Κριτική για το «Hell or High Water»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Υπάρχουν λόγοι και αιτίες που το «Hell or High Water» («Πάση θυσία») έχει χτυπήσει -σχεδόν από το πουθενά- την πόρτα των Όσκαρ. Η ταινία είναι ένα συγκρατημένο σύγχρονο γουέστερν με μαύρο χιούμορ, καλή φωτογραφία και φρέσκια οπτική στη δράση της. Επιπλέον, διαθέτει μια ιντριγκαδόρικη κεντρική ιδέα, την οποία αντλεί από τις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες στις ΗΠΑ. Στις υπηρεσίες αυτής επιστρατεύονται οι ευφυείς διάλογοι, ενόσω οι ερμηνευτές συνεισφέρουν τα μέγιστα στην εξύψωση του περιεχομένου τους. Εντούτοις, αν και η ταινία σωστά παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά, οι ατασθαλίες της διάτρητης πλοκής και ορισμένες απροσεξίες στη δόμηση των χαρακτήρων στερούν τις προοπτικές για ρεαλιστικό κινηματογράφο πολύ υψηλού επιπέδου.

Οικογενειάρχης, πλην χωρισμένος, ο Τόμπι Χάουαρντ (Κρις Πάιν) θέλει να προσφέρει στα παιδιά του μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Ο κίνδυνος απώλειας του οικογενειακού ράντσου που θα εξασφάλιζε το μέλλον τους, οπλίζει το χέρι του και τον εξωθεί σε συνεργασία με τον άρτι αποφυλακισθέντα αδελφό του, Τάνερ (Μπεν Φόστερ). Στόχος τους: Τα χρήματα ενός τραπεζικού οίκου με τον οποίο υπάρχει… προϊστορία. Ο Σκωτσέζος σκηνοθέτης Ντείβιντ Μακένζι βιάζεται να τυποποιήσει τους ήρωές του και αυτό δεν του βγαίνει πάντα σε καλό. Στην περίπτωση του πρωταγωνιστικού διδύμου, σκοντάφτει σε κάποιες επιτηδευμένες κατονομασίες προσώπων και γεγονότων (η μητέρα, ο πατέρας, ο διαφορετικός τους ρόλος και τα περιστατικά απώλειας του καθενός) που στοχεύουν ολοφάνερα στην ενσυναίσθηση του θεατή. Αυτές οι λίγες, αλλά άτσαλες στροφές στον συναισθηματισμό, καταπίνονται αμάσητες, αφήνοντας πίσω μια ελαφρώς στυφή επίγευση.

Η σκιαγράφηση του Τόμπι ως οξυδερκούς και συνετού χαρακτήρα, έρχεται να εξισορροπήσει τον απρόβλεπτα εκρηκτικό ομοαίματο συνεργό του. Κι ενώ το σχολαστικά προμελετημένο σχέδιο του πρώτου είναι άψογο, η προσπάθεια να προσδοθεί ειδικό βάρος στην περσόνα του χάνει ένα μέρος του ερείσματός της ένεκα του προσχηματικού λόγου εξώθησης στην παράνομη δραστηριότητα. Δεν χρειάζεται κάποιος ειδικός οικονομικός αναλυτής για να πιστοποιήσει τις βιώσιμες, αναίμακτες και απείρως ασφαλέστερες λύσεις που υφίσταντο για τη διάσωση της υποθηκευμένης περιουσίας (ειδικά όταν το επερχόμενο κέρδος προέβαλλε ως υπερπολλαπλάσιο του αναγκαίου κεφαλαίου αποδέσμευσης) πριν προκριθεί η -υπό αυτές τις συνθήκες- παιδαριώδης επιλογή της αυτοδικίας. Επίσης, στην προσπάθεια να τού απονεμηθεί μια άλλη ταμπέλα, αυτή του ηθικού, καθίσταται υπαίτιος της δεινής θέσης στην οποία περιέρχεται το δίδυμο από την πρώτη κιόλας ληστεία (κυριολεκτικά με την πλάτη στα σκάγια).

Όσο για τον έτερο αδελφό, εκείνος είναι η αυτοκαταστροφική περίπτωση που συναντάμε σε πολλές ταινίες του γκανγκστερικού είδους. Στερούμενος θεμελιώδους πρωτοτυπίας ως σύλληψη, διαθέτει κωμικά στοιχεία που είναι μεν σπαρταριστά, διογκώνουν δε την εντύπωση ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εύκολα άξιος εμπιστοσύνης από έναν διαυγή νου, ο οποίος καλούνταν να ρισκάρει μαζί του μέχρις εσχάτων. Μερικές από τις αυθαίρετες αποφάσεις του Τάνερ αποτελούν σε βάθος χρόνου μια εύκολη οδό προώθησης της πλοκής. Άλλες φορές, διαφαίνεται σε αυτόν η σκοτεινή και τυραννισμένη όψη ενός εκδιωχθέντα από τον κοινωνικό ιστό, η οποία και τον διασώζει οριστικά από την καρικατούρα.

