Κριτική για το «Mother!»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Η ταινία που έκλεισε τις 23ες Νύχτες Πρεμιέρας ήταν εκείνη που έμελλε να διχάσει περισσότερο το κοινό του αθηναϊκού φεστιβάλ…

Ένας μεσήλικας συγγραφέας με μπλοκαρισμένη έμπνευση, ζει αρμονικά μαζί με τη νεαρά σύζυγό του στο απομονωμένο σπίτι τους. Η εμφάνιση δύο απρόσκλητων επισκεπτών στο κατώφλι τους, και η προθυμοποίηση του συγγραφέα να τους φιλοξενήσει, θα αλλάξει τα πάντα, διαταράσσοντας για τα καλά την ηρεμία του ζευγαριού.

To «Mother!» είναι ένας αινιγματικά σκοτεινός κινηματογραφικός εφιάλτης, σπαρμένος με καρπούς μαύρου χιούμορ. Εντούτοις, η αρχή της ταινίας, που θυμίζει νηνεμία πριν την καταιγίδα, δεν προδίδει τίποτα από όσα θα επακολουθήσουν. Η ανώνυμη σύζυγος (Τζένιφερ Λόρενς) ανακαινίζει υπομονετικά το επιβλητικά δαιδαλώδες βικτωριανό σπίτι, και εμείς παρατηρούμε έναν άνθρωπο μειλίχιο και ισορροπημένο, εν πλήρη ηρεμία ψυχής. Είναι φανερό ότι η σχέση της ηρωίδας με την παράξενη οικία διαρρηγνύει τα όρια του ρεαλισμού. Ακουμπώντας το χέρι στον τοίχο, η νοικοκυρά αφουγκράζεται την καρδιά του σπιτιού, του προσωπικού χώρου που τόσο θέλει να επιμεληθεί και να φροντίσει. Και τότε, η πρώτη ανωμαλία, προοικονομεί την οριστική απώλεια της ηρεμίας, που είναι γραφτό να μην κρατήσει περισσότερο από αυτές τις σκηνές.

Στην αντίπερα όχθη… Εκείνος (Χαβιέρ Μπαρδέμ) ψάχνει εναγωνίως τρόπο ώστε να ταράξει τα νερά της λιμνάζουσας έμπνευσής του. Το αντρόγυνο δείχνει να έχει εκ διαμέτρου αντίθετες βλέψεις, και αυτή η αίσθηση διογκώνεται κατά τη συμβίωσή τους με ένα άγνωστο ζευγάρι ξένων (Εντ Χάρις, Μισέλ Φάιφερ… ή αλλιώς Αδάμ και Εύα). Οι διόλου διακριτικοί φιλοξενούμενοι δεν θα αργήσουν να προκαλέσουν αναστάτωση με τη θρασύτητά τους, μα οι δύο οικοδεσπότες θα υποδεχτούν το τεταμένο κλίμα με πολύ διαφορετικό τρόπο.

Η αποστασιοποίηση του ζευγαριού φέρνει στο προσκήνιο την παντελώς παραμελημένη -από τον εγωκεντρικό σύζυγο- ηρωίδα. Τεχνηέντως, το μακιγιάζ δίνει στη Λόρενς όψη πορσελάνινης κούκλας, ενώ τα συνεχή γκρο πλαν της κάμερας στο εύθραυστο πρόσωπό της επιτείνουν την κλειστοφοβική αίσθηση του αδιεξόδου. Από την πλευρά της, η ηθοποιός είναι σε θέση να επικοινωνήσει την ευαλωτότητα του χαρακτήρα της απέναντι στα πρωτόγνωρα ερεθίσματα. Κάπου εκεί, αυτό που έχει ξεκινήσει ως μαύρη -καμουφλαρισμένη με την αισθητική του ψυχολογικού τρόμου- κωμωδία (το χρονικό μιας φορτικής επίσκεψης), καταλήγει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Αυτό, εκ πρώτης όψεως, διαφαίνεται μέσω των άφθονων χτυπητών θρησκευτικών συμβολισμών.

Η βιβλική διήγηση συνιστά μια ιδιαίτερα συνεπή επιρροή για τα έργα του Ντάρεν Αρονόφσκι («Pi», «The Fountain», «Noah»), καθώς ο Αμερικανός σκηνοθέτης αρέσκεται στο να την αντιμετωπίζει ως μια ενδιαφέρουσα μορφή μυθολογίας. Εδώ, το περιεχόμενο των Γραφών αποτελεί έναυσμα για μια ιστορία που διεγείρει τη σκέψη και τον προβληματισμό, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα έργο ίσως πιο πειραματικό από ποτέ. Έτσι, ο τελευταίος λόγος ανήκει στον σαστισμένο θεατή, που ίσως δυσκολευτεί -ή νιώσει απρόθυμος- να αποκρυπτογραφήσει -πέρα από τα προφανή- το διόλου οικείο κινηματογραφικό οικοδόμημα.

