Κριτική για το «Allied»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Έχοντας προσχωρήσει σε μια ευρεία γκάμα κινηματογραφικών ειδών κατά τη διάρκεια της πολυετούς πορείας του, ο Ρόμπερτ Ζεμέκις έχει κερδίσει κατ’ επανάληψη την καθολική αποδοχή (Back to the Future, Forrest Gump), δίχως όμως να αποφεύγει τα διαρκή σκαμπανεβάσματα. Μετά το άνισο Walk (2015), επιστρέφει φέτος με το ρομαντικό κατασκοπικό θρίλερ «Allied» («Σύμμαχοι»), φιλοδοξώντας να δώσει και πάλι ανοδική ώθηση στην καριέρα του.

Αρωγός στη σύσταση του κινηματογραφικού υβριδίου του στέκεται ένα καστ πρώτης διαλογής (Μπραντ Πιτ, Μαριόν Κοτιγιάρ), αλλά και ο σεναριογράφος Στίβεν Νάιτ («Dirty Pretty Things»), ο οποίος εμπνεύστηκε από την πραγματική ιστορία αγάπης μεταξύ δύο κατασκόπων του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Διαμέσου αυτής, ο Ζεμέκις επιδιώκει αφενός να αναβιώσει την παλιομοδίτικη ατμόσφαιρα των ρομαντικών-δραματικών ταινιών του ’40 (διάχυτες οι παραπομπές στο κλασικό «Casablanca» του Μάικλ Κέρτιζ) και αφετέρου να την εμπλουτίσει με περίσσιο αισθησιασμό, κλιμακούμενη ένταση και ρινίσματα χιούμορ. Ως προς το πρώτο σκέλος, δίνει προτεραιότητα στην κινηματογράφηση εντός του στούντιο (οι σκηνές στην έρημο του Μαρόκου είναι ενδεικτικές), περιορίζοντας τα εξωτερικά γυρίσματα. Η επιλογή του να μην φιλμάρει τον κόσμο, αλλά να δημιουργήσει έναν δικό του, σε συνδυασμό με την καλαισθησία της πολυτελούς παραγωγής –από τα κοστούμια μέχρι τα σκηνικά–, αναβιώνουν την άγρια ομορφιά της Καζαμπλάνκα, από όπου ξεκινάει η δράση των δύο πρωταγωνιστών στο πλαίσιο μιας Συμμαχικής αποστολής, καθιστώντας το «Allied» πιστή αντανάκλαση της αύρας της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Εάν μάλιστα η διείσδυση της ψηφιακής τεχνολογίας στην τελική εικόνα ήταν περισσότερο διακριτική, η αναγνώριση της οποίας θα έχαιρε η ταινία θα ήταν αναμφισβήτητα πολύ μεγαλύτερη.

Κριτική για το "Allied"

Ως Μαριάν Μποσεζούρ, η Μαριόν Κοτιγιάρ αναδίδει τη διαχυτική πονηριά του μοιραίου θηλυκού που μπορεί να «παραχαράξει» με πειστικότητα τα πιο αυθεντικά συναισθήματα, ενώ ο Μπραντ Πιτ είναι φυσιολογικά λιγότερο εκφραστικός στον ρόλο του «συγκρατημένου» Μαξ Βέιταν. Και οι δυο τους αποδίδουν τα δέοντα προκειμένου να αναπτυχθούν οι ετερόκλητοι χαρακτήρες των μυστικών πρακτόρων, με τις συνθήκες του επαγγέλματος να διαμορφώνουν τον μεταξύ τους συναισθηματικό σύνδεσμο, ενόσω το άμεσο μέλλον κρίνεται αβέβαιο. Το ειδύλλιό τους είναι το βασικό αντικείμενο της βραδυφλεγούς αφήγησης του πρώτου μέρους, που διακόπτεται μονάχα από μια άψογα «χορογραφημένη» σκηνή δράσης, η οποία βέβαια παραβιάζει τα όρια του εφικτού (θα μπορούσε να είναι βγαλμένη από… «007»). Η μετάβαση στο βαλλόμενο από την πολεμική «λαίλαπα» Λονδίνο και ο κλονισμός της αξιοπιστίας της Μαριάν, είναι το σημείο καμπής που μετουσιώνει την ταινία σε καθαρόαιμο θρίλερ με χιτσκοκικές επιρροές, θρέφοντας την αμφιβολία σε πλάνα γεμάτα σασπένς και δίνοντας αφορμή σύγκρουσης ανάμεσα στα θέματα του «καθήκοντος» και της «αγάπης». Μια σύγκρουση την οποία, δυστυχώς, το σενάριο του Νάιτ δεν έχει τη διαύγεια ώστε να εξωθήσει ευκρινώς σε νέα επίπεδα, αφήνοντας ερωτηματικά που καταλαγιάζουν την ικανοποίηση για ένα γοητευτικό κινηματογραφικό δίωρο βγαλμένο από τα παλιά.

Βαθμολογία: 3/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s