Κριτική για το «Battle of the Sexes»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Το σκηνοθετικό δίδυμο των Τζοναθαν Ντέιτον και Βαλερί Φάρις (Little Miss Sunshine) ξαναζωντανεύει το αληθινό χρονικό της περιβόητης «μάχης των φύλων», που διεξήχθη το 1973 σε δύο τενιστικά «επεισόδια», κλυδωνίζοντας τις παγιωμένες σοβινιστικές αντιλήψεις της αμερικανικής κοινωνίας απέναντι στη γυναίκα. Το «Battle of the Sexes» («Η Μάχη των Φύλων») αφηγείται τα γεγονότα που οδήγησαν στον περιβόητο αγώνα μεταξύ του προκλητικού παλαίμαχου πρωταθλητή Μπόμπι Ριγκς (Στιβ Καρέλ) και της θρυλικής Μπίλι Τζιν Κινγκ (Έμα Στόουν), συμπεριλαμβάνοντας και την πρώτη αναμέτρηση του Ριγκς απέναντι στη Μάργκαρετ Κορτ (Τζέσικα ΜακΝάμι).

Πειστικά πρόσωπα και σκηνικά αναβιώνουν καταλλήλως την εποχή, σε μια δραμεντί που προσεγγίζει με ανάλαφρο, αλλά αρκούντως συμπαγή τρόπο το τοξικό κλίμα που επικρατούσε, εν μέσω έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων για τη θέση της γυναίκας. Στους δύο πόλους της ταινίας, συναντάμε την αποφασιστική Κινγκ, η οποία ηγείται του κινήματος των τενιστριών για ισότιμες απολαβές με τους άνδρες (σ.σ. με πρώτο και κύριο επιχείρημα το ότι οι αγώνες των δύο φύλων ήταν εξίσου δημοφιλείς), και στον αντίποδα τον δραστήριο «καταφερτζή» Ριγκς, πρώην πρωταθλητή τενίστα και νυν μανιώδη τζογαδόρο, που σπεύδει να επωφεληθεί των περιστάσεων, διοργανώνοντας έναν πολυδιαφημισμένο αγώνα-«ξεκαθάρισμα» ανάμεσα στα δύο φύλα. Εάν ο 55χρονος κέρδιζε την εν ενεργεία νούμερο 1 τενίστρια της παγκόσμιας κατάταξης, οι γυναίκες δεν θα δικαιούνταν ισότιμη θέση στο επαγγελματικό τένις, αλλά και… πουθενά αλλού! Η ένταση των έμφυλων διακρίσεων υπογραμμίζεται μέσω της υποτιμητικής ρητορικής απέναντι στο γυναικείο φύλο, η οποία εκφράζεται από τα πλέον επίσημα χείλη. Ο απροκάλυπτος χαρακτήρας των ειρωνικών επιθέσεων, συνιστά και την ειδοποιό διαφορά σε σχέση με τη σημερινή εποχή, η οποία ναι μεν διέπεται από πολιτική ορθότητα, αλλά οι προκαταλήψεις εξακολουθούν να υποβόσκουν.

Η ταινία κρατά καλά τις ισορροπίες ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές, χωρίς να υποπίπτει στο σφάλμα να εμφανίσει τον Ριγκς ως κατά συνείδηση σοβινιστή, αλλά ως τον κωμικά υπερδραστήριο οπορτουνιστή που πραγματικά ήταν. Κάτω από το προσωπείο του ξεδιάντροπου σόουμαν, η ταινία αποκαλύπτει έναν ανασφαλή άνθρωπο, ο οποίος αναζητά εναγωνίως την επιβεβαίωση. Από την άλλη, το κάπως άτσαλα στιλιζαρισμένο παράνομο ερωτικό ειδύλλιο της Κινγκ με την κομμώτριά της (Αντρέα Ραϊσμπορόου), δίνει την «πάσα» για τον σχολιασμό του επίκαιρου ζητήματος της καταπίεσης των σεξουαλικών προτιμήσεων. Μας υπενθυμίζει, λοιπόν, ότι εάν στην κοινωνία του χθες οι γυναίκες και η πάλη τους για ίσα δικαιώματα γίνονταν ανοιχτά αντικείμενο χλεύης, παραπλήσια αντιμετώπιση εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα απέναντι στην LGBT κοινότητα. Εάν, λοιπόν, οι τότε οπαδοί του σεξισμού μοιάζουν γελοίοι σήμερα, θα πρέπει να ισχύει το ίδιο και με τους σύγχρονους οπαδούς του κοινωνικού αποκλεισμού. Θέλοντας να δώσει μια πιο ανάλαφρη νότα, ο σεναριογράφος Σάιμον Μπουφόι επικεντρώνεται σε ορισμένες όχι ιδιαίτερα εμπνευσμένες στιχομυθίες ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, με τις οποίες θέλει απλά να καταδείξει το πόσο πολύ υποτιμούσαν οι άνδρες τις γυναίκες.