Όλα ξεκινούν από το προπατορικό αμάρτημα, που διαπράττει το αδιάκριτο φιλοξενούμενο ζευγάρι, και συνεχίζονται κατά την επέλαση αυξανόμενων παρασιτούντων εισβολέων στο σπίτι. Οι υλικές ζημιές που προκαλούν με τη βάρβαρη συμπεριφορά τους, έχουν άμεση επίδραση στην οικοδέσποινα, τραυματίζοντάς την ψυχικά. Αυτό το ισχυρό δέσιμο οικοδέσποινας-σπιτιού, παραπέμπει εμφανώς στον δεσμό ανάμεσα στο αρχέτυπο της Μητέρας-Γης, η οποία είναι η προσωποποίηση της φύσης, και τον πλανήτη μας, ο οποίος επιβαρύνεται από τον άνθρωπο. Όσο για τον σύζυγο, είναι ήδη εμφανές ότι ενσαρκώνει τον Θεό, ως δημιουργό του κόσμου και του ανθρώπου. Εκείνος και η «Μητέρα», θα φέρουν στη ζωή τον Μεσσία. Οι επισκέπτες, που δεν σέβονται τον χώρο και τον επιβαρύνουν, είναι η ανθρωπότητα. Έτσι, επιβεβαιώνεται ότι η ταινία δεν είναι μια απλή αλληγορία για την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, αλλά χρησιμοποιεί το θρησκευτικό στοιχείο ως όχημα για να εστιάσει στην αέναη πάλη μεταξύ του διψασμένου για έλεγχο ανθρώπου, ενάντια στη γη, η οποία αγωνίζεται για να επιβιώσει από τις κυριαρχικές του τάσεις.

Γεγονότα της χριστιανικής διδασκαλίας, όπως η ιστορία των αδελφών Κάιν και Άβελ, η γέννηση του θείου βρέφους και τα δώρα των μάγων, ο Αμνός του Θεού και η μετάληψη, χρησιμοποιούνται μέσα σε ένα διαφοροποιημένο γενικό πλαίσιο από αυτό των Γραφών, προκαλώντας τρόμο και αποστροφή. Επιπλέον, η υπόσταση των βασικών προσώπων της ιστορίας επιδέχεται παραπάνω από μία ερμηνεία, με τους ρόλους να υποστηρίζουν με πειστικότητα τις διαφορετικές σημασίες που μπορούν να τους αποδοθούν. Για παράδειγμα, υπάρχουν στιγμές παρακολουθούμε έναν διαστρεβλωμένο -για τα σημερινά δεδομένα- Δημιουργό, που ελκύεται από την κολακεία (η συμπεριφορά αυτή παραπέμπει περισσότερο στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης) και εξού έχει αναπτύξει μια αρρωστημένη και εμμονική αγάπη για τους μπολιασμένους με απληστία και εγωισμό ανθρώπους. Άλλωστε, οι τελευταίοι επινοήθηκαν κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του ιδίου.

Την ίδια στιγμή, λαμβάνοντας τον ποιητή τοις μετρητοίς και μην κοιτώντας κάτω από την επιφάνεια, η ταινία μπορεί κάλλιστα να σχολιάζει τους ρόλους που παραδοσιακά αποδίδονται στα δύο φύλα, ή ακόμη και μια μονόπλευρη σχέση, στην οποία ο ένας σύντροφος χειραγωγεί τον άλλον για να ικανοποιήσει ιδιοτελείς σκοπούς. Επιπλέον, φαίνεται ότι διερευνώνται τα κίνητρα της δημιουργικότητας, αλλά και το πρόσφορο έδαφος που χρειάζεται ώστε να καρποφορήσουν μερικές από τις εκφάνσεις της (μπορεί να υπάρξει γόνιμη καλλιτεχνική έκφραση δίχως βίαιες τριβές, απρόοπτα και συγκρούσεις;). Άλλες στιγμές, η ταινία κάνει έμμεσες αναφορές στο φλέγον ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και της βιωσιμότητας του πλανήτη, χωρίς τα υπόλοιπα ερμηνευτικά μονοπάτια να σβήνονται από τον χάρτη.

