική στάση τη βοηθά να κρατά θαμμένες στο υποσυνείδητο τις τύψεις για τις δικές της ευθύνες (σ.σ. γίνεται αναφορά σε ένα σκηνικό ενδοοικογενειακών εντάσεων), όμως έχει αντίκτυπο στον παραμελημένο γιο της Ρόμπι (Λούκας Χέτζις) και τον οξύθυμο πρώην σύζυγό της, Τσάρλι (Τζον Χοκς). Η ικανότατη Φράνσις ΜακΝτόρμαντ ενσαρκώνει με δυναμισμό, τόλμη και αθυροστομία μια ηρωίδα που αποτελεί ένα κράμα διαύγειας και… παραφροσύνης. Μπροστά στην απουσία επίγειας -αλλά και θειας- δίκης, μια γυναίκα με τις δικές της παραστάσεις δεν έχει τίποτα πια να χάσει, τίποτα να φοβηθεί, και ελάχιστα να περιμένει. Αλλά επιμένει.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι για τις μάζες των θεατών της ταινίας του ΜακΝτόνα, η ανεξιχνίαστη υπόθεση του βιασμού και της άγριας δολοφονίας αποτελεί ένα ευαίσθητο θέμα που ερεθίζει αυτομάτως το θυμικό. Ένα τέτοιο θέμα σχεδόν εκβιάζει, παρά κερδίζει επάξια την εύνοια του κοινού. Καθώς, λοιπόν, η ταύτιση των μαζών με τη δράση της κεντρικής ηρωίδας θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, ο σκηνοθέτης έχει την ευχέρεια να χειραγωγεί με μεγαλύτερη άνεση τα συναισθήματα.

Ευτυχώς όμως, ο ΜακΝτόνα δεν είναι διατεθειμένος να δώσει εύκολες απαντήσεις. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η προσέγγιση του τελευταίου πάνω στο δύσβατο και περίπλοκο μονοπάτι που οδηγεί στη δικαιοσύνη: Η απουσία ειλικρινούς πρόθεσης συνεργασίας μεταξύ των αστυνομικών διευθύνσεων είναι μια δεδομένη κατάσταση (σ.σ. παίρνουμε μια μικρή γεύση από το «Zodiac» του Ντέιβιντ Φίντσερ), η οποία προϋποθέτει το αίσθημα του καθήκοντος να μπαίνει σε καλούπια. Αυτά τα καλούπια ορίζονται επακριβώς από τις ζώνες δικαιοδοσίας της εκάστοτε υπηρεσίας επιβολής της τάξης. Κοιτώντας στα μάτια την Αμερική της βίας (που ξεκινάει από το σπίτι και εξαπλώνεται σαν μεταδιδόμενη ασθένεια στους δρόμους) και της ατιμωρησίας, ο ΜακΝτόνα -προς τιμήν του- πετάει το μπαλάκι στον θεατή. Δικαιολογείται η θυσία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον βωμό της καταστολής της εγκληματικότητας και της διαλεύκανσης των ειδεχθέστερων εγκλημάτων; Εκεί έξω, υπάρχουν πολλές Μίλντρεντ που θα καλωσόριζαν την άρση της ιδιωτικότητας, υπό τη μορφή της ασφυκτικής αστυνόμευσης, του πολλαπλασιασμού των συσκευών οπτικοακουστικής παρακολούθησης στους δρόμους, αλλά και της καθιέρωσης πρακτικών όπως η «προληπτική κράτηση», η υποχρεωτική λήψη δείγματος DNA και οι βίαιες ανακριτικές μέθοδοι. Όμως νοείται ένα κράτος δικαίου -που μεταξύ άλλων έχει ως βασική αρχή ότι όλοι είναι αθώοι μέχρι αποδείξεως του εναντίου- να προβαίνει σε τέτοιες παραχωρήσεις στο όνομα της διαφύλαξης της ασφάλειας των πολιτών;

