Κριτική για το «120 battements par minute»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

120 χτύποι. Μια καρδιά που άλλοτε ξεχειλίζει από ενέργεια και άλλοτε πάλλεται στο όριο, αγωνιζόμενη. Ενίοτε, ο ρυθμός της μουσικής house, που ντύνει τα σκιρτήματα εκτόνωσης μιας ανήσυχης γενιάς. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, το AIDS είχε σκοτώσει εκατομμύρια και συνέχιζε να οριοθετεί τις ζωές ενός μεγάλου κομματιού της γκέι κοινότητας, όντας η αφορμή για να βιώσει η τελευταία καλά στο πετσί της την περιθωριοποίηση και την αδιαφορία. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Γάλλος σκηνοθέτης Ρομπέν Καμπιγιό αποφασίζει να αξιοποιήσει καλλιτεχνικά τα προσωπικά βιώματα από εκείνη την ταραχώδη εποχή, ξεναγώντας μας στα λημέρια της ακτιβιστικής οργάνωσης Act Up, με έδρα το Παρίσι.

Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία, η Act Up βρισκόταν σε φάση επέκτασης των δράσεών της, αποσκοπώντας στο να ανατρέψει τη γενικότερη αναλγησία απέναντι στην ασθένεια και τα θύματά της. Ως μέλος του ζωντανού αυτού οργανισμού, ο Καμπιγιό είχε αποκομίσει πολύ δυνατές, σχεδόν ισοπεδωτικές εμπειρίες, που όπως εξομολογήθηκε αυτοπροσώπως στο ελληνικό φεστιβάλ των 23ων Νυχτών Πρεμιέρας, χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια ώστε να κατακαθίσουν, να ωριμάσουν μέσα του, και τελικά να μετενσαρκωθούν στον κινηματογράφο, για να προκύψει το «120 battements par minute» («120 Χτύποι το Λεπτό»).

Γνωρίζοντας τις καταστάσεις εκ των έσω, ο Καμπιγιό καθίστατο ούτως ή άλλως ένας από τους πλέον κατάλληλους ώστε να πραγματευθεί με επιτυχία ένα τέτοιο χρονικό. Ακόμη κι έτσι, ο Μαροκινής καταγωγής σκηνοθέτης κάνει την υπέρβαση, ξεπερνώντας τις υψηλές προσδοκίες με την εξιστόρησή του. Σε πρώτο επίπεδο, καταφέρνει να εντάξει ομαλά τον θεατή στην καθημερινότητα της Act Up, μέσα από τη ματιά του νεοεισερχόμενου στην οργάνωση (και μη φορέα του AIDS) Νατάν. Ταυτόχρονα, προσφέρει και την οπτική γωνία ενός από τα ριζοσπαστικότερα μυαλά της οργάνωσης, του Σον. Ο Καμπιγιό έχει δημιουργήσει αυτούς τους χαρακτήρες βασιζόμενος στα πραγματικά πρόσωπα με τα οποία συναναστράφηκε στην οργάνωση.

Οι δύο πρωταγωνιστές είναι διαφορετικοί σε όλα τα επίπεδα, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την έλξη που αναπτύσσεται ανάμεσά τους να οδηγήσει σε μια πολύ δυνατή σχέση. Το θέμα της αντίθεσης εξυπηρετεί εντέχνως την αφήγηση. Ο Σον, μέσω της εμφατικής ερμηνείας του Ναΐέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, ξεχωρίζει για την τάση του να εξωτερικεύει εντόνως τα συναισθήματά του, να προκαλεί και να εκφράζει τις συνήθως ακραίες απόψεις του. Στον αντίποδα βρίσκεται ο -φρέσκος στην οργάνωση- Νατάν, που δεν έχει καμία πρότερη εμπειρία σε σχέση με τον ακτιβισμό, και είναι πιο μετρημένος ως χαρακτήρας, πράγμα που καθρεφτίζεται και στο παίξιμο του Αρνό Βαλουά. Δεν διαφέρουν μάλιστα μοναχά οι φάσεις που διανύουν στην πορεία τους στην οργάνωση, αλλά και η σχέση τους με την ασθένεια. Ο ένας, μολονότι φορέας της ασθένειας, παραμένει η προσωποποίηση της ζωτικότητας, χωρίς να κάμπτεται η διάθεση και το πείσμα του. Ο άλλος, πρόθυμος μα πιο συγκρατημένος, διατηρεί την αινιγματικότητα του παρατηρητή. Ακόμα και η ανθεκτικότητά τους απέναντι στον ιό είναι εκ διαμέτρου αντίθετη, αφού ο πρώτος κόλλησε με την πρώτη σεξουαλική επαφή, ενώ ο έτερος έχει γλιτώσει πολλάκις, παρά την αμέλειά του.

