Κριτική για το «The Killing of a Sacred Deer»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στην έως τώρα φιλμογραφία του, ο Γιώργος Λάνθιμος έχει πετύχει να δημιουργήσει έναν άκρως προσωπικό κόσμο. Η καθημερινότητα που αντικρίζουμε στις ταινίες του, εκ πρώτης όψεως μοιάζει να έχει αντληθεί από ένα… παράλληλο σύμπαν. Και όμως, έχει τόσα να πει για τις δικές μας ζωές. Στον «Αστακό» («The Lobster», 2015), τη σουρεαλιστική μαύρη κωμωδία που αποτέλεσε την πιο φιλόδοξη επέκταση του οράματος του Έλληνα σκηνοθέτη, το διευρυμένο πρίσμα του έφερε στο φως μια αριστοτεχνικά και πρωτότυπα δομημένη δυστοπία, σχολιάζοντας εμπνευσμένα μερικές από τις πλέον καθιερωμένες κοινωνικές συμβάσεις, προκαταλήψεις και στερεότυπα που άρουν τον αυτοκαθορισμό του ατόμου. Φέτος, «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» («The Killing of a Sacred Deer») σηματοδοτεί το πρώτο «λανθιμικό» εγχείρημα που κινείται με τόση αποφασιστικότητα προς τον κινηματογραφικό «τρόμο», εμφανίζοντας όμως ταυτόχρονα κάποια ανησυχητικά σημάδια εφησυχασμού.

Ο καρδιοχειρουργός Στίβεν (Κόλιν Φάρελ), η οφθαλμολόγος σύζυγός του, Άννα (Νικόλ Κίντμαν), και τα δύο παιδιά τους, απαρτίζουν μια μεγαλοαστική οικογένεια που διάγει αρμονικό βίο. Υπό την προστασία του Στίβεν βρίσκεται ο Μάρτιν (αποκάλυψη ο Μπάρι Κέγκαν του φετινού «Dunkirk»), ένας αινιγματικός έφηβος που έχει αναπτύξει μια περίεργη σχέση οικειότητας με τον χαρισματικό ιατρό. Σταδιακά ο 16χρονος νέος διεισδύει στην καθημερινότητα της οικογένειας, προτού επέμβει καθοριστικά σε αυτήν, θέτοντας τον Στίβεν αντιμέτωπο με το τραγικό δίλημμα μιας αδιανόητης θυσίας. Όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της της ταινίας, το έργο είναι μια ελεύθερη διασκευή του μύθου της Ιφιγένειας, όπου ο Βασιλιάς των Μυκηνών Αγαμένωνας εξωθείται στη θυσία της μονάκριβης κόρης του, προκειμένου να καταλαγιάσει την οργή της θεάς Αρτέμιδας για τον φόνο του ιερού ελαφιού της. Ταυτόχρονα, είναι μια ιστορία εκδίκησης, όπου θύτης και θύμα συχνά εναλλάσσονται, αφήνοντας το δόγμα «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» να αναδείξει θέματα όπως η αυτοδικία και η επιβολή μιας δυσανάλογης τιμωρίας στον βωμό της απόδοσης δικαιοσύνης.

Ο φακός του εξαίσιου κινηματογραφιστή Θύμιου Μπακατάκη χρησιμοποιεί αρκετή από τη γεωμετρία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, με το οπτικό αποτέλεσμα να είναι ένας ξεκάθαρος φόρος τιμής στο «The Shining» («Η Λάμψη», 1980). Η επιδεξιότητα της φωτογραφίας και ο πλούτος της παραγωγής είναι στοιχεία που αν μη τι άλλο αξίζει να αναγνωριστούν στην ταινία, αφού της προσδίδουν μια απλησίαστη μεγαλοπρέπεια, στοιχείο που επιτείνουν οι κλασικές ορχηστρικές συνθέσεις που εμπλουτίζουν το υποβλητικό σάουντρακ.

