Κριτική για το «The Florida Project»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

* Η ταινία προβλήθηκε στο φεστιβάλ των 23ων Νυχτών Πρεμιέρας (Athens International Film Festival)

Η παιδική ξεγνοιασιά και η κυνικότητα της ενήλικης πραγματικότητας ξεδιπλώνονται σε παράλληλες γραμμές. Η indie ελπίδα του αμερικανικού σινεμά, Σον Μπέικερ, επιστρέφει μετά την επιτυχία του -γυρισμένου αποκλειστικά με iPhone- «Tangerine» (2015), για να πραγματοποιήσει το αποφασιστικότερο άλμα της καριέρας του. Το «The Florida Project», μια ταινία με τρυφερή, ευαίσθητη και συνάμα οδυνηρά ρεαλιστική ματιά, είναι το εισιτήριο που θα τον φέρει δικαιωματικά στο κόκκινο χαλί των επερχόμενων Όσκαρ.

Tο έργο πραγματεύεται τις καλοκαιρινές περιπέτειες ενός εξάχρονου κοριτσιού, που ζει μαζί την 22χρονη άνεργη μητέρα της, Χέιλι (Μπρία Βινάιτ) στο δωμάτιο ενός φθηνού μοτέλ, κοντά στο θεματικό πάρκο της Disneyworld. Στη σκιά του παραμυθένιου και λαμπερού κόσμου της Disney, βρίσκεται ο τόπος προσωρινής κατοικίας φτωχών ανθρώπων και οικογενειών, που δεν μπορούν να αγγίξουν την απαστράπτουσα, μα τεχνητή μαγεία του. Ο φακός ακολουθεί την εξάχρονη Μούνι (Μπρούκλιν Πρινς), μαζί με τους δύο συνομήλικους φίλους της, στο ανέμελο κυνήγι της σκανταλιάς, υπό την εποπτεία του μάνατζερ του ξενοδοχείου -και ανθρώπου για όλες τις δουλειές-, Μπόμπι (Γουίλεμ Νταφόε).

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης έχει την ικανότητα να βρίσκει διαμάντια μέσα σε έναν βούρκο, και να αναδεικνύει την ωραιότητά τους. Το διαπιστώνουμε όταν η άτακτη παρέα των μικρών παιδιών επισκέπτεται κάποια εγκαταλειμμένα οικοδομικά τετράγωνα της υποβαθμισμένης περιοχής, με σκοπό να τιμωρήσει την «ασχήμια» τους διά του… βανδαλισμού. Έρημα, πνιγμένα στη βλάστηση κτήρια, στέκουν επιβλητικά με τα ποικίλα κι έντονα χρώματά τους. Η περιπλάνηση των λιλιπούτειων επισκεπτών μπροστά από τέτοια μεγάλα οικοδομήματα προσφέρει μια όμορφη αντίθεση μεγεθών. Αυτά τα απείρου κάλλους γενικά πλάνα του κινηματογραφιστή Αλέξις Ζάμπε, γυρισμένα σε 35mm φιλμ, «εδραιώνουν» τον συσχετισμό μεταξύ των μικρών ηρώων της ιστορίας και του περιβάλλοντα χώρου. Το παραπάνω παράδειγμα δίνει μόνο μια πρόγευση του τι καταφέρνει ο Μπέικερ καδράροντας τα κτίσματα των γειτονιών του Ορλάντο, που ορθώνονται ως γίγαντες μπροστά στη μικροσκοπική παρέα, η οποία μοιάζει με «κουκκίδα» μπροστά τους.

Ακόμα και τα στοιχεία που εκ πρώτης όψεως μπορεί κάποιος να θεωρήσει αρνητικά, έχουν έναν βαθύτερο λόγο ύπαρξης. Επαναλαμβανόμενες σκηνές ρουτίνας, όπως αυτές της Μούνι στο μπάνιο, δεν γεμίζουν απλά τον κινηματογραφικό χρόνο, αλλά έχουν έναν βαθύτερο λόγο ύπαρξης και εξυπηρετούν στο έπακρο το προσεγμένο αφηγηματικό σχέδιο του Μπέικερ. Σε ανύποπτο χρόνο, μας οδηγούν σε απογυμνωμένες από οποιαδήποτε ωραιοποίηση πραγματικότητες. Άλλωστε, η ευτυχία της Disneyworld δεν είναι η μοναδική που προσφέρεται επί χρήμασι. Οι πληρωμένες απολαύσεις δεν γνωρίζουν σύνορα, παρά μόνο διαβαθμίσεις, αφού άλλοτε είναι αθώες και άλλοτε… ενήλικες.

Ο Μπέικερ, που στα καστ του είθισται να χρησιμοποιεί ένα κράμα ερασιτεχνών (ή πρωτοεμφανιζόμενων, όπως προτιμά να τους αποκαλεί ο σκηνοθέτης) και πεπειραμένων επαγγελματιών, αποσπά μια εξαιρετική ερμηνεία από την μικρή του σταρ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυθορμητισμός και μπρίο συνωστίζονται σε μια παιδική ερμηνεία σπανιότατης γνησιότητας, η οποία φτάνει να είναι μέχρι και σπαρακτική. Δίπλα της, μια νεαρή μάνα που βαδίζει με αδέξια ανεμελιά, δίχως καμία απολύτως συναίσθηση των ευθυνών της, σε ένα μονοπάτι που καθίσταται επικίνδυνα δύσβατο. Κι από κοντά, ένας «πατέρας» που έχει απολέσει τα σημεία επαφής με τον γιο του. Έτσι, εκτονώνει συγκρατημένα -αλλά για εκείνον λυτρωτικά- τη στοργή του στις ανθίζουσες μικρές ψυχές που πλημμυρίζουν με την παρουσία τους τον χώρο. Ερμηνεύοντας μετρημένα, ο Γουίλεμ Νταφόε αποπνέει μια τόσο αμήχανη γλυκύτητα που σε κάνει να νιώθεις τη ζεστασιά ζεστασιά του χαρακτήρα του, όντας άλλοτε ο φύλακας άγγελος, και άλλοτε ο δίκαιος, πλην όμως συμπονετικός κριτής, σε αυτό το ενήλικο παραμύθι.

Υπό το νατουραλιστικό πρίσμα του ανερχόμενου σκηνοθέτη, η «βιτρίνα» της επιβλητικής Disneyworld ρίχνει τη σκιά της σε μια δυσάρεστη αλήθεια. Οι υποσχέσεις της «βιτρίνας» αυτής, παραπέμπουν στη «χώρα της ευκαιρίας». Κρυμμένοι κάτω από το χαλί των υποσχέσεων, άνθρωποι εγκλωβισμένοι στο περιθώριό, με οριοθετημένη μοίρα. Στην τελευταία σκηνή της ταινίας, ο τρόπος κινηματογράφησης αλλάζει απρόσμενα, επιστρέφοντας στο στυλ του «Tangerine», και ολοκληρώνοντας με μια γλυκόπικρη νότα «διεξόδου» το ταξίδι της μικρής.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s