Κριτική για το «Star Wars: The Last Jedi»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Τζ. Τζ. Άμπραμς για το δεύτερο μέρος της σίκουελ τριλογίας του «Star Wars», ο Ράιαν Τζόνσον («Looper», 2012) φέρει -και με το παραπάνω- εις πέρας την αποστολή του, προσφέροντάς μας απλόχερα ότι μάς στέρησε το αμέσως προηγούμενο. Το «Star Wars: The Last Jedi» είναι μια ταινία γεμάτη συγκινήσεις, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις καταφέρνει να σπάζει τα δεσμά ενός franchise που έμοιαζε να έχει εξαντλήσει προ πολλού την πρωτοτυπία του, και τελικά πετυχαίνει να είναι μία από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης επιστρατεύει περισσότερη φαντασία, εξυπνότερο χιούμορ, ενώ παράλληλα προσδίδει μεγαλύτερο εύρος στους χαρακτήρες, βγάζοντας ωσάν άσσο από το μανίκι του έναν από εκείνους της original τριλογίας.

Πριν δύο χρόνια, στο «Star Wars: The Force Awakens» το συγγραφικό τρίο των Τζ. Τζ. Άμπραμς, Λόρενς Κάσνταν (σεναριογράφος των Επεισοδίων V και VI) και Μάικλ Αρντ είχε βαλθεί να μας καταδείξει ότι η ζωή στον πολύ πολύ μακρινό γαλαξία βαδίζει σε κύκλους, στα χνάρια της ιστορίας. Το πρόβλημα είναι ότι το έπραξε με ελάχιστα εμπνευσμένο τρόπο, μιας και σχεδόν ολόκληρο το σεναριακό οικοδόμημα αποτέλεσε κατάφωρη ανακύκλωση του περιεχομένου της πρώτης ταινίας της original τριλογίας («Star Wars Episode IV: A New Hope», 1977). Στην αφετηρία του «The Force Awakens» συναντάμε ένα διαφυγόν σφαιροειδές ντρόιντ (σαν νέα εκδοχή του R2-D2), με απόρρητες πληροφορίες προς παράδοση στην ηγεσία των επαναστατών. Καθώς το μικρό ρομπότ γίνεται στόχος περιπλανώμενων ρακοσυλλεκτών και άλλων επιτήδειων που επιχειρούν να το αιχμαλωτίσουν με σκοπό το κέρδος, το σενάριο συνεχίζει να ξεπατικώνει το «Επεισόδιο IV». Στη συνέχεια της ταινίας, το προσκήνιο καταλαμβάνεται από το όπλο μαζικής καταστροφής της σκοτεινής πλευράς (ένα νέο Άστρο του Θανάτου), χωρίς φυσικά να λείπει η επίδειξη της καταστροφικής του ισχύος (στον βωμό βρίσκεται ένας νέος πλανήτης «Άλντεραν»). Και πάλι, το κλειδί της σωτηρίας για τους απειλούμενους με αφανισμό επαναστάτες κρύβεται στα τρωτά σημεία του πανίσχυρου όπλου. Στο ίδιο απελπιστικά προβλέψιμο μοτίβο κινούνται οι ρόλοι των χαρακτήρων και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους, χωρίς να λείπουν οι οικογενειακοί δεσμοί-«έκπληξη». Το χειρότερο από όλα είναι ότι αυτό το σκάρφισμα, στο οποίο η πλοκή μένει προβλέψιμα πιστή μέχρι το φινάλε, δεν προσδίδει στην ταινία τίποτα παραπάνω από μια δοκιμασμένη συνταγή που της εξασφαλίζει απήχηση στο μαζικό κοινό. Με λίγα λόγια, είναι η πιο ασφαλής επιλογή.

Έχοντας αναφέρει τα παραπάνω, το «The Force Awakens» μας αποχαιρετά αφήνοντας ερωτηματικά για το τι μέλλει γενέσθαι με τις προθέσεις του αινιγματικού Λουκ Σκαϊγουώκερ (Μαρκ Χάμιλ), κατά τη συνάντησή του με τη νεαρή ελπίδα της Αντίστασης, Ρέι (Ντέιζι Ρίντλεϊ). Το «The Last Jedi» ξεκινά με τη μεγάλη προσμονή της επερχόμενης αποκάλυψης. Άλλωστε, τη στιγμή που το Πρώτο Τάγμα εμφανίζεται έτοιμο να συντρίψει οριστικά τη Δημοκρατία, η συνδρομή του θρυλικού Τζεντάι στη μάχη ενάντια στο κακό, φαντάζει επιβεβλημένη. Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, καθώς υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους ο εσωστρεφής Λουκ έχει αυτοεξοριστεί στο νησί του υδάτινου πλανήτη «Ahch-To».