Το ευρύτερο όλον της Act Up δεν παραγκωνίζεται για χάρη των ατομικών μονάδων, καθώς το ερωτικό ειδύλλιο μεταξύ Σον και Νατάν γεννιέται καταμεσής ακτιβιστικών διεργασιών. Ο Καμπιγιό προσφέρει κινηματογραφικό χρόνο στις εκστρατείες ενημέρωσης και τις λοιπές ακτιβιστικές αποστολές, αποδίδοντας τις κατάλληλες κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις στην πορεία που διέγραψε η ασθένεια. Η παντελής άγνοια για το AIDS και τα σαφή μέτρα πρόληψης, αλλά και ο άκρατος τυχοδιωκτισμός των ανενόχλητων φαρμακευτικών εταιρειών, εκθέτει την ανύπαρκτη μέριμνα της -τότε- κυβέρνησης, των κρατικών και λοιπών κοινωνικών φορέων, αλλά και την αδιαφορία της κοινής γνώμης απέναντι σε μια ασθένεια που όλοι οι προαναφερθέντες αντιμετώπιζαν ως θεόσταλτη αρρώστια για την τιμωρία και την εξαφάνιση των ομοφυλόφυλων· ποιος θα ήθελε να ακατατευτεί σε αυτό; Επιπλέον, ρίχνει άπλετο φως στην πεζή καθημερινότητα της ομάδας, ζητώντας από τον θεατή να τη βιώσει στο πετσί του. Ως προς το δεύτερο σκέλος, οι διαβουλεύσεις ανάμεσα στα μέλη κατά τη διάρκεια των συνελεύσεων θυμίζουν αρκετά Εκκλησία του Δήμου, με τη συζήτηση συχνά να μονοπωλείται από ζητήματα διαδικαστικού χαρακτήρα. Οι αντιθέσεις ορίζουν και την έννοια της πολιτικής δράσης, με τη διαφορά εδώ να έγκειται ανάμεσα στα λόγια και τις πράξεις. Για παράδειγμα, ο επιδέξιος ρήτορας Σον καταφέρνει με την ευγλωττία του να αναστρέφει το δυσάρεστο κλίμα για μερικές από τις πιο αμφιλεγόμενες και βίαιες ενέργειες της οργάνωσης, και να πείθει αρκετούς για την αναγκαιότητά τους. Όσο για τις κινητοποιήσεις αυτές καθαυτές, αποτελούν πρώτης τάξεως ευκαιρία για… κινηματογραφική δράση και υποδόριο χιούμορ, αναδεικνύοντας την ευφορία της συλλογικής διεκδίκησης, που ενίοτε θυμίζει διονυσιακή τελετουργία.

