Κριτική για το «Hacksaw Ridge»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Το διψασμένο για άθλους πατριωτικής ανδρείας Χόλιγουντ βρίσκει τη νέα «μούσα» του στο πρόσωπο του στρατιώτη Ντέσμοντ Τ. Ντος, ο οποίος κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε ο πρώτος αντιρρησίας συνείδησης στην ιστορία του αμερικανικού στρατού που παρασημοφορήθηκε με το Μετάλλιο Τιμής. Η πρωτοφανής διάκριση του φαντάρου (κατετάγη εθελοντικά, με μοναδικό μέλημα την παροχή υπηρεσιών ιατρικής περίθαλψης στους συναδέλφους του) σε ρόλο διασώστη στην ξακουστή, αιματοκυλισμένη μάχη της Οκινάουα, τον καθιστά επιλέξιμο ώστε να γίνει ο ήρωας που θα εμπνεύσει το υψηλό φρόνημα στο αμερικανικό κοινό, υπό τη σκηνοθετική αιγίδα του Μελ Γκίμπσον (επιστρέφει σε αυτό το πόστο ύστερα από μία δεκαετία απραξίας). Όσο κι αν η ιστορία του αξίζει να ειπωθεί, δεν παύει να είναι μέρος ενός πλάνου καλλιέργειας των πολεμοχαρών ενστίκτων, τα οποία η συγκεκριμένη βιομηχανία ξέρει πολύ καλά πώς θα αφυπνίσει. Αφενός μεν ο Ντος με την άκαμπτη στάση του αντιστέκεται στην καταφυγή στη βία (αρνείται πεισματικά να πιάσει όπλο στα χέρια του), αλλά το αίσθημα προσφοράς και η γεμάτη αυτοθυσία δράση του τον αναδεικνύει  σε ιδιότυπη πολεμική μορφή που δημιουργεί «ρεύμα», δίνοντας κουράγιο σε κάθε μέλος της μονάδας του προκειμένου να προβεί στην άσκησή της.

Χριστιανοκεντρικό βιογραφικό έργο με μελοδραματικές κορώνες και θρησκευτική αφέλεια που ξεχειλίζει, ο «Αντιρρησίας Συνείδησης» δίνει στον πρωταγωνιστή του υπόσταση Μεσσία και τον βάζει να περπατήσει ένα μονοπάτι που εξελίσσεται σε Γολγοθά (μονοδιάστατα εξιδανικευμένος χαρακτήρας, αλλά αν μη τι άλλο αβανταδόρικος ο ρόλος για τον Άντριου Γκάρφιλντ, ο οποίος υπομένει όλα τα σχετικά μαρτύρια και βιώνει την αμφισβήτηση των αχάριστων θνητών, ώσπου να «αναληφθεί» με το φορείο του στους ουρανούς). Οι λόγοι που θωρακίζουν τις άμυνες του Ντος ενάντια στις πιέσεις των ανωτέρων του και τον εμποδίζουν να αφαιρέσει ανθρώπινες ζωές, έχουν ριζώσει στα οικογενειακά βιώματα του παρελθόντος, αλλά δεν αναπτύσσονται ικανοποιητικά (ένα ερωτικό ειδύλλιο έχει κλιμακωθεί εξίσου βιαστικά στα πρώτα λεπτά). Στον δρόμο, η ταινία δανείζεται αρκετή από τη μαγιά του «Saving Private Ryan» («Η Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», 1998) και -λιγότερο πετυχημένα- του Full Metal Jacket (1987) για να περιγράψει τους χαρακτήρες, τα ευτράπελα -και μη- της στρατιωτικής εκπαίδευσης και τη ρεαλιστική σφοδρότητα της μάχης, εστιάζοντας επίμονα στη γραφική βία.

Αυτό που σώζει την παραγωγή από τον απόλυτο όλεθρο είναι το γεμάτο καθηλωτική δράση δεύτερο μέρος της, όπου ο Γκίμπσον φανερώνει τις αδιαμφισβήτητες αρετές του, ελισσόμενος με επιδεξιότητα στο πεδίο της μάχης. Όπως αναμενόταν βέβαια, όλα τα ανωτέρω καταλήγουν στην αποθέωση των «καλών» παιδιών της Αμερικής, ενάντια σε έναν απρόσωπο, ύπουλο εχθρό. Εν κατακλείδι, το «Hacksaw Ridge» είναι μια ταινία που καταφέρνει να απορροφήσει τον θεατή και «παίζει» πολύ καλύτερα εάν αυτός δεν κοιτάξει κάτω από την καλογυαλισμένη επιφάνειά της, δεδομένου ότι από εκεί και έπειτα τα πολλαπλά ατοπήματα δεν αφήνουν ιδιαίτερα περιθώρια θετικής διάθεσης προς αυτήν.

Βαθμολογία: 2/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s