Χωρίς να προβούμε σε περαιτέρω αποκαλύψεις, αξίζει να ειπωθεί ότι αρκετά στοιχεία για τον Λουκ παραμένουν διφορούμενα καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Αυτή η μετέωρη κατάσταση επιτρέπει στον Μαρκ Χάμιλ να ξεδιπλώσει το ταλέντο του προκειμένου να αναδείξει την εσωτερική σύγκρουση και τον αποπροσανατολισμό, που μετουσιώνονται σε έναν βαθιά ανθρώπινο, τραγικό ήρωα (το ξεθώριασμα των διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στο καλό και το κακό, το οποίο συναντάμε σε αρκετούς χαρακτήρες της ταινίας, βοηθάει πολύ προς αυτή την κατεύθυνση). Ο εξαιρετικός Χάμιλ αποτυπώνει ένα πολύ μεγάλο εύρος συναισθημάτων, που εκτείνονται από την απόμακρη ψυχρότητα και την απόγνωση, μέχρι την ευσπλαχνία και την αυταπάρνηση, απογειώνοντας τη γερασμένη, και λιγότερο λαμπερή εκδοχή του ονομαστού Τζεντάι. Με την κάθε ικμάδα των ερμηνευτικών του δυνάμεων, ο ηθοποιός μεταδίδει στο μυαλό και την ψυχή του θεατή τη σύγχυση ενός κάποτε ατρόμητου και δοξασμένου πολεμιστή που πλέον βιώνει τη συντριβή των κόπων του· ενός δασκάλου που φέρει το στίγμα της αποτυχίας και σηκώνει το δυσβάσταχτο βάρος του τιμήματος των πράξεών του (LIGHT SPOILERS! Η αποδοχή και η αξιοποίηση των στοιχείων που καθιστούν τον Λουκ ανθρώπινο είναι ο καταλύτης για την «ολοκλήρωσή» του). Η δράση και τα κίνητρά του, μάλιστα, χαρίζουν στην πλοκή μερικές από τις πιο απρόβλεπτες τροπές της, η οποία περιλαμβάνει την αλά «Rashômon» («Ρασομόν», 1950) διήγηση των γεγονότων που οδήγησαν στο αιματηρό περιστατικό που σημάδεψε τον ίδιο· από διαφορετικές, δηλαδή, οπτικές γωνίες. Η επιρροή του έργου Ακίρα Κουροσάβα είναι ευεργετική, καθώς η άπταιστη εκτέλεση της ιδέας προσφέρει μεγάλη ένταση και σασπένς, εκτρέφοντας την αμφιβολία.

Ας μην ξεγελιόμαστε, λοιπόν: Ο διαφοροποιημένος ρόλος του Λουκ είναι εκείνος που προσδίδει στην ταινία την πραγματική της δυναμική. Είναι ξεκάθαρο ότι το «The Last Jedi» διαθέτει έναν εμβληματικό χαρακτήρα που δικαιώνει το έργο, σε αντίθεση με τον ρόλο μέντορα που είχε ο Χαν Σόλο (Χάρισον Φορντ) στο «The Force Awakens», και ο οποίος δεν είχε διαπλασθεί με εφάμιλλο ρίσκο.