Εντούτοις, οι ξένες καλλιτεχνικές επιρροές που διαφαίνονται καθόλη τη διάρκεια του έργου, ορισμένες φορές εντάσσονται σχεδόν αφιλτράριστα, χωρίς παράλληλα να αποφεύγεται και η ανακύκλωση οικείων λανθιμικών τρικ που έχουν χάσει πια την πρωτοτυπία τους. Η γραφή του Ευθύμη Φιλίππου και του Γιώργου Λάνθιμου, που πάντα κατάφερνε να συνιστά ακλόνητο ατού των έργων τους, παραμένει εύστοχη, χωρίς όμως να διακρίνεται από την ίδια συνέπεια. Όσο για το οξυδερκές, ειρωνικό χιούμορ, που είναι σήμα κατατεθέν του διδύμου, εδώ έχει πιο διακριτική παρουσία και αναδύεται σποραδικά, καθώς στην πορεία γίνεται σαφές ότι το συγκεκριμένο έργο είναι ταγμένο στο είδος του ψυχολογικού τρόμου.

Στον «Αστακό», το παιχνίδι του σκηνοθέτη κινούνταν με περίσσια εφευρετικότητα γύρω από τους αυστηρούς κανόνες της κοινωνίας, στους οποίους θα έπρεπε να υπακούουν οι χαρακτήρες της ιστορίας. Το σκηνικό του ξενοδοχείου, όπου οι ένοικοι θα έπρεπε να βρουν εγκαίρως ταίρι προκειμένου να μην μεταμορφωθούν σε ζώα, ήταν μονάχα η αφετηρία της πολύπλοκης αυτής σύλληψης, σε μια ταινία με έντονες αλλαγές παραστάσεων και ποικίλους χαρακτήρες. Εκεί, η παράβαση των νόμων της φύσης αποτελούσε μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στο ολοκληρωμένο ψηφιδωτό μιας σουρεαλιστικής δυστοπίας. Στο «The Killing of a Sacred Deer», ο σουρεαλιστικός κόσμος του Λάνθιμου είναι λιγότερο πειστικός, με τη χρήση μιας πολύ ισχνής -και κλειστής- γκάμας χώρων και χαρακτήρων. Εδώ, το βασικό όχημα για την προώθηση της πλοκής είναι ένα ξόρκι (κάτι σαν την άπνοια που προκάλεσε η Άρτεμη, εμποδίζοντας τον απόπλου του ελληνικού στόλου για την Τροία), το οποίο και ορίζει τους κανόνες. Όμως, μέσα στη σεναριακή απλοϊκότητά της, η «μαγεία» αυτή δεν λειτουργεί τόσο αποτελεσματικά όσο εντός του γενικού πλαισίου του μύθου όπου ανήκει πραγματικά. Αλλά και το θέμα του διψασμένου για εκδίκηση «εισβολέα», που ωσάν νόσος διεισδύει σταδιακά στα ενδότερα της οικογένειας με σκοπό να την αποσυνθέσει, κάθε άλλο παρά παρά καινούργιο είναι (το μυαλό μας πάει αμέσως στο «Cape Fear», αλλά δεσμοί υπάρχουν και με άλλα, πολύ πιο τολμηρά έργα, όπως «Το Θεώρημα» του Παζολίνι).

Από εκεί και πέρα, το αναπόδραστο της μοίρας κινεί τα νήματα ενός «εφιάλτη» που αποδομεί τον θεσμό της προνομιούχου πυρηνικής οικογένειας, αλλά και γενικότερα τη σύγχρονη αστική κοινωνία. Η ταινία το καταφέρνει αυτό πραγματευόμενη τον υλισμό, την ψευδαίσθηση ανωτερότητας που προσφέρει η οικονομική ευρωστία, τις προσωπικές εμμονές, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και την έλλειψη επικοινωνίας.

