Κριτική για το «Silence»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στο πρώτο μισό του 17ου αιώνα, δύο Πορτογάλοι ιησουίτες ιερείς αναζητούν τα ίχνη του αγνοούμενου μέντορά τους, πάτερ Φερέιρα, όταν πληροφορούνται για μια φήμη που τον θέλει να έχει αποκηρύξει την πίστη του. Αφορμής δοθείσης, ταξιδεύουν ως την Άπω Ανατολή, και συγκεκριμένα στην Ιαπωνία, χώρα όπου η ιεραποστολική δράση του τελευταίου διακόπηκε απότομα. Εκεί, ξέρουν ότι θα έρθουν αντιμέτωποι με μια εχθρική πολιτική εξουσία, η οποία απεχθάνεται τον χριστιανισμό και θέτει υπό διωγμό τις «φωνές» και τους οπαδούς του. Το «passion project» του Μάρτιν Σκορσέζε, το οποίο βρισκόταν στα σκαριά επί μία τριακονταετία, είναι μια διασκευή της εξαιρετικής ομότιτλης νουβέλας του Σουσάκου Έντο που παρασύρει στους υπνωτιστικούς, μυσταγωγικούς της ρυθμούς, όντας πανέτοιμη να αναστατώσει εμφατικά όποιον επαναπαυτεί σε αυτούς. Έτσι, οι «διαφωτιστικές» παύσεις σιωπής –θέμα που αποτελεί κλειδί του έργου– και το μινιμαλιστικό –ένα με τη φύση– σάουντρακ διευκολύνουν τον θεατή να αφουγκραστεί το μεγαλείο της εικόνας και το φιλοσοφικό περιεχόμενο. Η αντίληψη του τελευταίου, όμως, είναι αποσπασματική.

Η εκτενής διαβούλευση σχετικά με τον Φερέιρα και η επακόλουθη αποστολή ανεύρεσής του, ξυπνούν μνήμες «Apocalypse Now» («Αποκάλυψη τώρα!», 1979). Παρομοίως, το αφιλόξενο, ομιχλώδες τοπίο των νότιων ακτών της Ιαπωνίας προετοιμάζει την επαφή με μια ριζικά διαφορετική κουλτούρα. Ο βαθμός στον οποίο είναι ξένη στους εκπροσώπους του καθολικού δόγματος, κυρίως ως προς τον τρόπο αντίληψης και ερμηνείας των θρησκευτικών ερεθισμάτων από τους αυτόχθονες, αφήνεται να φανεί διακριτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας, για να εξεταστεί διεξοδικά προς το φινάλε.

Κριτική για το "Silence"Η άγρια ομορφιά της φωτογραφίας σπανίως διαταράσσεται. Στην ομαλότητα των εμποτισμένων με σιωπηλή στωικότητα πλάνων και του σαγηνευτικού φυσικού περιβάλλοντος αντιτίθενται μονάχα οι επαναλαμβανόμενες σκηνές ειδεχθούς βασανισμού των πιστών χριστιανών, με κίνητρο την εξάλειψη της ξενόφερτης θρησκείας. Η δοκιμασία, είτε ψυχική είτε σωματική, συνοδεύεται από κλυδωνισμούς στα θεμέλια της πίστης. Οι απαντήσεις που δίνονται από τους ιερείς στα θρησκευτικά ερωτήματα των ταλαιπωρημένων ντόπιων φαντάζουν ανεπαρκείς ακόμα και για τους ίδιους, όμως τα γεγονότα του «Silence» («Σιωπή») υποδεικνύουν ότι οι ερωτήσεις, και κατ’ επέκταση τα κίνητρα της πίστης, χτίζονται ανεξαιρέτως σε διαφορετική βάση από αυτή που θα ήθελε να θέσει η ανιδιοτελής υποταγή στο θρησκευτικό δόγμα. Για τους κατατρεγμένους, το πρόσκαιρο βασανιστήριο είναι ένα εισιτήριο σε τιμή «ευκαιρίας» για την αιώνια γαλήνη του Παραδείσου, όσο και για τους νεαρούς ιεραποστόλους η δυνατότητα να αναχθούν σε μάρτυρες και να δοξαστούν μπροστά στο θείο. Στο «Silence» η τράπουλα ανακατεύεται, περιπλέκοντας τη διαδικασία επίτευξης των ιδιοτελών σκοπών, και συνάμα ανοίγει ένα παράθυρο ουσιαστικής αυταπάρνησης για τους ευαγγελιστές του χριστιανισμού. Μέχρι εκεί όμως, καθώς ως προς τα θεμελιώδη ζητήματα πίστης, και παρά τα διλήμματα που εκτοξεύονται ακατάπαυστα, δεν υφίσταται ειλικρινής διάθεση απευθείας αμφισβήτησης της θεϊκής υπόστασης, παρά μόνο αιτιολόγησης της σιωπής της. Με άλλα λόγια, η ταινία, ακολουθώντας τα χνάρια της νουβέλας, παίρνει τον θεό ως δεδομένο και απλώς προσπαθεί να κατανοήσει τις λειτουργίες του. Δεν είναι αρκετό, αν και σίγουρα έχει ενδιαφέρον. Για το καλό όλων όμως, δεν περιορίζεται αποκλειστικά σε αυτή την αναζήτηση στην δαιδαλώδη διαδρομή της.