Η ταινία «Mother!» είναι σίγουρα το πιο φιλόδοξο έργο του Αρονόφσκι μέχρι σήμερα. Σκηνοθετώντας ένα δικό του σενάριο, ο Αμερικανός δημιουργεί με άκρως προσωπικό τρόπο μία δεύτερη, παράλληλη αλληγορία, για τη διαχρονική κατάσταση της ανθρωπότητας στα βάθη της ιστορίας. Η ταινία έχει ξεκινήσει ατμοσφαιρικά, έχοντας μια σαφή δομή, όμως στη συνέχεια ξεφεύγει από το καλούπι της, προτού αφεθεί εντελώς ανεξέλεγκτη, σχεδόν ενδίδοντας στην παραφροσύνη. Στοιχεία της δυτικής κουλτούρας, όπως το star system, η υπερέκθεση, η εμπορευματοποίηση της ιδιωτικής ζωής και η θεοποίηση των καλλιτεχνών και των κοσμικών (επίδραση ποπ κουλτούρας), φέρνουν τον κοινωνικό σχολιασμό στα μέτρα του σήμερα. Όμως τα νοήματα και η συνολική ματιά είναι υπεράνω εποχής.

(Spoiler alert) Στην πόρτα του διάσημου ποιητή εμφανίζεται ένα ισχυρό ρεύμα εκδηλωτικών οπαδών, που εισβάλλει εκκωφαντικά για να πλιατσικολογήσει κάθε λογής αντικείμενα -ως ενθύμια- από το σπίτι (σ.σ. ίσως ένας διακριτικά ειρωνικός φόρος τιμής στον υλισμό). Ξάφνου, οι θαυμαστές, έχοντας παρερμηνεύσει τα λόγια του Δημιουργού (όπως ακριβώς είχε συμβεί στην περίπτωση του κηρύγματος του Ιησού), δίνουν τη θέση τους σε ένα ορμητικό ποτάμι που άλλοτε θυμίζει βίαιη πολιτική κινητοποίηση, κι άλλοτε οργάνωση στυγνών εγκληματιών. Πλέον, η κλιμάκωση αποκτά ραγδαίο ρυθμό, μετατρέποντας τα κάτω στρώματα του σπιτιού σε εμπόλεμη ζώνη. Το ζευγάρι φυγαδεύεται, για να επιστρέψει στην αγκάλη των θρησκευτικών ακολούθων, και ο μπερδεμένος θεατής έχει παρακολουθήσει μέσα σε μικρό διάστημα μια ανθολογία των δεινών της ανθρωπότητας (πόλεμος, βία, δουλεία και κάθε λογής εκμετάλλευση), που φυσικά καθοδηγούνται από τον εκάστοτε φανατισμό (το έργο μάς υπενθυμίζει ότι ακόμη και τα πιο συνετά λόγια μπορούν να παρερμηνευθούν υπό το πρίσμα του). Πραγματευόμενη τις συμπεριφορές της μάζας και των γητευτών της σε πεδία όπως οι τέχνες, η πολιτική και η θρησκεία, η ταινία εκθέτει τα ομοιόμορφα συμπεριφορικά μοτίβα που την διέπουν. Ταυτόχρονα, όμως, με την πολιτικοκοινωνική αυτή αλληγορία, δεν παύει να εκτυλίσσεται και η… περιβαλλοντική, μέσα από τις θρησκευτικές παραπομπές. Κι όλα αυτά καταλήγουν σε ένα ερώτημα: Μήπως, τελικά, το «Mother!» είναι μια ταινία-αυτοκριτική του Αρονόφσκι, για το πόσο δύσκολο είναι να συζήσει κανείς με έναν διάσημο άνδρα καλλιτέχνη; (άραγε είναι τυχαίο ότι την πρωταγωνίστρια ερμηνεύει η σύντροφός του στην πραγματική ζωή;)

Όλα ξεκινούν και τελειώνουν με την αγάπη, δηλαδή την έννοια στην οποία η χριστιανική διδασκαλία αποδίδει ρόλο ακρογωνιαίου λίθου. Κάπως έτσι, άρχεται μια νέα παραλλαγή του κύκλου που μόλις έκλεισε. Και η ανθρωπότητα συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτη.

Συνοψίζοντας, το «Mother!» είναι ένα εξαιρετικά φιλόδοξο εγχείρημα που έχει τα εχέγγυα ώστε να δώσει στον θεατή τροφή για σκέψη, μέσα από τις παράλληλες αναγνώσεις του περιεχομένου του. Εμπνευσμένος από τη χριστιανική παράδοση, ο Αρονόφσκι δημιουργεί μια προσωπική ανθρώπινη ιστορία, την οποία διαρθρώνει χρησιμοποιώντας έναν Βιβλικό πυρήνα. Μέσω αυτής και των συμβολισμών της, εκφράζει με μοναδικά πρωτότυπο τρόπο τις γενικευμένες περιβαλλοντικές του ανησυχίες και κριτικάρει την ανθρωπότητα, προβαίνοντας σε διαπιστώσεις αναφορικά με τη θέση των δύο φύλων, τις μονόπλευρα αδιέξοδες σχέσεις, τα ιδιοτελή κίνητρα, αλλά και την ψυχολογία της μάζας στο βάθος των αιώνων. Αξίζει να τον αφουγκρασθούμε…

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s