Αντλώντας έμπνευση από τον αρχαιοελληνικό μύθο, ο Λάνθιμος έχει εγκλωβίσει για άλλη μια φορά τους χαρακτήρες του σε μια εκκεντρικά παράδοξη πραγματικότητα, επιβλέποντάς τους να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και να ανταποκρίνονται στην απειλή. Και σε αυτή την ταινία του, οι χαρακτηριστικές «ρομποτικές» ερμηνείες των ηθοποιών βρίσκονται στο προσκήνιο, παραπέμποντας σε μια υπνωτισμένη -ή μήπως λοβομημένη;- αστική κοινωνία, της οποίας τα εφησυχασμένα και αυτάρεσκα μέλη αδυνατούν να επικοινωνήσουν ουσιωδώς. Εφόσον, μάλιστα, η προνομιακή τους θέση τίθεται εν αμφιβόλω, αρνούνται να φερθούν ανιδιοτελώς, ή έστω να αναλάβουν τις ευθύνες που τους αναλογούν, ενώ δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε επαίσχυντες πρακτικές εκμετάλλευσης όταν οι ταραγμένες συνθήκες της κρίσης το επιτρέπουν. Η ψυχρή σκηνοθετική προσέγγιση, σε συνδυασμό με τη μετατόπιση του χιούμορ στο παρασκήνιο, διαμορφώνει μια πρωτοφανώς βαριά ατμόσφαιρα, στο πλαίσιο της οποίας το συγκεκριμένο στιλ ηθοποιίας παραπέμπει ολοένα και περισσότερο σε μονότονη ιεροτελεστία. Συχνά το αποτέλεσμα φλερτάρει εκουσίως με το ανυπόφορο. Αυτό που ευτυχώς δεν χάνεται ποτέ, είναι το ενδιαφέρον για έναν Λάνθιμο που πειραματίζεται με τα κινηματογραφικά είδη και τελικά παρουσιάζει τη -μέχρι σήμερα- πιο σκοτεινή δουλειά του, παρ’ όλο που αφενός ο σκηνοθέτης δεν εγκαταλείπει τις ζώνες ασφαλείας του, και αφετέρου οι ελιγμοί της πλοκής δεν είναι πάντοτε απρόβλεπτοι. Βαδίζοντας προς μια «horror» κλιμάκωση, η υποβόσκουσα ειρωνεία εξακολουθεί να τονίζει τον κυνισμό των χαρακτήρων, βάζοντας την τελευταία πινελιά σε ένα διόλου κολακευτικό πορτρέτο για την ανθρωπότητα, που δεν αφήνει καθόλου περιθώρια αισιοδοξίας.

Συνοψίζοντας, δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» διαθέτει υπολογίσιμη κινηματογραφική δύναμη. Και εδώ, ο Λάνθιμος εμφανίζεται ικανός να διεγείρει τη σκέψη και να φέρει το κοινό σε άβολη θέση, εστιάζοντας στις κοινωνικές δομές με τον δικό του, ξεχωριστό τρόπο. Μολαταύτα, η νέα του ταινία ανατροφοδοτεί κυρίως την επιθυμία να ανατρέξουμε στο παρελθόν, και τον αφηγηματικά πλούσιο, γεμάτο σεναριακές διακλαδώσεις και φαντασία κόσμο του «Αστακού», ή στη φιλοσοφική αναζήτηση του «Κυνόδοντα» («Dogtooth», 2009) γύρω από την ελευθερία της σκέψης και τους φραγμούς που μπαίνουν σε αυτήν. Και αυτό, γιατί συγγραφικά το «The Killing of a Sacred Deer» συνιστά πισωγύρισμα στην καριέρα των Λάνθιμου-Φιλίππου· όχι τόσο επειδή οι δυο τους πράγματι επιστρέφουν στις κλειστοφοβικές ημέρες του «Κυνόδοντα», διερευνώντας με πολύ πιο μακάβριο και φρικιαστικό τρόπο τις οικογενειακές δυναμικές, άλλα γιατί το σενάριό τους δεν είναι πια ρηξικέλευθο και η εν γένει δημιουργία τους δεν διαθέτει την ίδια βαθιά πρωτοτυπία, ούτε το βεληνεκές εκείνης της τόσο ευφυούς αλληγορικής ιστορίας του 2009.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s