Εάν ήταν οποιοσδήποτε άλλος σκηνοθέτης χριστιανικών πεποιθήσεων θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για έναν «κακό οιωνό» όσον αφορά τα μέτρα και τα σταθμά του έργου. Σαφέστατα το «Silence» δεν φτάνει στα επίπεδα του «The Last Temptation of Christ», της κινηματογραφικής διασκευής του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη («Ο Τελευταίος Πειρασμός») που αποτέλεσε ένα από τα μεγαλουργήματα του Σκορσέζε. Εκεί, η αντισυμβατική εκδοχή του Ιησού και η παραλλαγμένη, πιο «προσγειωμένη» σε σχέση με τις γραφές ιστορία του, γινόταν μοχλός κατανόησης της αναγκαιότητας για πίστη σε κάτι που δύναται να εμπνεύσει τους απλούς ανθρώπους, ζεσταίνοντας τις καρδιές τους. Αλλά και για όσους απέρριπταν εκ προοιμίου τη θεϊκή ύπαρξη, μπορούσε να έχει εξέχον νόημα εάν εξεταζόταν είτε με βάση τη λογική (ένας Ιησούς που φλερτάρει με την παράνοια των ψευδαισθήσεων, αλλά έχει τη δυναμική να εμπνεύσει μέσα από την ιστορία του) είτε ως μύθος με αλληγορικές εκφάνσεις (αποφυγή των οκνηρών, εύκολων μονοπατιών για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, ο οποίος είναι προορισμός του καθενός μας).

Εντούτοις, στην περίπτωση του «Silence» ο ύστερος Σκορσέζε δεν διακατέχεται από παρόμοιο ριζοσπαστικό ζήλο· μια στάση που ίσως απορρέει από την ανάγκη ενός Καθολικού Χριστιανού να συμφιλιωθεί με τον «οίκο» του. Κανείς δεν μπορεί να τον κατηγορήσει από τη στιγμή που αποφασίζει να μείνει –τηρουμένων των αναλογιών– πιστός στον πυρήνα του βιβλίου ενός… Γιαπωνέζου Καθολικού. Συνεπώς, βέβαια, η «ευσεβής» ματιά του, σε σχέση με την παλαιότερη, αλλά πολύ γενναιότερα φιλτραρισμένη κινηματογραφική διασκευή του Μασαχίρο Σινόντα («Chinmoku», 1971), μοιάζει μονόπλευρη και αισθητά λιγότερο προκλητική, (SPOILER ALERT) γεγονός που οδηγεί σε μια αχρείαστη προσπάθεια εξωραϊσμού του πρωταγωνιστή και καταλήγει σε μια αφιέρωση στους μαρτυρήσαντες με το πέσιμο των τίτλων τέλους. Στον αντίποδα, στην αψεγάδιαστη γιαπωνέζικη παραγωγή του 1971, η θεϊκή παρουσία δεν επιβεβαιωνόταν ποτέ και το κυνικό φινάλε ερχόταν να προσθέσει πόντους στην αμφισημία της ταινίας, διατηρώντας ζωηρή τη φλόγα του ενδιαφέροντος σε κρίσιμα ζητήματα, τα οποία και αναλύονταν επαρκέστερα: Τα απώτερα «δυτικά» κίνητρα των αποστολών προσηλυτισμού (οι ιερείς υποβαθμίζονται σε εκτελεστικά όργανα,
τυφλοί στρατιώτες ενός πολέμου επιρροής), η συγκυρία που καθιστούσε την άρση της

