Κριτική για το «Blade Runner 2049»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Η συγκλονιστική φωτογραφία του Ρότζερ Ντίκινς (αν δεν πάρει το Όσκαρ τώρα… πότε;) δίνει μνημειώδεις διαστάσεις σε ένα αριστοτεχνικό σκηνοθετικά και σεναριακά «Blade Runner 2049», ανάγοντάς το σε ένα από τα καλύτερα σίκουελ όλων των εποχών. Με τα νεο-νουάρ στοιχεία να ξεχειλίζουν, η ταινία του άξιου συνεχιστή Ντενί Βιλνέβ υιοθετεί απολύτως επιτυχημένα τη βραδυφλεγή αφηγηματική συνταγή του αριστουργηματικού «Blade Runner» (1982) και εμπλουτίζει ευφυέστατα τόσο το πλαίσιο προβληματισμού του πρωτότυπου όσο και την μοναδική φουτουριστική αισθητική του, χωρίς να επαναπαύεται στη νοσταλγία. Όταν, μάλιστα, ακόμα και τα ελάχιστα -επί της ουσίας αναπόφευκτα- κλισέ, μας υπενθυμίζουν ότι η ταινία είναι… γήινη.

Ο K (Ράιαν Γκόσλινγκ) είναι ένας νεαρός μπλέιντ ράνερ· μια υπάκουη «ρέπλικα» σε εντεταλμένη υπηρεσία. Αποστολή του είναι να καταδιώξει και να «αποσύρει» ανδροειδή παλαιότερης γενιάς, τα οποία στο παρελθόν είχαν αψηφήσει τις ανθρώπινες εντολές. Όλα εξελίσσονται κατά γράμμα, έως ότου η ανακάλυψη ενός καλά κρυμμένου μυστικού οδηγεί τον K στα χνάρια του παλαιού κυνηγού ανδροειδών -και πρωταγωνιστή της πρώτης ταινίας- Ρικ Ντέκαρντ (Χάρισον Φορντ), ο οποίος αγνοείται εδώ και τριάντα χρόνια.

Εν έτει 2049, νότες εξέλιξης διακρίνονται στη γκρίζα, ζοφερή και σχεδόν πάντοτε βροχερή μεγαλούπολη του Λος Άντζελες, σε σχέση με το μακρινό παρελθόν, οπότε και εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της πρώτης ταινίας. Οι πόροι του πλανήτη έχουν λιγοστέψει επικίνδυνα, με τη στάθμη του ωκεανού να έχει ανέβει τόσο, που θηριώδη τείχη ορθώνονται για να συγκρατούν το νερό από το να καταπνίξει την πόλη. Η πρόοδος της ψηφιακής τεχνολογίας έχει δημιουργήσει ένα σκηνικό που παραπέμπει περισσότερο από ποτέ καπιταλιστική δυστοπία. Οι εικονικές απολαύσεις άλλοτε υποκαθιστούν και άλλοτε «καμουφλάρουν» την απτή πραγματικότητα, ωθώντας την κοινωνία σε ακόμα μεγαλύτερη αποξένωση. Εκτός υπηρεσίας, ο K περνά τη ζωή του στο σπίτι, συντροφιά με την ολογραφική φίλη του Τζόι (Άνα ντε Άρμας), ένα δημιούργημα τεχνητής νοημοσύνης της Wallace Corporation, εταιρείας που έχει «διαδεχθεί» την Tyrell Corporation της πρώτης ταινίας. Αλλά και ο ίδιος ο K, αποτελεί «προϊόν» της περιβόητης εταιρείας, ενσαρκώνοντας το όραμα του μεγαλομανή ηγέτη της, Νιάντερ Γουάλας (Τζάρεντ Λέτο), για δουλοπρεπή ανδροειδή, από τα οποία απαρτίζεται η σειρά Nexus-9.

