Κριτική για το «Good Time»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

To «Good Time» των Μπένι και Τζος Σάφντι δεν μοιάζει σε τίποτα με τις όμορφες στιγμές που υπόσχεται -περιπαικτικά- ο τίτλος του. Άλλωστε, ποιος θα μπορούσε να εκλάβει ως ευχάριστη εμπειρία τη βασανιστική βύθιση ενός ατόμου στην κινούμενη άμμο των συνεπειών των πράξεών του; Μια τέτοια περίπτωση έχουμε εδώ. Η απληστία μαζί με την απελπισία αναλαμβάνουν τον ρόλο του οδηγού σε ένα μονοπάτι… αυτοκαταστροφής, δημιουργώντας έναν επικίνδυνο συνδυασμό που αλλοιώνει την καθαρότητα του κριτηρίου και επιφυλάσσει ολέθριες συνέπειες.

Στα της υπόθεσης, δύο αδέλφια αποπειρώνται να ληστέψουν μια τράπεζα της Νέας Υόρκης, αλλά τα πράγματα στραβώνουν κατά τη διαφυγή τους. Ο Κόνι (Ρομπερτ Πάτινσον), έχοντας ο ίδιος γλιτώσει τη σύλληψη, περνά τη νύχτα προσπαθώντας να απελευθερώσει τον ψυχικά ασθενή αδελφό του, Νικ (σε διπλό ρόλο ο ένας εκ των σκηνοθετών της ταινίας, Μπένι Σάφντι).

Το δίδυμο δεν μοιάζει σχεδόν σε τίποτα, έχει όμως έναν κοινό παρονομαστή. Δεν είναι άλλος από την αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία βέβαια εκδηλώνεται με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον καθέναν από τους δύο. Ο μεν Νικ είναι εντελώς παθητικός, απομονωμένος σε μια προσωπική άβυσσο. Ανήμπορος να κοντρολάρει συναισθήματα όπως ο θυμός και ο φόβος, καθώς και να αντιληφθεί τις ακριβείς επιπτώσεις των πράξεών του, οι αντιδράσεις του είναι ενδεικτικές του αποπροσανατολισμού του. Στον αντίποδα, το ρεπερτόριο του απερίσκεπτα δραστήριου και χειριστικού Κόνι περιλαμβάνει ενέργειες με σκοπό την εξαπάτηση των γύρω του, αδιαφορία για τους νόμους και τους κανόνες της κοινωνίας, και σχεδόν καθολική άγνοια κινδύνου. Νιώθει υπεύθυνος για τη σύλληψη του αδελφού του, τον οποίο ο ίδιος έχει παρασύρει στον δρόμο της παρανομίας. Για χάρη του, καλείται πλέον να επιστρατεύσει όλη του την «τέχνη».

Ας ειπωθεί ότι η εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, όπου ο Νικ αξιολογείται από τον ψυχίατρό του κατά τη διάρκεια μιας συνεδρίας, δεν προετοιμάζει για τίποτα από όσα θα ακολουθήσουν. Καταρχάς, είναι μία από τις λίγες στατικές σκηνές της ταινίας. Το απλανές βλέμμα του ψυχικά άρρωστου αδελφού θυμίζει κάτι από νηνεμία πριν την καταιγίδα, με το αίσθημα έλλειψης εμπιστοσύνης από μεριάς του να πλανάται στην ατμόσφαιρα κατά τις στοχευμένες ερωτήσεις του ιατρού. Αντί όμως για ένα απότομο ξέσπασμα του ασθενή, έρχεται η πρώτη διάψευση-προάγγελος μιας πλοκής όπου οι εξελίξεις δεν τηρούν το γράμμα της προβλεψιμότητας και οι προσδοκίες διαψεύδονται εμφατικά.

Αρχής γενομένης από εκείνο το σημείο, ξεκινάει ένα υπερκινητικό δράμα που εστιάζει δημιουργικά στον θύτη. Χάρη στην πρωτότυπη σεναριακή δομή και την τεχνική της αρτιότητα, η ταινία καταφέρνει να διαφοροποιηθεί, χωρίς να χάνει ποτέ τη φόρα της. Η φωτογραφία συχνά μοιάζει με οπτικό παραλήρημα, δίνοντας στο «Good Time» χαρακτήρα «παρενέργειας» από την κατανάλωση ενός δυνατού κοκτέιλ ουσιών που δεν ξεθυμαίνει καθ’ όλη τη διάρκεια των 100 λεπτών του.

Περιλουσμένος από τα εκτυφλωτικά νέον χρώματα που παραπέμπουν περισσότερο σε έναν κόσμο ονείρων και παραισθήσεων, ο Κόνι επιστρατεύει κάθε είδους πονηρό τέχνασμα για την επίτευξη των στόχων του, αλλά οι απρόβλεπτες τροπές της πλοκής δεν ξεγελούν: Αυτή η ανεξέλεγκτη πορεία υπόσχεται με μαθηματική ακρίβεια την γνωστή κατάληξη που έχει σχεδόν κάθε υπερφίαλος, αλλά στην ουσία ασήμαντος λωποδύτης. Οι χαρακτήρες που τον συντροφεύουν στις βαθμίδες αυτού του σύντομου, μα απρόβλεπτα υποβλητικού χρονικού, κάθε άλλο παρά διεκπεραιωτικό ρόλο διαδραματίζουν, αν και σε αρκετές περιπτώσεις είναι της ίδιας -αν όχι κατώτερης- συνομοταξίας (συμπεριλαμβανομένης μιας νευρωτικής Τζένιφερ Τζέισον Λι και ενός στραπατσαρισμένου Μπάντι Ντουρές). Όλοι τους, γίνονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αντικείμενα εκμετάλλευσης του απελπισμένου Κόνι· οχήματα ώστε να συντηρήσει τη δική του αφελή ψευδαίσθηση. Σε αυτή την ξέφρενη και μη προμελετημένη διαδρομή που μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα, οι αστάθμητοι παράγοντες και τα ξαφνικά εμπόδια υποχρεώνουν τον φυγά άλλοτε να αυτοσχεδιάσει και άλλοτε να ενεργήσει εντελώς ενστικτωδώς, ενδίδοντας συχνά στην παρόρμηση. Υπό αυτό το πρίσμα, η τριβή με τους υπόλοιπους χαρακτήρες και η επιστράτευση αισχρών μεθόδων απέναντί τους, απογυμνώνει μια σύγχυση στην οποία βρίσκεται ο πρωταγωνιστής, καθοδηγούμενος από τις αντικοινωνικές του τάσεις. Σε ένα τέτοιο κλίμα, τα φθορίζοντα χρώματα και οι «οπτικές διαταραχές» του κινηματογραφικού αυτού εγχειρήματος κρίνονται απολύτως ταιριαστά.