Κριτική για το "Silence"
«Chinmoku» («Silence»): Η ταινία του 1971

ανεξιθρησκίας επιβεβλημένη και σηματοδοτούσε το άνοιγμα ενός αιματηρού κύκλου θρησκευτικής
μισαλλοδοξίας, το δίκοπο μαχαίρι της εκπλήρωσης ενός ανώτερου σκοπού με τίμημα την παράταση του βασανισμού των αθώων. Έτσι, παρ’ όλο που το σύγχρονο «Silence» δεν φείδεται ηθοποιίας, οπτικών αρετών (η αριστοτεχνική φωτογραφία του Ροντρίγκο Πριέτο αγκαλιάζει τα τέσσερα στοιχεία
της φύσης) και πλαισιώνεται από πολυσχιδείς χαρακτήρες τους οποίους συστήνει αποτελεσματικότατα, ως έργο δεν είναι τόσο επίκαιρο όσο αυτομάτως θα καθιστούσε μια πιο αποστασιοποιημένη προσέγγιση. Μολαταύτα, η πρόθεση να κατανοηθεί –και όχι να δικαιολογηθεί– η οπτική γωνία των καταπιεστών και να αιτιολογηθεί η σιωπή του Θεού, είναι τουλάχιστον ειλικρινής.

Στα ατού της ταινίας συμπεριλαμβάνονται οι ερμηνείες και η διαχείριση των χαρακτήρων, που στα χέρια του Σκορσέζε είναι πιο εύπλαστοι από ποτέ. Με τη νεανική άγνοια κινδύνου να αποτελεί κοινό παρονομαστή στην προθυμία και τις τάσεις αυταπάρνησής τους, οι δυο ιερείς πρεσβεύουν διαφορετικές «σχολές». Άκαμπτος, απόλυτος στην τήρηση του θρησκευτικού «νόμου» και ανυπόμονος να δοκιμαστεί ο ασκητικός Γκαρούπε (ένας πειστικότατος εμφανισιακά και παικτικά Άνταμ Ντράιβερ), περισσότερο ντελικάτος και συναισθηματικός ο Ροντρίγκες (στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο… ανεκτός Άντριου Γκάρφιλντ), και οι δυο τους εξυπηρετούν αγαστά την πλοκή. Τι κι αν ο δεύτερος εμφανίζεται συγκαταβατικός απέναντι στους φτωχούς Γιαπωνέζους αγρότες που δοκιμάζονται; Στο δικό του τεστ αφοσίωσης, μπαίνει εξίσου ανένδοτος με τον Γκαρούπε, πιστοποιώντας την υπεροπτική συμπεριφορά του. Η πραγματική τέρψη, βέβαια, έρχεται από τους Ιάπωνες υποκριτές. Στην ευθεία αντιπαράθεση διωκτών και διωκομένων, η επιχειρηματολογία των δύο πλευρών χρησιμεύει στο να αναδειχθεί ένας «κακός» με αυθεντικά κωμικό υπόβαθρο, στο πρόσωπο του σαδιστή ανακριτή (θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Σκορσέζε έβγαλε –αλά Ταραντίνο– έναν Γιαπωνέζο «Κρίστοφ Βαλτς» από το καπέλο του). Στις εξαιρετικές ερμηνείες συγκαταλέγεται και μια παρουσία που διαρρέει όλα τα μήκη και πλάτη της ταινίας. Δεν είναι άλλη από τον Κιτσίζιρο (Γιοσούκε Κουμποζούκα), έναν συνοδοιπόρο που δίνει νέες διαστάσεις στην προδοτική φυσιογνωμία του Ιούδα, εκθέτοντας ταυτόχρονα την αδυναμία του «άγουρου» και κατά βάθος υπερόπτη Ροντρίγκες να συμβαδίσει με τη στάση ζωής που κηρύττει (θα απέρριπτε ο Ιησούς τον Ιούδα;). Η επιχειρηματολογία του είναι πιθανώς η πιο αδιαμφισβήτητη, ενώ τα κοινά του με τον πρωταγωνιστή πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε.

Εν κατακλείδι, παρά τους περιορισμούς της (συμπεριλαμβανομένου του μέτριου, σε μερικά σημεία, μοντάζ), η εκδοχή του Σκορσέζε σίγουρα καταφέρνει να εξετάσει διεξοδικά, εκτός από τα κίνητρα της πίστης, την έννοια του ιερού καθήκοντος και να ανοίξει σε ένα ευρύτερο κοινό τη συζήτηση για το ποιος είναι ο πραγματικά σωστός τρόπος επιτέλεσης αυτού ανάλογα με τις συνθήκες. Επιπλέον, κάνει ενδόμυχα νύξη σε μια γλώσσα πνευματικότητας με διαφορετικά ιδιώματα, το καθένα από τα οποία καθορίζεται από τα κοινά βιώματα και την παράδοση, όντας δύσκολο να αλλοιωθεί. Συμπέρασμα; Οι καθιερωμένες τακτικές των αλαζόνων γλωσσοπλαστών περισσεύουν όταν πρέπει να τεθούν οι πραγματικές ηθικές προτεραιότητες.

Βαθμολογία: 3,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s