kritiki-gia-to-star-wars-the-last-jedi-2

Η Ρέι, έχοντας προηγουμένως ορθώσει επιτυχώς το ανάστημά της στον διαβόητο Κάιλο Ρεν, παραμένει στο επίκεντρο και της νέας περιπέτειας. Αλλά και ο αγώνας ενάντια στον μαυροντυμένο μαχητή της Σκοτεινής Πλευράς (σ.σ. ένας αμείλικτος και συνάμα ευάλωτος Άνταμ Ντράιβερ είναι ο έτερος διακριθέντας του καστ) συνεχίζει να μαίνεται σε πνευματικό επίπεδο. Πέρα από την αλληλεπίδραση της νεαράς με τον Λουκ Σκαϊγουώκερ και τον Κάιλο Ρεν, η παράλληλη πλοκή ακολουθεί τον δρόμο της παράταξης των επαναστατών της Αντίστασης, οι οποίοι βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο, όντας σε δεινή θέση έναντι του Πρώτου Τάγματος και του Ανώτατου Ηγέτη, Σνόουκ (Άντι Σέρκις). Παρομοίως και εκεί, η νέα γενιά μπλέκεται με την παλιά· από τη μία έχουμε τον ατρόμητο πιλότο Πο (Όσκαρ Άιζακ), που με τις ηρωικές, πλην όμως αυθαίρετες πρωτοβουλίες του έρχεται σε κόντρα με τη στρατηγό Λέια Οργκάνα (ήρεμη δύναμη η Κάρι Φίσερ, με βλέμμα που αποπνέει σοφία και ωριμότητα) και την αντιναύαρχο Άμιλιν Χόλντο, οι οποίες προκρίνουν μια εντελώς διαφορετική στρατηγική. Από την άλλη, το δίδυμο του πρώην Στόρμτρούπερ Φιν (Τζον Μπογιέκα) και της πρωτοεμφανιζόμενης στη σειρά Ρόουζ (Κέλλυ Μαρί Τραν), η οποία εκτελεί εργασίες συντηρήτριας, συμπράττει σε μια ριψοκίνδυνη αποστολή προκειμένου ο στόλος των επαναστατών να διαφύγει του Πρώτου Τάγματος.

Όταν τα συναισθήματα που κυριεύουν τους χαρακτήρες και αλλοιώνουν το κριτήριό τους τόσο ώστε να τους εξωθούν σε απονενοημένα διαβήματα, η ταινία δεν είναι διατεθειμένη να τους επιβραβεύσει. Σε ορισμένα από τα παθήματα των ηρώων της φωτεινής πλευράς, το πείσμα και η ξεροκεφαλιά μπορούν εύκολα να καμουφλαριστούν σε αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια. Δίχως, λοιπόν, να υπακούει στις χολιγουντιανές φόρμες που ενδίδουν στην απλόχερη αναγνώριση των παράτολμων εγχειρημάτων των… αουτσάιντερ, ο αστάθμητος παράγοντας της έκπληξης είναι πάντα σε θέση να δώσει απρόσμενη τροπή στην περιπέτεια, ενώ το ενδιαφέρον ανανεώνουν ευπρόσδεκτα ορισμένοι καλοδουλεμένοι υποστηρικτικοί χαρακτήρες που αφήνουν το αποτύπωμά τους, με αποκορύφωμα τον «DJ» (Μπενίσιο ντελ Τόρο), έναν πανούργο κομπιναδόρο του υποκόσμου ο οποίος διαθέτει πλουσιότερο υπόβαθρο από ό,τι φανταζόμαστε. Κάτι παρόμοιο ισχύει και για την έπαρση της σκοτεινής πλευράς (βλ. Σνόουκ), ένα τρωτό σημείο που αξιοποιείται περίτεχνα από τον σκηνοθέτη. Τα παραπάνω στοιχεία προσδίδουν επιπλέον πόντους υποβλητικότητας στην κινηματογραφική εμπειρία του «The Last Jedi».