Σε καθένα από τα σταυροδρόμια ελλοχεύει η πιθανότητα η πορεία του πρωταγωνιστή να ολοκληρωθεί με την πρόωρη συντριβή του. Αυτή η πρόσκαιρη αβεβαιότητα για την τύχη του Κόνι και των ηρώων που συναναστρέφεται και χειραγωγεί, προσθέτει πόντους στο σασπένς. Η ατμοσφαιρική φωτογραφία πλαισιώνει ιδανικά το ευέλικτο -στη μεγαλύτερη διάρκεια της ταινίας- σενάριο, εκτρέφοντας την αγωνία μέσα από τις διαφοροποιήσεις στην κινησιολογία της κάμερας και τα κλειστοφοβικά γκρο πλαν. «Χαλάλι», λοιπόν, σκεφτόμαστε, όταν το απότομο ξεστράτισμα από την κατά τα άλλα συνεπή -όσον αφορά την οικονομία της- αφηγηματική οδό, πραγματοποιείται μέσω μιας απολαυστικής διήγησης από έναν εκ των νεοσυστηθέντων προσώπων (ένας χαρακτήρας-«κακέκτυπο» του Κόνι εξιστορεί το αποτυχημένο σχέδιο στο οποίο συμμετείχε, με «τρόπαιο» ένα μπουκάλι LSD).

Tο «Good Time» συνιστά μια από εκείνες τις αγχωτικές περιηγήσεις στη νυχτερινή ενέργεια της Νέας Υόρκης, που η άγρια ομορφιά τους κρατά τον θεατή προσηλωμένο. Ως σύλληψη, δανείζεται μερική από την παράνοια του εξαιρετικού «After Hours» («Μετά τα Μεσάνυχτα») του Μάρτιν Σκορσέζε. Όπως και στην ταινία του 1985, ο κεντρικός χαρακτήρας μπλέκεται σε μεγάλους μπελάδες που μόνο σοβαρεύουν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όμως, η ταινία των αδελφών Σάφντι δεν συνοδεύεται από τις σουρεαλιστικές δόσεις «μαγείας» και μαύρου χιούμορ του έργου εκείνου. Άλλωστε, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εφιαλτικό παραμύθι που θέλει να μιλήσει με τον δικό του τρόπο για τη νύχτα και τους διαφορετικούς κανόνες της, ή ακόμα και το οριστικό σπάσιμό τους, αλλά με μια απτή, εξού και διόλου ανώδυνη πραγματικότητα, που βέβαια εξακολουθεί να πλασάρεται υπό όρους -και συμπτώματα- πρώτων πρωινών ωρών. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι ο Κόνι, που σχεδόν επιζητά τις φασαρίες και τις κακοτοπιές, δεν θυμίζει σε τίποτα τον συμβατικό, και ως εκ τούτου τρομοκρατημένο, εκτός της ζώνης ασφαλείας του, πρωταγωνιστικό ήρωα του «After Hours». Ο χαρακτήρας του Πάτινσον, παίζει ξεκάθαρα εντός έδρας…

Συνοψίζοντας, η ταινία αποτελεί ένα καθηλωτικό ανθρωποκυνηγητό, όχι όμως με τη συμβατική έννοια που ίσως πολλοί φαντάζονται. Ο κυνηγημένος καταδιώκεται από την αστυνομία, αλλά και ταυτόχρονα από τις ίδιες του τις πράξεις και τις ενοχές. Την επιτυχία του έργου επιστεγάζει η ερμηνεία του Ρομπερτ Πάτινσον, ο οποίος αφήνει για τα καλά πίσω του τον ρόλο του καρδιοκατακτητή… βρικόλακα («Twilight», 2008), για να εκπλήξει ως ένας διόλου αψεγάδιαστος -μήτε ελκυστικός- κακοποιός. Μεταξύ άλλων, ο Πάτινσον επικοινωνεί ιδανικά το διαστρεβλωμένο αίσθημα αδελφικού καθήκοντος που διέπει τον προστατευτικό Κόνι, στο οποίο γίνεται έμμεσα νύξη κατά το αριστοτεχνικό φινάλε της ταινίας. Λίγο νωρίτερα, το σοκ μιας εκκωφαντικής κλιμάκωσης (διαμέσου μιας… εξίσου εκκωφαντικής πτώσης) ηχεί σαν καμπανάκι οριστικής συνειδητοποίησης του «βάρους» των πεπραγμένων, και ανάγεται σε προάγγελο ενός επιμυθίου όπου οι ρόλοι των «εχθρών» και των «φίλων» ξεδιαλύνονται με κρυστάλλινη διαύγεια.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s