Μέχρι το σημείο καμπής όπου ξεκινά η έρευνα του K, η ατόφια νουάρ ατμοσφαιρικότητα της ταινίας έχει ήδη καταφέρει να ιντριγκάρει. Από εκεί και ύστερα, το «Blade Runner 2049» δεν αφήνει καμία υπόσχεση να περάσει ανεκπλήρωτη. Τα στοιχεία «ξεθάβονται» με σύνεση από την αριστοτεχνικά σμιλεμένη πλοκή (ο σεναριογράφος του «Blade Runner» Χάμπτον Φάντσερ επιστρέφει), και το κρυφτό με τον θεατή παίρνει νέες διαστάσεις διαμέσου της υπαρξιακής αναζήτησης του πρωταγωνιστή. Οι μνήμες και το παρελθόν (σ.σ. η Ιστορία), που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την ταυτότητα της ύπαρξής μας και κατ’ επέκταση με το νόημα της ζωής, αλλά και το ερώτημα για το τι είναι πραγματικό και τι όχι (μπορεί μια μηχανή να έχει ψυχή και γνήσια συναισθήματα;), είναι θέματα που αιωρούνται καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, απηχώντας τη φιλοσοφική διάθεση του συγγραφέα Φίλιπ Κ. Ντικ, πάνω στο βιβλίο του οποίου («Do Androids Dream of Electric Sheep?») βασίστηκε η πρώτη ταινία. Το άγχος, η απόγνωση και η σπουδαιότητα αυτών των ερωτημάτων καθρεφτίζεται στο πρόσωπο της αποπροσανατολισμένης φιγούρας του τραγικού κεντρικού ήρωα, ο οποίος ξεκινά εγκλωβισμένος σε μια τεχνητή ταυτότητα και στη συνέχεια οριοθετείται από μια κληρονομιά-μοίρα που δεν είναι αυτό που φαίνεται. Τα αισθήματα ενσυναίσθησης ενσταλάζονται, καθώς ο θεατής βαδίζει κι εκείνος στα τυφλά, χέρι-χέρι με τον μπερδεμένο K.

Γενικότερα, η ταινία ανταποκρίνεται με το παραπάνω στο είδος της σκεπτόμενης επιστημονικής φαντασίας. Εξάλλου, στο περιεχόμενό της προελαύνουν θέματα όπως οι συνέπειες της υπερβιομηχανοποίησης στο περιβάλλον, αλλά και οι έννοιες της εκμετάλλευσης και της σκλαβιάς (που κηλιδώνουν την ανθρωπότητα από καταβολής της), περιγράφοντας μια σχέση αναλογίας ανάμεσα στην κυριαρχία της εταιρικής/καπιταλιστικής απληστίας και την αύξηση της δουλείας/εκμετάλλευσης. Επίσης, εμβαθύνει και στην ψυχολογία των θυμάτων αυτών των καταστάσεων, πληθαίνοντας τους προβληματισμούς που εντέχνως έθεσε για την ανθρωπότητα το πρώτο «Blade Runner». Απέναντι, λοιπόν, στο ανθρώπινο μίσος και την ψυχρότητα προς στις «μηχανές», αντιπαραβάλλονται «ζεστά» συναισθήματα που ενίοτε εκφράζονται από συνθετικά ή ολογραφικά δημιουργήματα τεχνητής νοημοσύνης· εφόσον τα μεν ανθρώπινα συναισθήματα θεωρούνται αυθεντικά παρότι αποτελούν προϊόντα χημικών ουσιών, οι εκδηλώσεις πολύπλοκων ψυχικών καταστάσεων από τεχνητά όντα θα πρέπει αυτομάτως να πιστοποιούν τη γνησιότητα της ζωής τους και να επισύρουν την καταξίωση της ύπαρξής τους.