Το χιούμορ είναι ένα από τα μεγάλα ατού της ταινίας, αφού διακρίνεται από οξυδέρκεια και άψογο τάιμινγκ (οπωσδήποτε μια από τις πιο αστείες σκηνές της χρονιάς είναι η ανώμαλη «προσγείωση» των προσωρινών βλέψεων του Στρατηγού Χαξ επί ενός πρόσκαιρα αναίσθητου Κάιλο Ρεν). Ως προς το τεχνικό κομμάτι, έτσι κι αλλιώς δεν υπήρχαν ιδιαίτερες αμφιβολίες για την αρτιότητα των οπτικών και ηχητικών εφέ. Πάντως εδώ έχουμε ένα αποτέλεσμα λιγότερο «καρτουνίστικο», απηχώντας σε έναν βαθμό και τον πιο σκοτεινό τόνο της ταινίας ανά διαστήματα. Για τα δεδομένα ενός μπλοκμπάστερ, η φωτογραφία είναι απρόσμενα καλή. Ορισμένα πλάνα, όπως οι εσωτερικές λήψεις της σπηλιάς από ψηλά, τη στιγμή που ο Κάιλο Ρεν και οι Στόρμτρούπερ προελαύνουν, ή τα πλάνα κατά τα οποία βρισκόμαστε σε… ταχύτητα φωτός, προξενούν ιδιαίτερη αίσθηση. Ασφαλώς, έντονα χαράσσονται στη μνήμη μας και αρκετές από τις σκηνές δράσης, κυρίως σε ό,τι αφορά τις μάχες σώμα με σώμα (σε μία από αυτές, οι θεατές θα θαυμάσουν μια συμμαχία-έκπληξη) ή ακόμα και… απόλυτης σιωπής (LIGHT SPOILERS! όπως όταν η ύστατη ενέργεια της αντιναυάρχου Χόλντο ενάντια στο Σουπρέμασι αφήνει την ανεξίτηλη σφραγίδα της, σε ένα στατικό πλάνο επιβλητικής ωραιότητας).

Αν και δεν μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι όλες οι εξελίξεις είναι απρόβλεπτες, ούτε περνούν απαρατήρητες οι επιρροές από το δεύτερο μέρος της original τριλογίας («Star Wars Episode V: The Empire Strikes Back», 1980), η ταινία δεν θυμίζει σε τίποτα το «The Force Awakens» όσον αφορά τη συντηρητική προσέγγιση που υιοθετήθηκε εκεί. Ο Τζόνσον δεν φοβάται ακόμα και να… αποτύχει, έτσι για πρώτη φορά από το Επεισόδιο VI («Η Επιστροφή των Τζεντάι», 1983), η ιστορία προχωρά με τόσο γενναίο τρόπο, χωρίς να έχουμε πρακτικές «συντήρησης δυνάμεων» για την επόμενη ταινία. Ο σκηνοθέτης λαμβάνει την ελευθερία να ενσωματώσει νέα στοιχεία στον κόσμο του Star Wars, ή τουλάχιστον να φιλτράρει με πιο εκλεπτυσμένο τρόπο τις παραπομπές του. Συνδυάζοντας, λοιπόν, το φιλόδοξο όραμα της prequel τριλογίας -το οποίο ο εμπνευστής της σειράς ταινιών, Τζορτζ Λούκας, δεν μπόρεσε να μετουσιώσει επιτυχώς κινηματογραφικά- με αρκετές από τις αρετές της original, προβαίνει σε έναν άκρως ενδιαφέροντα επαναπροσδιορισμό της λαοφιλούς διαστημικής εποποιίας, επεκτείνοντας συνάμα τα όριά της.

Ειδικής μνείας χρήζει η αρχιτεκτονικά εντυπωσιακή παραθαλάσσια πόλη των «τυχερών» παιχνιδιών, Canto Bight· μια όμορφη, πολυτελής εξωτερική βιτρίνα, που είναι δύσκολο να διανοηθείς πόση ασχήμια κρύβει πίσω της. Όταν, όμως, κοιτάξεις προσεκτικότερα, αντιλαμβάνεσαι μια ζοφερή, και καθόλου μακρινή πραγματικότητα (LIGHT SPOILERS! όπως είναι φυσικά το εμπόριο όπλων και το καθεστώς του). Μέσα στο εμπόλεμο σκηνικό αφήνονται να αναδυθούν -και να σχολιαστούν- θέματα όπως εκείνα της πολεμικής κερδοσκοπίας (την οποία τροφοδοτούν αμφότερα τα αντιμαχόμενα μέρη, χωρίς τάσεις εξιδανίκευσης των επαναστατών), της βάναυσης μεταχείρισης των ζώων, της παιδικής εργασίας, του καπιταλιστικού τυχοδιωκτισμού και των εν γένει αμοραλιστικών συμπεριφορών που δημιουργούν προνομιούχους εκμεταλλευτές και «σκλαβωμένους». Μάλιστα, μπορεί η δευτερεύουσα πλοκή του καζίνο να μοιάζει αρχικά παρένθετη, αλλά η τελευταία σκηνή της ταινίας αποκαθιστά τη σημαντικότητα της θέσης της στον μύθο, καθώς θέτει τα θεμέλια για τη διατύπωση μιας ηχηρής «δήλωσης» που περικλείει όλο το νόημά του, και στην οποία θα επανέλθουμε στη συνέχεια).

