Κριτική για το «It’s Only the End of the World» («Juste la fin du monde»)

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στη γαλλο-καναδική παραγωγή που βραβεύτηκε στις περσινές Κάννες και τα φετινά Σεζάρ, ο Ξαβιέ Ντολάν, εμπνευσμένος από το ομότιτλο θεατρικό έργο του Ζαν-Λικ Λαγκάρς, παρουσιάζει το χρονικό της επιστροφής ενός μακροχρόνια απόντα συγγραφέα στην οικογενειακή εστία. Ο Λουί, που όπως αφήνεται να εννοηθεί διανύει το τελικό στάδιο μιας θανατηφόρου ασθένειας, σκοπεύει να ανακοινώσει αυτοπροσώπως τα καθέκαστα στους στενούς του συγγενείς. Όμως αυτή η απέλπιδα προσπάθεια επαφής -και, γιατί όχι, ηρωικής εξόδου-, της οποίας τα νήματα κινεί η ψευδαίσθηση για γεφύρωση του μεταξύ τους χάσματος, θα επιτρέψει να διαπιστωθούν οι αμετάκλητες συνέπειες του δυσαναπλήρωτου κενού στη δυσλειτουργική οικογένεια.

Η αδυναμία κατανόησης είναι αυτή που δένει τα χέρια του πρωταγωνιστή, ο οποίος αποσβολωμένος δέχεται τις αδέξιες κρίσεις και τη στείρα προκατάληψη που αποπνέουν ακόμα και οι πιο ειλικρινείς προσεγγίσεις. Πώς μπορεί να ανακοινώσει τον θάνατό του σε ανθρώπους που έχουν ήδη θρηνήσει την απουσία του; Για αυτούς, η φυγή του ήταν από μόνη της ένας μικρός θάνατος, και ταυτόχρονα μια κατάσταση που οδήγησε σε ερήμην καταδίκη. Το «It’s Only the End of the World» («Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου») είναι η κατάδειξη της χαμένης ευκαιρίας για επικοινωνία και κατάθεση των εσώψυχων, έστω και την ύστατη στιγμή. Βασίζεται σε μια ετερόκλητη γκάμα ερμηνειών που θα μπορούσε εύκολα να ξενίσει, δεδομένου ότι οι χαρακτήρες δείχνουν αρκετά στερεοτυπικοί. Εντούτοις το απόγευμα που περνάει ο Λουί μαζί τους είναι αρκετό για να τους δούμε να ξεδιπλώνονται… ανατρεπτικά. Η κάμερα ζουμάρει στα θρυμματισμένα πρόσωπά τους και το κλίμα παραμένει τεταμένο καθώς η καχυποψία, οι τύψεις και τα απωθημένα αναβλύζουν σαν λάβα μνησικακίας, έτοιμη να πυροδοτήσει απρόβλεπτες εκρήξεις. Ανάμεσα σε αυτή την ενίοτε ανυπόφορη ένταση και την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα των κοντινών πλάνων, η βύθιση στον εσωτερικό κόσμο ανασκάπτει μνήμες θαμμένες στο υποσυνείδητο του πρωταγωνιστή, που ξεπηδούν με ζωηράδα, υποβοηθούμενες από μουσικά θέματα καίριας ωραιότητας.

Προς το τέλος, το τρυφερό άγγιγμα του Ντολάν στην έννοια του χρόνου, βλέποντάς τον περισσότερο σαν κλεψύδρα που αδειάζει από τους τελευταίους κόκκους, αναδίδει ένα μεθυστικά νοσταλγικό άρωμα. Η ολοκλήρωση έρχεται με έναν όμορφο συμβολισμό (ο κούκος στο ρολόι τοίχου). Άξιο αναφοράς το λαμπερό καστ, που βοηθά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο (Γκασπάρ Ουλιέλ, Ναταλί Μπάι, Μαριόν Κοτιγιάρ, Βενσάν Κασέλ, Λεά Σεϊντού).

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s