Με την καθοριστική βοήθεια του 13 φορές υποψηφίου για Όσκαρ Ρότζερ Ντίκινς, ο Βιλνέβ όχι μόνο ανασυστήνει απόλυτα πειστικά τον επιβλητικά πολυεπίπεδο κόσμο του «Blade Runner», αλλά καταφέρνει και να τον διευρύνει τόσο νοηματικά όσο και οπτικά. Ως προς το δεύτερο σκέλος, δημιουργεί τοποθεσίες που οι αισθήσεις μας δεν μας επιτρέπουν να τις αντιληφθούμε ως απλά σκηνικά. Σε αυτό βοηθά και η άψογη καλλιτεχνική διεύθυνση της ταινίας, αφού πολλά από τα θεάματα που αντικρίζουμε μοιάζουν με πραγματικά έργα τέχνης. Όμως ας μην ξεγελιόμαστε. Παρ’ όλο που στο σύνολό της η παραγωγή, από τα σκηνικά μέχρι τα κοστούμια, είναι αψεγάδιαστη, εκείνος που πραγματικά αναδεικνύει την ομορφιά του καταθλιπτικού αυτού κόσμου είναι ο Ντίκινς, με τις εμπνευσμένες λήψεις και την ακαταμάχητη παλέτα χρωμάτων του. Το καταφέρνει ξεκινώντας από τις γκρίζες σκεπές και τις νέον επιγραφές του Λος Άντζελες, φτάνοντας μέχρι τα… πορτοκαλί συντρίμμια του ραδιενεργού Λας Βέγκας (η κατάρρευση μιας άλλοτε «πρωτεύουσας» της καπιταλιστικής απληστίας δεν μπορεί παρά να έχει το νόημά της) και την αναπόληση, μπροστά σε ολογράμματα καλλιτεχνών όπως ο Έλβις Πρίσλεϊ και ο Φρανκ Σινάτρα.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τα σεναριακά όπλα που αξιοποιούνται στο έπακρο, εξυπηρετούν ώστε η ταινία να μην μπαίνει σε άμεση σύγκριση με το ορίτζιναλ «Blade Runner», καθώς εξερευνά νέα μονοπάτια, χωρίς όμως ποτέ της να χάνει την επαφή με την ατμοσφαιρικότητα και την προοπτική του κολοσσιαίου επιτεύγματος του Ρίντλεϊ Σκοτ. Αντί, λοιπόν, να θυμίζει σύγχρονο «ριμέικ» της ταινίας του 1982, ανάγεται σε εξέλιξή της και στέκεται με σεβασμό απέναντί της. Δεν θα μπορούσε να τα είχε πάει καλύτερα.

Με διάρκεια 2 ώρες και 44 απαιτητικά λεπτά, η ταινία κυλά σε αργούς ρυθμούς, όμως επιβραβεύει τον υπομονετικό -και προσεκτικό- θεατή, δεδομένου ότι οι απροσδόκητες εξελίξεις (πλην ελαχίστων κλισέ λεπτομερειών προς το τέλος) συναρπάζουν και τροφοδοτούν εμφατικές συναισθηματικές κλιμακώσεις. Αυτές, αποδεικνύουν ότι ο Ράιαν Γκόσλινγκ είναι ιδανικός ως «ρέπλικα» σε κρίση ταυτότητας, ενώ ο Φορντ επιστρέφει σε έναν ακόμα εμβληματικό ρόλο από τα παλιά, ενσαρκώνοντας με νεύρο τον ιδιότροπο και πεισματάρη Ντέκαρντ. Ξεχωρίζει, επίσης, η Σίλβια Χοκς ως το δεξί χέρι του πανίσχυρου Γουάλας. Στα της μουσικής επένδυσης, η αποπομπή του Γιοχάν Γιόχανσον έφερε στο τιμόνι τον Χανς Ζίμμερ, με αποτέλεσμα ένα σάουντρακ-φόρο τιμής στον αξεπέραστο Βαγγέλη Παπαθανασίου.

Βαθμολογία: 4,5/5

2 σκέψεις σχετικά με το “Κριτική για το «Blade Runner 2049»

  1. Ωραία κριτική, συμφωνώ σε όλα. Ιδίως στο πρώτο μισό είχα πάθει πλάκα. Δεν σχολίασες όμως το φινάλε, που είναι το μόνο που με απογοήτευσε, καμία σχέση με το original Blade Runner που γράφτηκε με ανεξίτηλο μελάνι στην ιστορία του σινεμά.

    Αρέσει σε 1 άτομο

    1. Απολογούμαι για την καθυστερημένη απάντηση, καθότι δεν είμαι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με το σύστημα ειδοποιήσεων στα σχόλια.

      Ευχαριστώ για τα καλά λόγια και χαίρομαι που συμφωνούμε. Ίσως το φινάλε δεν με πείραξε τόσο διότι με είχε συνεπάρει το δράμα του τραγικού πρωταγωνιστικού ήρωα. Δεν αρνούμαι όμως ότι, ως σύλληψη, δεν διακρίθηκε για την πρωτοτυπία του.

      Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s