Μπορούμε να πούμε ότι το σενάριο του Αμερικανού σκηνοθέτη, που δεν είναι καθόλου φειδωλός και τα δίνει όλα, είναι μια από τις ειδοποιούς διαφορές σε σχέση με προηγούμενα εγχειρήματα, όπως το «Rogue One: A Star Wars Story» (2016) και το «TFA». Δεν σπαταλά χρόνο στο να κοιτάζει πίσω -και να απαντά σε αχρείαστα ερωτήματα μπαλώνοντας τρύπες-, αλλά βαδίζει μπροστά, προς μια νέα συναρπαστική περιπέτεια που μπορεί να σταθεί αυτόνομα και δίνει ανάσα φρεσκάδας στο κινηματογραφικό saga, μακριά από την οικογενειοκρατία και τους εκλεκτούς από… τζάκι. Μάλιστα, δίνει πολύ περισσότερη βάση στη λεπτομέρεια από όση ίσως θα του αναγνωρίσουν κάποιοι (SPOILERS! λίγη προσοχή αρκεί ώστε να ξεδιαλύνει τόσο η κατάληξη των ιερών βιβλίων των Τζεντάι, με τις έως τότε στιχομυθίες που άπτονται αυτών να αποκτούν καινούργιο νόημα, όσο και η υπόσταση του Λουκ στην τελική μονομαχία). Χωρίς όλες οι ιδέες να εφαρμόζονται με απόλυτη επιτυχία, ο Τζόνσον αξίζει ούτως ή άλλως τον έπαινο για την ποιότητα των προθέσεων και την ανανεωτική αύρα του εγχειρήματός του, σε ένα πεδίο όπου ελάχιστοι θα έπαιζαν «επίθεση».

Με την εξαίρεση ορισμένων διαχρονικών σεναριακών παθογενειών της σειράς (όπως οι στρατηγικές ικανότητες των αξιωματούχων του Πρώτου Τάγματος, που είναι τόσο ανεπαρκείς όσο και οι επιδόσεις των Στόρμτρούπερ στο σημάδι), η πλοκή φθάνει αλώβητη στην τελική ευθεία. Εκεί, παρότι οι αναφορές στο παρελθόν αφθονούν, η ιστορία καταφέρνει να διατηρεί τον ανατρεπτικό της χαρακτήρα, με το σασπένς να κορυφώνεται ξανά. Τελικά, η διάψευση των αρχικών προσδοκιών συνιστά ένα επιπλέον ευχάριστο μαντάτο, συντελώντας τα μέγιστα σε ένα φινάλε μνημειώδους συναισθηματικής κλιμάκωσης.

Συνοπτικά, το «Star Wars: Οι Τελευταίοι Τζεντάι» όχι μόνο διαθέτει μεγαλύτερες τάσεις δημιουργικότητας από το «Star Wars: Η Δύναμη Ξυπνάει», αλλά τις μετουσιώνει σε ένα κινηματογραφικό αποτέλεσμα που συνδυάζει την εντυπωσιακή φωτογραφία, την καθηλωτική δράση και το έντονο σασπένς, με το έξυπνο χιούμορ, την εξαιρετική ηθοποιία, τις γκρίζες ζώνες ηθικής και τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, ενώ προβαίνει σε απρόβλεπτα λεπτομερή ανάλυση ορισμένων από αυτούς -τουλάχιστον για τα δεδομένα μιας εμπορικής περιπέτειας. Μάλιστα, εξαιτίας της πολύ λεπτής μεταχείρισης που επιφυλάσσει σε ήρωες που μεγάλωσαν γενιές και γενιές θεατών, η ταινία συνιστά μια ταιριαστή ωδή προς αυτούς (αν και η θαρραλέα προσέγγιση του Τζόνσον μπορεί να ξενίσει αρκετούς οπαδούς). Τέλος, εξαιρετικά στοχευμένη είναι η κριτική προς τη φωτεινή πλευρά, ειδικά όταν στην περιρρέουσα ατμοσφαιρα υπάρχει μια αδικαιολόγητη τάση εξιδανίκευσης των Τζεντάι· αντίληψη που δεν στέκει, βάσει και όσων μας φανέρωσε η prequel τριλογία.