Μπροστά στο αδιέξοδο του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, βλέπουμε να βγαίνει ωσάν άσσος μέσα από το μανίκι των πρωταγωνιστών το χαρτί της αυτοδικίας. Η ειρωνεία, όμως, είναι ότι αφότου η λύση αυτή καταστεί μονόδρομος προκειμένου να επέλθει μια μορφή δικαίωσης, κανείς τους πια δεν είναι βέβαιος για το αν η ουσιαστική απάντηση κρύβεται στη βία, το μίσος και τις εκδικητικές τάσεις. Γιατί, κοιτώντας για πρώτη φορά πίσω στα πεπραγμένα τους με καθαρό μυαλό, οι ήρωες συνειδητοποιούν ότι τίποτα καλό δεν βγήκε από τη συγκεκριμένη στάση. Μάλιστα νιώθουν τόσο εξουθενωμένοι από τη συνεχή προσφυγή σε τέτοιες λύσεις, που πλέον το ταξίδι μεσούσης του οποίου μας αποχαιρετούν, έχει πέρα για πέρα αβέβαιη έκβαση. Χειροκρότημα;

Ναι μεν, αλλά…

Παρότι στα χαρτιά όλες οι παραπάνω ιδέες φαντάζουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες, στην πράξη παρακολουθούμε ένα άνισο έργο που υποφέρει από χτυπητές αδυναμίες. Ο ιρλανδικής καταγωγής σκηνοθέτης μεταφέρει με τη δέουσα σαφήνεια όλα τα φλέγοντα διλήμματα στη μεγάλη οθόνη, αλλά το κάνει με τόσο ζήλο που τελικά χάνει την αίσθηση του μέτρου και αγκαλιάζει τη σεναριακή υπερβολή. Το πεσιμιστικά ρεαλιστικό ύφος, σε συνδυασμό με το μαύρο χιούμορ, παραπέμπει σε αδελφούς Κοέν και «No Country for Old Men» («Καμιά Πατρίδα για τους Μελλοθάνατους», 2007), παρουσιάζοντας με κυνικό τρόπο τη βίαια αμερικανική καθημερινότητα. Σε αντιδιαστολή όμως με τις λιτές, δωρικές ερμηνείες και την υποβόσκουσα ειρωνεία που είχαμε στην ταινία εκείνη, εδώ σε πρώτο πλάνο μπαίνουν ορισμένοι εκκεντρικοί, αναληθοφανείς κι ενίοτε κωμικοί χαρακτήρες που ωθούν το στοιχείο του σαρκαρμού στην επιφάνεια. Η παρουσία του αξιοπρεπή, μετρημένου και συμπονετικού Γουίλομπι είναι εντελώς ασύμβατη με το αστυνομικό τμήμα που διοικεί, το οποίο φημίζεται για τις πρακτικές βιαιότητας των αστυνομικών του εις βάρος των Αφροαμερικανών. Όσο για τον Ντίξον, σε αρκετά σημεία η παιδικότητα και η αφέλεια που αποπνέει  αγγίζουν τα όρια του γελοίου, και ο καρικατουρίστικος χαρακτήρας του μοιάζει βγαλμένος από διαφορετική ταινία. Συνεπώς, είναι δύσκολο να γίνουν αποδεκτές οι αρετές που φανερώνει στη συνέχεια, όταν μετατρέπεται σε οξυδερκή ερευνητή (SPOILER ALERT! βλ. απόπειρα συλλογής DNA από τον φερόμενο δράστη). Εξίσου -αν όχι περισσότερο- ενοχλητικό είναι και το πέρασμα της Άμπι Κόρνις ως συζύγου του σερίφη, αν και για αυτό ευθύνεται αποκλειστικά η κακή ηθοποιία της Αυστραλέζας.