Ασφαλώς, το «Hell or High Water» είναι μια ταινία με ισχυρές δόσεις πραγματικής έμπνευσης. Όταν μιλάμε για τέτοιες, εκτός από το αξιομνημόνευτο κυνικό χιούμορ, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και την εύστοχη αντιπαραβολή του παράνομου ζευγαριού με τους κυνηγούς του εγκλήματος, η οποία διεξάγεται με φόντο την «άγρια», σκονισμένη αμερικανική ύπαιθρο και τις αραιοκατοικημένες κωμοπόλεις του Τέξας. Τα κίνητρα αμφότερων είναι ευδιάκριτα και οι ισορροπίες που κρατά η ταινία βοηθούν στην κατανόησή τους, χωρίς να εκβιάζουν τη σύνταξη με κάποια από τις δύο πλευρές. Από τη μία βρίσκονται οι ληστές, με το προσεγμένο πλάνο και τον σκοπό που αγιάζει τα μέσα. Από την άλλη, ο παλιομοδίτικος Τεξανός σερίφης Μάρκους (Τζεφ Μπρίτζες), που κυνηγά μια τελευταία επιτυχία πριν τη σύνταξη και επιδίδεται σε ρυπαρά ρατσιστικά πειράγματα με αποδέκτη τον -μισό Ινδιάνο μισό Μεξικανό- συνεργάτη του, Αλμπέρτο (Τζιλ Μπέρμιγχαμ). Βέβαια, εάν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, παρατηρεί ότι η σχέση τους έχει υπόβαθρο στοργής.

kritiki-gia-to-hell-or-high-water2

Όσο το κυνηγητό συνεχίζεται, θυμίζοντας ανά διαστήματα παρτίδα σκακιού, γινόμαστε θιασώτες μιας ενδιαφέρουσας διαδικασίας σύγκλισης απόψεων που λαμβάνει χώρα ερήμην των αντιμαχόμενων πλευρών και τελικά καταδεικνύει ότι οι δυο τους είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι συνθήκες είναι αυτές που φέρνουν τον έναν απέναντι στον άλλο, και εκείνες καθορίζονται από τα νήματα που κινεί ο μοναδικός φορέας ατόφιου αμοραλισμού της συγκεκριμένης ιστορίας. Ο λόγος για το απρόσωπο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, που αποσκοπεί μονάχα στο κέρδος και δεν έχει ηθικούς φραγμούς.

Η άτεγκτη τράπεζα και τα υποχθόνια -όπως παρουσιάζονται εδώ- στελέχη της απέχουν παρασάγγας από καθετί το ανθρώπινο, αποτελούν όμως βασική αφορμή για τον κάπως αδέξιο κοινωνικό σχολιασμό στον οποίο επιδίδεται η ταινία. Όχι φυσικά επειδή οι εκάστοτε διάλογοι έχουν αδυναμίες. Αντιθέτως, οι στιχομυθίες και οι εκτενείς συνομιλίες είναι πανέξυπνες, μόνο που φαντάζουν κάπως αφύσικες σε σκηνές όπως αυτή του εστιατορίου, ή στην περίπτωση της κουβέντας για τον αποικισμό της Αμερικής και τη γη που αλλάζει χέρια με κοινό παρονομαστή την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Φαίνεται, έτσι, ότι η μετάβαση σε αυτές θα έπρεπε να είχε προετοιμαστεί καλύτερα.

Η λύση του γόρδιου δεσμού (SPOILER ALERT) έρχεται από τον πιο ολοκληρωμένο χαρακτήρα της ταινίας (Τόμπι), ο οποίος έχοντας γνώση των δεδομένων, δεν εμμένει σε μια μετωπική, μέχρι τέλους σύγκρουση με την τράπεζα, αλλά ελίσσεται περίτεχνα, εκμεταλλευόμενος τα ανήθικα κίνητρά της για να πραγματοποιήσει τους δικούς του σκοπούς. Η διευθέτηση του όλου ζητήματος είναι και το ζουμί της ταινίας, χωρίς διαθέσεις ωραιοποίησης προσώπων και καταστάσεων. Η προσοχή είναι καλύτερο να μείνει στραμμένη εκεί, παρά στην τραβηγμένη εκδοχή της μη αναγνώρισης και ταυτοποίησης του δράστη με τις ληστείες και τις εγκληματικές ενέργειες, παρουσία πλειάδας μαρτύρων (αν όχι οι δικαιολογημένα αντιδραστικοί πολίτες, τα όργανα του αστυνομικού μπλόκου από το οποίο πέρασε ο δράστης, όφειλαν απλά να πράξουν το καθήκον τους).

Συνοψίζοντας, μπορεί το «Hell or High Water» να είναι σεναριακά άνισο (ο σεναριογράφος του «Sicario», Τέιλορ Σέρινταν, έχει αδιαμφισβήτητο ταλέντο, όμως εδώ στιγματίζεται από απότομα σκαμπανεβάσματα) και να κουβαλάει δανεικά θέματα (κυρίως από το «No Country for Old Men» των αδελφών Κοέν), δίνει όμως αρκετή τροφή για σκέψη, κερδίζει πόντους από την πολύ καλή ηθοποιία και το σασπένς στις όμορφες κορυφώσεις του, ενώ και στο τεχνικό κομμάτι αφήνει τις καλύτερες των εντυπώσεων. Δυστυχώς, οι σημαντικότατες αρετές του ξοδεύονται σε ένα πακέτο με χτυπητές ατέλειες. Από τα συστατικά των πρώτων, σίγουρα θα μπορούσε να προκύψει η αξέχαστη κινηματογραφική εμπειρία… για την οποία παραδόξως πολλοί κάνουν λόγο. Μόνο, όμως, εφόσον η σεναριακή συνταγή ήταν αρκούντως προσεγμένη στη λεπτομέρειά της.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s