«Οι Τελευταίοι Τζεντάι» είναι ό,τι καλύτερο έχουμε δει στον κόσμο του «Star Wars» από τις εποχές της ρηξικέλευθης πρώτης -χρονικά- τριλογίας, αποτελώντας μια χορταστική ταινία που επαναφέρει την χαμένη μας πίστη στη δημοφιλέστατη σειρά ταινιών διαστημικής όπερας. Ιδανικά, θα μπορούσε να είναι και το κύκνειο άσμα της, αν και στην πραγματικότητα, το κινηματογραφικό franchise -που έχει κατοχυρώσει με το αζημίωτο η Disney- απλά ζεσταίνει τις «μηχανές» του, αφού έχει ακόμα πολλά χρυσά «αβγά» να γεννήσει. Με τη λήξη της ταινίας επιστεγάζονται θεματικά τόσο η αέναη –μέσα από το άνοιγμα και το κλείσιμο επαναλαμβανόμενων κύκλων- μάχη μεταξύ των δυνάμεων του καλού και του κακού, δηλαδή του αγώνα του κάθε λογής καταδυναστευόμενου ενάντια στον τύραννό του, όσο και το στοιχείο της ανανέωσης των γενεών, με τη βελτίωση να επέρχεται μέσα από μια εκπαιδευτική «ιεροτελεστία» που είναι προάγγελος της παράδοσης της σκυτάλης (LIGHT SPOILERS! όπως θα πει και ένας… παλιός γνώριμος: «Διδάσκουμε για να μας ξεπερνούν οι μαθητές μας»). Στην εξαίσια τελευταία σκηνή, γίνεται ποιητική αναφορά στην κληρονομιά που αφήνουν πίσω με τη δράση και τη θυσία τους οι ήρωες των καταπιεζομένων, η οποία λειτουργεί ως η αναγκαία «σπίθα» που θα ανάψει τη φλόγα μιας… νέας ελπίδας.

Υγ. (SPOILERS!): Αλγεινή εντύπωση προκαλούν τα σχόλια των σκληροπυρηνικών οπαδών του «Star Wars» για τη μεταχείριση που έχει ο Λουκ Σκαϊγουώκερ σε αυτή την ταινία. Και εξηγούμαστε: Ο ιδεαλιστής 20άρης που είχε σώσει από το σκοτάδι τον Νταρθ Βέιντερ, ήταν εκείνος που αρκετές δεκαετίες αργότερα είδε το σκοτάδι να κυριεύει την ψυχή του μαθητή του. Ο Λουκ, που με τον νεανικό του ενθουσιασμό ήταν πάντα πρόθυμος να γίνει σωτήρας, ίσως είχε πιστέψει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ότι μπορούσε να εξαλείψει το σκότος. Όμως η μοίρα έπαιξε μαζί του ένα πολύ σκληρό παιχνίδι. Απέναντι στις αυταπάτες του θρυλικού Τζεντάι για ένα ευτυχές, οριστικό φινάλε -με θρίαμβο του καλού-, η δύναμη του κακού εμφανίστηκε υπό τη μορφή Λερναίας Ύδρας, απαντώντας εμφατικά στην ύβρη του και ωθώντας τον να γίνει περισσότερο πραγματιστής.

Στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του να αλλάξει το πεπρωμένο, η οποία προέκυψε μετά από πολυετή, ακατάπαυστη -αλλά μακροπρόθεσμα άκαρπη- πάλη, καταλύτης ήταν εκείνο το ισχυρό σοκ: Όχι μόνο είχε αποτύχει ως δάσκαλος, αλλά -τουλάχιστον στα δικά του μάτια- είχε δηλητηριάσει ανεπανόρθωτα τον κλονισμένο ψυχισμό του ανιψιού του, με μια βεβιασμένη ενέργειά του. Η απογοήτευση οδηγεί τον Λουκ στο να ενδώσει στη ματαιότητα, και να υιοθετήσει την παθητικά μοιρολατρική στάση που πολλοί fans αδυνατούν να κατανοήσουν.

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s