Το σενάριο είναι κατά περιόδους άτσαλα επεξηγηματικό (αχρείαστη η επιτηδευμένη αναφορά στην πιθανότητα βιασμού κατά τη στιχομυθία μητέρας-κόρης), ενώ τροφοδοτείται συνεχώς από ακραίες συμπτώσεις (χαρακτηριστικό παράδειγμα η τυχαία συνάντηση «δράστη» – αστυνομικού, η οποία έχει προοικονομηθεί αυτολεξεί). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, παρότι ο ΜακΝτόνα θέλει να σχολιάσει μια πραγματικότητα υιοθετώντας κυνικά απαισιόδοξο τόνο, την ίδια στιγμή εμμένει στο να αγνοεί τις επιπτώσεις ορισμένων σοβαρότατων παραπτωμάτων που διαπράττουν οι ήρωές του (π.χ. οι υποψίες για τον εμπρησμό του αστυνομικού τμήματος συνωστίζονται σε ένα συγκεκριμένο άτομο, το οποίο «τυγχάνει» να βρίσκεται στο σημείο που εκτυλίσσεται το όλο σκηνικό, έχοντας μάλιστα εμμέσως προαναγγείλει την προσφυγή του σε μια τέτοια ενέργεια· παρ’ όλα αυτά, αρκεί ένα αρκετά φθηνό άλλοθι για να γλιτώσει), και ενίοτε τους βάζει να ενεργούν κατά παράδοξο τρόπο. SPOILER ALERT! Για παράδειγμα, όταν η Μίλντρεντ διαπιστώνει ότι η καλή της φίλη συνελήφθη και πρόκειται να παραμείνει έγκλειστη εξαιτίας των πινακίδων, δεν αμφιταλαντεύεται στιγμή για το αν θα πρέπει να τις κατεβάσει. Επίσης, όταν ο Ντίξον μαθαίνει για την αυτοκτονία του Γουίλομπι (σ.σ. απόφαση που ουδεμία σχέση έχει με τις επικριτικές αναφορές προς το πρόσωπό του), επιτίθεται με πρωτοφανές μένος και περίσσεια απερισκεψία στον άνθρωπο που απλά έδωσε την άδεια για τις πινακίδες, αλλά ουδόλως ασχολείται με την «εγκέφαλο» Μίλντρεντ. Και το πιο εξωφρενικό από όλα; Τη γλιτώνει αρκετά «φθηνά» (όπως σχεδόν οι πάντες σε αυτή την ταινία) και στο τέλος αποσπά άκοπα τη συγχώρεση από το θύμα του.

Κάποιες άλλες φορές, τα λάθη στη λεπτομέρεια ηχούν εξίσου δυσάρεστα (εκτός αν κάποιος φοράει τα ακουστικά του Ντίξον, που είναι ικανά να καλύψουν ακόμη και τον ήχο μιας… βόμβας μολότοφ). Σε μια σκηνή, βλέπουμε την οδηγό Μίλντρεντ να επιτίθεται φραστικά σε μια δημοσιογράφο κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ της για τις πινακίδες -μπροστά στην κάμερα. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η πρώτη θα μπορούσε να έχει ακούσει επακριβώς -μέσα από το αυτοκίνητό της- τα λόγια της ρεπόρτερ, η αντίδραση της δεύτερης να διακόψει τη λήψη, είναι άλλη μια ακατανόητη απόφαση. Ποιος δημοσιογράφος θα έλεγε «όχι» σε ένα τέτοιο λαβράκι;

Φυσικά, όλες οι παραπάνω επισημάνσεις δεν σημαίνουν ότι η παραγωγή δεν διαθέτει αδιαμφισβήτητες αρετές. Το «Three Billboards Outside Ebbing, Missouri» («Οι Τρεις Πινακίδες Έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι») είναι πράγματι μία ταινία με σημαίνοντες προβληματισμούς, έξυπνους διαλόγους, ελκυστικά πλάνα και ωραία μουσικά θέματα, η οποία αποσπά μια αξιοπρεπέστατη πρωταγωνιστική ερμηνεία από την επιδέξια ΜακΝτόρμαντ. Αρκούν όμως αυτά; Η απάντηση είναι αρνητική, κυρίως διότι οι τονικές κυκλοθυμίες και οι συναριακές υπερβολές του έργου ακολουθούν ανεξέλεγκτη πορεία, οδηγώντας σε ένα εξαιρετικά άνισο αποτέλεσμα. Δυστυχώς, το φιλόδοξο αυτό εγχείρημα πάσχει από σοβαρές σεναριακές ασθένειες, σε βαθμό που μας κάνει να απορούμε πώς είναι δυνατόν να βρίσκεται μία ανάσα μακριά από τον θρίαμβο στη φετινή κούρσα για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας.

Βαθμολογία: 2/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s