Κριτική για το «120 battements par minute»

Όλα τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του σκηνικού της τότε εποχής, και αποτυπώνονται ιδανικά, μεταδίδοντας τον παλμό της συλλογικότητας που εξέπεμπε η κοινότητα με το πνεύμα της. Δεν πρόκειται, βέβαια για μια προσπάθεια εξιδανίκευσης. Συχνά οι τριβές στα ενδότερα προδίδουν τις ζυμώσεις που υφίστανται τα μέλη, αλλά και ολόκληρη η ομάδα. Τα κακώς κείμενα άλλοτε σχολιάζονται και άλλοτε επικρίνονται από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, χωρίς όμως, όπως προαναφέραμε, να λείπει το τεκμήριο της υπεράσπισης. Μια ρεαλιστική, μα πάνω από όλα σφαιρική ματιά, που ανά σημεία θυμίζει καλογυρισμένο ντοκιμαντέρ, αλλά ξεφεύγει για τα καλά από αυτό όταν επιχειρεί να εκφράσει με εικόνα το χτίσιμο του δεσμού ανάμεσα στο πρωταγωνιστικό δίδυμο. Στο τεχνικό κομμάτι, εξαιρετικό είναι και το μοντάζ, που παντρεύει σκηνές ακάματου χορού στα πάρτι των 90s με τις στιγμές των κινητοποιήσεων, βοηθώντας να αφουγκραστούμε την ηδονική αδρεναλίνη που διέπει την ομάδα και τα μέλη της ξεχωριστά.

Το κυρίαρχο θέμα της ταινίας παίρνει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις στην τελευταία πράξη της. Στην ύστατη συνεδρίαση αντικρίζουμε έναν ξεθωριασμένο Σον, σωματικά και -κυρίως- ψυχικά. Έχοντας σταδιακά καταβληθεί από την ασθένεια και χάσει τη ζωτικότητά του, ο νεαρός βλέπει την επιχειρηματολογία του να κάμπτεται μπροστά στην επέλαση της νόσου, κάτι που τον οδηγεί σε μια πιο μετριοπαθή στάση. Πλέον, μοιάζει να αποκηρύσσει το σκεπτικό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», και αρνείται να γίνουν όχημα για την πολιτική δράση οι ακραίες κινήσεις εντυπωσιασμού που πατούν πάνω στην εικόνα του ανθρώπινου πόνου. Η μεταστροφή αυτή, συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι της ολοκληρωμένης και χωρίς αναστολές ματιάς της ταινίας πάνω στο κίνημα, αλλά και στα κίνητρα και τις ανησυχίες που διέπουν τα μέλη του, κερδίζοντας την ταύτιση του θεατή. Όσο για την κατάπτωση του πρωταγωνιστή, αυτή γίνεται σοκαριστική μέσω της ερμηνείας του Μπισκαγιάρ που γίνεται όλο και πιο λιτή, καταλήγοντας σε έναν εντελώς άδειο Σον, που απλά περιφέρει το ταλαιπωρημένο του κορμί, έχοντας εκφυλιστεί πλήρως.

Με τη συμμετοχή του στο διαγωνιστικό σκέλος του 70ού Φεστιβάλ των Καννών, όπου απέσπασε -μεταξύ άλλων- το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής των Καννών, το «120 battements par minute» έτυχε ιδιαίτερης μνείας από τον πρόεδρο της επιτροπής Πέδρο Αλμοδοβάρ, σε έναν εμφανώς φορτισμένο από συγκίνηση λόγο. Διαπιστώνοντας ιδίοις όμμασι το εκτόπισμα της κινηματογραφικής της δύναμης, αλλά και την ειλικρίνεια που σαφέστατα υπερβαίνει τα πιεστικά όρια του «στρατευμένου», γίνονται εύκολα κατανοητοί οι λόγοι που η ταινία αιχμαλώτισε τις αισθήσεις του μεγάλου σκηνοθέτη… αλλά και τις δικές μας.

Με αφορμή την προβολή του «120 battements par minute» στις 23ες Νύχτες Πρεμιέρας, ο σκηνοθέτης Ρομπέν Καμπιγιό μαζί με τον πρωταγωνιστή της ταινίας, Αρνό Βαλουά, τίμησαν με την παρουσία τους το φεστιβάλ.

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s