Ο δυναμισμός που επιδεικνύει η Κινγκ κατά τις δημόσιες εμφανίσεις της, αλλά και εντός του γηπέδου, όπου καλείται να παλέψει για να κερδίσει τον σεβασμό προς όλες τις γυναίκες (η διαφορά νοοτροπίας με την Κορτ), σε αντιδιαστολή με την αγωνία της μπερδεμένης ιδιωτικής ζωής και σεξουαλικής ταυτότητας, προσφέρουν μια πολύ ενδιαφέρουσα συνύπαρξη αντιθέσεων. Η ταινία, όμως, έχει ξεκινήσει εστιάζοντας απότομα στη γνωστή χολιγουντιανή συνταγή του αουτσάιντερ που θριαμβεύει κόντρα στις πιθανότητες, χωρίς να προβαίνει σε επισταμένη ανάλυση της προσωπικότητας της Κινγκ («είσαι ο πιο ενδιαφέρον άνθρωπος που έχω γνωρίσει» της εξομολογείται η κομμώτρια Μέριλιν, αλλά εμείς μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε για αυτό), ούτε και να εστιάζει αρκετά σε ορισμένους από τους πολλά υποσχόμενους υποστηρικτικούς ρόλους, όπως ο σύζυγός της Αμερικανίδας, Λάρι. Με αυτούς τους εμπορικούς όρους, το «Battle of the Sexes» συστήνεται προβλέψιμα στο ευρύ κοινό.

Αν και είναι πρόθυμος να παρουσιάσει την ανθρώπινη πλευρά των δύο βασικών προσώπων της ιστορίας, ο Μπουφόι επιλέγει να μην ασχοληθεί με την πολυεπίπεδη μεταξύ τους σχέση τους. Κρίνοντας αποκλειστικά από την ταινία, θα φανταζόταν κανείς ότι η Κινγκ πίστευε τα χειρότερα για τον αντίπαλό της, όμως στην πραγματικότητα το δίδυμο συνδέθηκε με στιβαρούς δεσμούς φιλίας μέχρι τα στερνά του Ριγκς. Από ένα σημείο και ύστερα, το σενάριο περιορίζεται στα γεγονότα των δύο παιχνιδιών και της προετοιμασίας που προηγήθηκε αυτών, εμφανίζοντας την αγωνιστική προσέγγιση των αθλητών ως κλειδί του αποτελέσματος. Τέλος, μοιάζει να «τιμωρεί» αγωνιστικά τη θρησκόληπτη Μάργκαρετ Κορτ για τις κατά καιρούς βιτριολικές δηλώσεις της κατά των σεξουαλικών μειονοτήτων, σχεδόν παρουσιάζοντάς την ως μια αθλήτρια της «σειράς», που ευνοήθηκε από τη συγκυρία της συναισθηματικής σύγχυσης και των ενοχών που βίωνε η Κινγκ (στην πραγματικότητα, η Κορτ κατέκτησε τους τρεις από τους τέσσερις σημαντικότερους τίτλους της χρονιάς και συνολικά 24 Γκραν Σλαμ στην καριέρα της· τα διπλάσια σε σχέση με την Αμερικανίδα, με το ρεκόρ της Αυστραλέζας να στέκει μέχρι σήμερα ως το καλύτερο στο γυναικείο τένις).

Για να μιλήσουμε και με τενιστικούς όρους, μπορεί η ταινία να μην πετυχαίνει έναν εμφατικό winner… αλλά τουλάχιστον κρατά το κίτρινο μπαλάκι μέσα στο παιχνίδι, χωρίς να υποπίπτει σε κάποιο ηχηρό αβίαστο λάθος. Παίζοντας όμως τόσο συντηρητικά, μάλλον το μόνο που μπορεί να αποκομίσει στο τέλος είναι μια… κολακευτική ήττα.

Βαθμολογία: 2,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s